Σημερινή

Κυριακή, 23/09/2018
RSS

Άθως Ερωτοκρίτου: Το Έγκλημα, ο Εγκληματίας και οι Φόνοι Γυν

| Εκτύπωση | 20 Μάιος 2018, 18:00 | Της Χρυσοθέμιδας Χατζηπαναγή

Άθως Ερωτοκρίτου: Το Έγκλημα, ο Εγκληματίας και οι Φόνοι Γυναικών

ΜΙΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΣΕ ΚΟΜΒΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑΣ

«ΜΟΝΟΝ ΟΤΑΝ Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ […] ΘΑ ΠΑΨΕΙ ΝΑ ΑΠΟΒΛΕΠΕΙ ΣΤΗΝ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ: ΕΞΙΛΕΩΣΗΣ, ΑΝΤΑΠΟΔΟΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΜΟΙΒΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΟ ΣΑΔΙΣΜΟ, ΜΟΝΟ ΤΟΤΕ ΘΑ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΘΕΙ ΤΟ ΑΙΣΘΗΜΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ […]. ΑΥΤΟ, ΟΜΩΣ, ΥΠΟ ΤΟΝ ΟΡΟ ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΟΥΜΕ ΚΑΛΑ ΤΗΝ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΕΝΟΧΟΥ…»

Η συντονισμένη, τουτέστιν, δράση από τους συναρμόδιους φορείς της Πολιτείας, με εμπροσθοφυλακή τις αστυνομικές και ανακριτικές Αρχές, πρέπει να ερείδεται στην τεκμηρίωση της εξειδικευμένης και εμπράγματης επιστημονικής γνώσης, που αντίκειται σε ανυπόστατες ακριτομυθίες και επισφαλείς βεβιασμένες ενέργειες


Το βιβλίο αυτό του γνωστού Κλινικού Ψυχολόγου-Δραματοθεραπευτή και Επίτιμου Καθηγητή Ψυχοθεραπείας, Άθου Ερωτοκρίτου, που κυκλοφόρησε φέτος από τις εκδόσεις Ηλία Επιφανίου, δεν έρχεται απλώς να προστεθεί ως μια άλλη συγγραφική ψηφίδα στην εκδοτική πλειάδα της πολυθεματικής του εργογραφίας, αλλά και επικαίρως συμπίπτει με τα πρόσφατα συγκλονιστικά εγκλήματα στον τόπο μας.

Προφανώς, η σημαντικότητα του εύληπτου εγχειριδίου έγκειται στη συνεισφορά του συγγραφέως σε κομβικά σημεία της εγκληματολογίας τόσο με την υπόμνηση θέσεων της παλαιότερης και νεότερης έγκριτης βιβλιογραφίας όσο και με τη διαλεκτική τους ανασύνθεση στη συγκρότηση της δικής του προβληματικής για το διαχρονικό και διατοπικό θέμα της εγκληματικότητας και μάλιστα στην ακραία μορφή του της ανθρωποκτονίας.

Ένα πρόβλημα πολύπλοκο και πολυπαραμετρικό ως προς τους αιτιογενείς αμφίδρομους παράγοντες, τις διαβαθμίσεις της πολυμορφίας και τις επιπτωσιακές του προεκτάσεις, η διαχείριση των οποίων απαιτεί, αντί των εγκληματογόνων μηχανισμών προσωρινής καταστολής και της αναποτελεσματικής ενίοτε υστερογενούς θεραπείας, την επιστράτευση μονιμότερων μέτρων πρόληψης. Η συντονισμένη, τουτέστιν, δράση από τους συναρμόδιους φορείς της πολιτείας, με εμπροσθοφυλακή τις αστυνομικές και ανακριτικές Αρχές, πρέπει να ερείδεται στην τεκμηρίωση της εξειδικευμένης και εμπράγματης επιστημονικής γνώσης, που αντίκειται σε ανυπόστατες ακριτομυθίες και επισφαλείς βεβιασμένες ενέργειες.

Η νοσηρή μάστιγα του εγκλήματος με τους αυξητικούς ρυθμούς της εξάπλωσής της σε πολλές χώρες ανά την υφήλιο θα ήταν εγκληματικό να παρεισφρήσει στην ημικατεχόμενή μας πατρίδα, που υπαγορεύει ως εκ τούτου τη στόχευση όχι σε βραχυπρόθεσμες και επιφανειακές λύσεις, αλλά σε μακροπρόθεσμες λυσιτελείς πολιτικές αντιμετώπισης του φαινομένου.

