Σημερινή

Δευτέρα, 19/11/2018
RSS

Η αλήθεια στα κατά συνθήκην ψεύδη

| Εκτύπωση | 13 Μάιος 2018, 18:00 | Της Χρυσοθέμιδας Χατζηπαναγή

ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ: ΠΡΟΣΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΠΑΡΑΓΡΑΠΤΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΤΟΥ ΜΑΣ

Ο ΨΕΥΔΟΕΥΛΑΒΗΣ ΕΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΨΕΥΔΟΗΘΙΚΟΣ ΑΝΗΘΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΗΣ ΘΡΑΣΥΔΕΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΠΟΠΛΑΝΗΣΗΣ ΕΝΣΑΡΚΩΝΕΤΑΙ ΣΤΟΝ «ΤΑΡΤΟΥΦΟ» ΤΟΥ ΜΟΛΙΕΡΟΥ, ΠΟΥ ΠΛΟΥΤΙΣΕ ΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΜΕ ΤΟΝ «ΤΑΡΤΟΥΦΙΣΜΟ», ΣΥΝΩΝΥΜΟ ΤΗΣ ΑΜΟΡΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑΣ

Οι ψευδαισθήσεις λοιπόν που μας τρέφουν και μας παραμυθιάζουν, υποκαθιστώντας τις τραγικές επώδυνες πραγματικότητες είτε τις απραγματοποίητες φρούδες ελπίδες. Γιατί ποιος, παρότι μη ασυμβίβαστος με τις καταλυτικές ανατροπές του χρόνου, θα ’θελε να «μαραθεί, να σαπίσει και να γεράσει»; Και ποιος, εξάλλου, Αμμοχωστιανός θα ξέγραφε την επιστροφή στην αγαπημένη πόλη, έστω κι αν ένιωσε να βουλιάζουν στην αμμουδιά της τα βήματα των ευρωβουλευτών κατά την εκεί πρόσφατη επίσκεψή τους


Ψέματα ή αλήθεια κάποιος προτίμησε να στολίσει το μαγιάτικο στεφάνι του με ψεύτικα λουλούδια, για να χαίρεται τα αληθινά στον κήπο του. Άλλωστε, όπως σημείωσε στον επίλογο του επίκαιρου χρονογραφήματός του, οι ψεύτικες αγάπες, οι ψεύτικοι όρκοι, οι ψεύτικες υποσχέσεις και τόσες άλλες μικρές ή μεγάλες ψευδολογίες έχουν γίνει συνήθεια στη ζωή μας. Κάτι σαν δεύτερη αναπόδραστη φύση, το επίκτητο γονιδίωμά μας θα πρόσθετα, παραπέμποντας σ’ εκείνα τα «Τεχνητά Άνθη» του Καβάφη από τα «Κρυμμένα Ποιήματά» του, όσο κι αν τα αποκρυπτογραφούμε στις αλληγορικές τους προεκτάσεις: «Δώστε με άνθη τεχνητά - οι δόξες του τσινιού και του μετάλλου/ -που δεν μαραίνονται και δεν σαπίζουν, με μορφές που δεν γερνούν».

Οι ψευδαισθήσεις λοιπόν που μας τρέφουν και μας παραμυθιάζουν, υποκαθιστώντας τις τραγικές επώδυνες πραγματικότητες είτε τις απραγματοποίητες φρούδες ελπίδες. Γιατί ποιος, παρότι μη ασυμβίβαστος με τις καταλυτικές ανατροπές του χρόνου, θα ’θελε να «μαραθεί, να σαπίσει και να γεράσει»; Και ποιος, εξάλλου, Αμμοχωστιανός θα ξέγραφε την επιστροφή στην αγαπημένη πόλη, έστω κι αν ένιωσε να βουλιάζουν στην αμμουδιά της τα βήματα των ευρωβουλευτών κατά την εκεί πρόσφατη επίσκεψή τους.

Έστω κι αν άπιαστο κι απατηλό μάς φαίνεται το όνειρο, ύστερα από 44 χρόνια ματαίωσης των εναγώνιων πόθων, εξακολουθούν να ισχύουν οι νόμοι της επιβίωσης, της εγκαρτέρησης και της προσμονής παρά τις κατά συρροήν διαψεύσεις και τις συνακόλουθες απογοητεύσεις από τα «κατά συνθήκην ψεύδη», που προσυπογράφουν ωστόσο την απαράγραπτη αλήθεια του νόστου μας.

Αυτό το οιονεί ζωτικό ψεύδος της προσδοκίας και της απαντοχής, της επιμονής και της πίστης, που εξισώνεται με την α-λήθεια της μνήμης για την απελευθέρωση των σκλαβωμένων εδαφών μας, όχι μόνο δεν έχει καμιά σχέση, αλλά στηλιτεύει τον εις βάρος μας διαιωνιζόμενο εμπαιγμό, τον δόλο και την απάτη, την υποκρισία και τα απροκάλυπτα ή συγκεκαλυμμένα «κατά συνθήκην ψεύδη