Επιβάλλεται, επομένως, η εμβάθυνση στη μελέτη των πολυδιάστατων αιτίων και αιτιατών του μέσα από εμπεριστατωμένες αναλύσεις είτε ευσύνοπτες προσεγγίσεις, όπως αυτές του Α. Ερωτοκρίτου, που πραγματεύονται με ρηξικέλευθες τομές υπό τον ομώνυμο τίτλο «το έγκλημα, τον εγκληματία και τους φόνους γυναικών» στην κυπριακή κοινωνία και την ευρύτερη σύγχρονη πραγματικότητα.

Τον πυρήνα των απόψεών του αναδεικνύει, κατ’ αρχήν, προϊδεάζοντας αδρομερώς τα περιεχόμενα του βιβλίου ο Αρχηγός Αστυνομίας Κύπρου, Ζαχαρίας Χρυσοστόμου, αναφέροντας μεταξύ άλλων: «Κατά τη γνώμη μου, ο συγγραφέας με την ανάλυσή του δεν αφαιρεί από τον εγκληματία την προσωπική και ατομική του ευθύνη. Εστιάζει, θα έλεγα, στην κοινωνική ευθύνη του εγκληματείν και θυματοποιείν, αγγίζοντας το ζήτημα της αλλοτρίωσης της κοινωνίας και του ανθρώπου. Παράλληλα, ο προβληματισμός του για το ζήτημα των ποινών δεν εδράζεται σε αξίωμα αφορισμού των ποινών και κυρώσεων, αλλά στην πρόσεγγισή τους υπό ένα θεραπευτικό και γνήσια σωφρονιστικό πλαίσιο».

Δεν παραλείπει ωστόσο να τονίσει και την εκσυγχρονιστική αναβάθμιση του ρόλου της Αστυνομίας «με σειρά προγραμμάτων ενημέρωσης, ενδυνάμωσης και πρόληψης», καθώς και της παιδαγωγούσας αποστολής της με χρήσιμες συνέργειες και εποικοδομητικές συνεργασίες «όπως το πρόγραμμα αποποινικοποιητικής και συνάμα θεραπευτικής διαχείρισης νεαρών χρηστών εξαρτησιογόνων ουσιών».

Την έκδοση προλογίζει επίσης ο Καθηγητής της Νομικής του Πανεπιστημίου Κύπρου, Ανδρέας Καπαρδής, ο οποίος ορθώς συνδέει την έξαρση της επιθετικότητας και της βίας σε παγκόσμια κλίμακα με την εμπορικοποίησή τους μέσω της βιομηχανίας των χολυγουντιανών ταινιών και των ηλεκτρονικών παιγνιδιών.

Αφού παραθέτει ενδεικτικά στατιστικά στοιχεία σύγκρισης των φόνων στην Κύπρο από το 1879 μέχρι το 2015 και την αισθητή αριθμητική τους μείωση, καθώς και τη χαμηλή κατάταξή μας σε σχέση με άλλες χώρες, σχολιάζει εν συνεχεία τη διαφοροποίηση του εγκλήματος σε συνάρτηση με τις ιδιαιτερότητες και τις κοινωνικές αλλαγές.

Μια από τις σημαντικές παρατηρήσεις του αφορά στη συσχέτιση των τρόπων πρόσληψης των γενεσιουργών παραγόντων των κατηγοριοποιημένων ειδών φόνου και της αντιμετώπισης του δράστη από την κοινωνία και το σύστημα της ποινικής δικαιοσύνης. Ο Καθηγητής Καπαρδής εξάλλου δεν παραλείπει να επαινέσει το πόνημα, «έστω και αν ο αναγνώστης δεν ασπάζεται ασυζητητί την ψυχοδυναμική προσέγγιση του συγγραφέα» του, όπως αυτή σκιαγραφείται από τον ίδιο στον δικό του πρόλογο μέσα από το παράδειγμα της Φόνισσας του Παπαδιαμάντη.

Αποδίδοντας στα αρνητικά κοινωνικά σύνδρομα τις ρίζες του πανάρχαιου προβλήματος, εξισώνει από τη σκοπιά αυτή τον θύτη με το θύμα. Καθότι, όσο και να θεωρούνται υπεραπλούστευση στους σκοτεινούς γρίφους της εγκληματογένεσης, οι επισημάνσεις του Ά. Ερωτοκρίτου φωτίζουν εν πολλοίς την ουσία του ζητήματος: η πραγματική πρόληψη της κάθε εγκληματικής πράξης θα συντελείτο, αν έπαυαν οι διακρίσεις και η άνιση μεταχείριση των ανθρώπων αντί της ισότιμης ανάπτυξης της προσωπικότητάς τους και συνακόλουθα της αρμονικής εν κοινωνία συνύπαρξής τους χωρίς ανυψωμένα όπλα, εγκλήματα και πολέμους.

Τα κείμενα που επιμερίζονται σε έξι κεφάλαια αποτελούν αναδημοσίευση από σειρά επιστημονικών άρθρων στον Τύπο, εισηγήσεις και διαλέξεις σε συνέδρια και εκδηλώσεις, παρουσιάσεις επί πλέον σε ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές στη χρονική έκταση 30 χρόνων, από το 1985 μέχρι το 2015, και με θεματικό επίκεντρο το έγκλημα στον τόπο μας. Η συγκριτική αποτίμηση των προγενέστερων και κατοπινότερων θεωρήσεων του συγγραφέως καταδεικνύουν τη συνέχεια του φαινομένου με αποκλίσεις ανάλογες των κοινωνικοπολιτικών μεταβλητών. Των κεφαλαίων προτάσσονται οι σελίδες που επεξηγούν μαζί με την ετυμολογική και τις σημασιολογικές εκδοχές των κυριότερων εγκληματολογικών όρων.

Στο πρώτο κεφάλαιο ο συγγραφέας επιχειρεί αναγωγή της βίας και της επιθετικότητας στις αρχέγονες καταβολές τους, όπως εμφανίζονται στην ελληνική μυθολογία και στην Παλαιά Διαθήκη, αλλά και σε εκδηλώσεις τους στο βασίλειο των ζώων. Στις υποενότητες «Η αντικοινωνική συμπεριφορά διδάσκεται» και «Ανήλικοι παραβάτες: αίτια, κίνητρα και προληπτικά μέτρα» ενοχοποιείται το καταπιεστικό ή καταναγκαστικό περιβάλλον του παιδιού, ιδίως της γονεϊκής καταπίεσης με αυταρχικές συμπεριφορές, απαγορεύσεις και αυστηρές τιμωρίες, όλες εκείνες οι ψυχοτραυματικές εμπειρίες που αντισταθμίζονται, κατά τον ψυχαναλυτή-γιατρό Ν.Ν. Δρακουλίδη, τον οποίο επικαλείται εδώ ο συγγραφέας, με πράξεις εκδικητικές με όσους ταυτίζονται με τη γονεϊκή κυριαρχία, με πράξεις παράνομες και ωφελιμιστικές και πράξεις καταστροφικές ακόμη, που στρέφονται κατά των άλλων και του ιδίου του εαυτού τους.

Αλλά και στον ευπαίδευτο ψυχοθεραπευτή Γ. Τσιάντη καταφεύγει, σύμφωνα με τον οποίο η βία-επιθετικότητα ερμηνεύεται όχι μονοδιάστατα, αλλά με τη συνδρομή των βιολογικών, κοινωνιολογικών, ανθρωπολογικών, ψυχαναλυτικών και πολιτικο-οικονομικών θεωριών. Οι ρίζες της βίας, υποστηρίζει ο καθηγητής, όπως και ο προηγούμενος, αναφέρονται όσον αφορά το ψυχολογικό επίπεδο στις διαταραγμένες σχέσεις γονέων-παιδιών και καταγράφει τις στοχευμένες εισηγήσεις του για προαγωγή της ψυχικής υγείας των παιδιών, όπως π.χ. τη δημιουργία συμβουλευτικών οικογενειακών σταθμών και βελτιωτικά προγράμματα για την ποιότητα της εκπαίδευσης.

Θεωρίες για το έγκλημα

Το δεύτερο κεφάλαιο περιλαμβάνει τις «διάφορες θεωρίες για το έγκλημα» με έμφαση την ψυχοκοινωνική θεωρία της ενοχοποίησης της κοινωνίας αντί του ατόμου για τη διάπραξη εγκλήματος, ενώ το τρίτο κεφάλαιο τιτλοφορείται «Η συμβολή της Ψυχιατρικής, της Ψυχολογίας και της Ψυχανάλυσης στη Δικαιοσύνη». Τα συμπερασματικά σχόλια του συγγραφέως ενισχύονται από τις παρατηρήσεις και τα πορίσματα ερευνητών εν σχέσει με τα αίτια του εγκληματογόνου ψυχισμού του ατόμου, που αναθεώρησε παραδοσιακά στερεότυπα για την εγκληματικότητα του σχιζοφρενούς, νοούμενου ότι δεν υπάρχει σαφής διαχωριστή γραμμή μεταξύ σχιζοφρενικού και μη σχιζοφρενικού φόνου. Προσφυής η διατύπωση της Φ. Τσ. Κωστοπούλου: «Η αποστέρηση βασικών ανθρωπίνων αναγκών αποτελεί τόσο για το σχιζοφρενικό όσο και για το φυσιολογικό άτομο γενεσιουργό συντελεστή επιθετικότητας, που σε ακραίες περιπτώσεις μπορεί να οδηγήσει στον φόνο».

Έτσι, η ψυχανάλυση συνέβαλε στην κατανόηση των ορμέμφυτων δυνάμεων ή των σκοτεινών ενστίκτων του ανθρώπου, καταγεγραμμένων στον αρχέγονο ψυχισμό του. Η διευκρίνιση του Α. Ερωτοκρίτου είναι σαφής, εφόσον η προσπάθεια δεν είναι για να δικαιολογήσει το έγκλημα και τον εγκληματία, αλλά να αιτιολογήσει γιατί υπάρχουν εγκλήματα, αναιτιολόγητα ακόμη από τις ψυχαναλυτικές και κοινωνιολογικές επιστήμες, όπως οι βάναυσες γενοκτονίες που διαπράττονται από αρρωστημένους ηγέτες.

Ενδιαφέρουσες οι επισημάνσεις που αποτυπώνονται στο επόμενο κεφάλαιο «Η εγκληματικότητα στην Κύπρο και οι φόνοι σε βάρος γυναικών», όπου από έρευνα του ψυχολόγου-εγκληματολόγου Μιχάλη Χατζηδημητρίου παρατίθενται αριθμοί φόνων στην Κύπρο κατά χρονολογίες ανά 100 χιλ. πληθυσμού και σε σύγκριση με άλλες χώρες τα εκατοστιαία ποσοστά μας ήταν από τα χαμηλότερα, τουλάχιστον μέχρι το 1984. Οι εσφαλμένες εντυπώσεις για την αύξηση των φόνων, κατά τον ερευνητή, είναι η υπερέμφαση που δίδεται από τα Μ.Μ.Ε.

Ενώ από το 1966 έως το 1985 οι δράστες των φόνων αντρών και γυναικών ήταν μόνο άντρες, η εικόνα άλλαξε με την αλλοτρίωση των ηθών και των κοινωνικών θεσμών, τα ναρκωτικά κ.λπ. Άκρως ενδιαφέροντα στοιχεία για τους φόνους μεταφέρονται εδώ από το βιβλίο του Μ. Χατζηδημητρίου «Εγκληματικότητα: Η Κοινοτική Αστυνόμευση στην Κύπρο» (2016), όπου τα τελευταία τριάντα χρόνια, με terminus ante quem το 2015, οι φόνοι με τη γυναίκα ως θύμα και θύτη αυξήθηκαν κατά 30%-40% και τα τελευταία τέσσερα χρόνια(2012-2015) διατηρούνται περίπου στα ίδια επίπεδα.

Στο Ε΄ κεφάλαιο αναλύονται τα διάφορα είδη φόνων και άλλων εγκλημάτων πάθους εις βάρος των γυναικών. Η αναδρομή στις αλληγορικές αφηγήσεις της ελληνικής μυθολογίας, καθώς και στις γυναικείες μορφές της αρχαίας τραγωδίας και της Παπαδιαμαντικής διηγηματογραφίας, όπως αντιστοίχως στη Μήδεια και στη Φραγκογιαννού, αναδεικνύει, κατά τον συγγραφέα, τη διαχρονικότητα της ψυχοδυναμικής προσέγγισης της παιδοκτονίας και του παιδοκτόνου, του οποίου ο P. Dacco συνοψίζοντας τα γνωρίσματά του τον παραλληλίζει με πρωτόγονο αυταρχικό αρχηγό-φύλαρχο, που έχει με τους απόλυτους νόμους του εξουσία ζωής και θανάτου στους υπηκόους του.

Αντιπροσωπεύει ένα υπερπρότυπο φαλλικής δύναμης και απορρίπτοντας τον διάλογο λειτουργεί μέσα από τον μονόλογο. Υπό την οπτική της ψυχοδυναμικής προσέγγισης εξετάζεται η πατροκτονία και μητροκτονία, τα σεξουαλικά εγκλήματα, απότοκα της οιδιπόδειας συμπλεγματικής προσκόλλησης στη μητέρα, είτε της «οιδιποδικής ζηλοτυπίας» του γιου για τη μητέρα του, του μισογυνισμού και της σεξουαλικής ανικανότητας του δολοφόνου γυναικών.

Θεωρώ, ωστόσο, υπερβολικό το παράδειγμα του Ορέστη, του τραγικού Ευριπίδειου ήρωα, στον οποίο αποδίδεται η μητροκτονία όχι ως εκδίκηση για τη δολοφονία του πατέρα του από τη μητέρα του, αλλά ως ένα άλλο «οιδιπόδειο» σύμπλεγμα, που επινοεί ο ψυχαναλυτής Δρακουλίδης με τη συγκυρία και άλλων οιονεί αμαρτημάτων.

Συναφώς, παρατραβηγμένη η ψυχαναλυτική θεωρία του Φρόιντ για τα σεξουαλικά εγκλήματα μέσα από σεξουαλικά σύμβολα, όπως το μαχαίρι-σύμβολο του αντρικού μορίου, σύμφωνα με την άποψη του Νευρολόγου-Ψυχιάτρου Γ.Κ. Μαυραντώνη, που με τις άλλες παρατηρήσεις του πάνω στη μελέτη του Άθου Ερωτοκρίτου καλύπτουν το παράρτημα του βιβλίου.

Ενδιαφέρουσες ιδέες και διεισδυτικές σκέψεις ψυχαναλυτικής βιοθεωρίας και φιλοσοφικού συνάμα προβληματισμού για την «Ψυχολογία της κοινωνίας που επιβάλλει την τιμωρία» συναρθρώνουν το τελευταίο κεφάλαιο. Σημειώνει ο Άθως Ερωτοκρίτου στην καταληκτική παράγραφο, υπομιμνήσκοντας ότι οι εκδικητικές καταδίκες δεν αποδίδουν, καθώς και τις εισηγήσεις του Al.Staub για την προσιδιάζουσα επιστημονική μεταχείριση του εγκληματία: «Μόνο όταν η κοινωνία […] θα πάψει να αποβλέπει στην ικανοποίηση των τριών συναισθημάτων: εξιλέωσης, ανταπόδοσης και ανταμοιβής για τον κοινωνικό απαγορευμένο σαδισμό, μόνο τότε θα ικανοποιηθεί το αίσθημα της δικαιοσύνης […].

Αυτό, όμως, υπό τον όρο να γνωρίσουμε καλά την ψυχολογία του ενόχου…». Και ως κατακλείδα προεκτείνει στον Επίλογο και υπογραμμίζει τα συμπεράσματα του Αl.Staub «γιατί, για να γνωρίσουμε πιο βαθιά το έγκλημα και τα αίτιά του, για να μπορούμε να το θεραπεύσουμε ή να το προλάβουμε, πρέπει να γνωρίζουμε την ψυχολογία του εγκληματία, την ασύνειδη ζωή του, τα κίνητρα και τις ανάγκες του. Σήμερα, στις πιο πολλές χώρες, η θεραπευτική καταδίκη και με τους τρόπους που εφαρμόζεται, εξασφαλίζει στους περισσοτέρους ενόχους που έφτασαν στο έγκλημα, γιατί δεν μπόρεσαν να ελέγξουν τις παρορμήσεις τους, μια μεταχείριση διαφορετική από αυτήν που εφαρμόζεται στους κοινούς εγκληματίες».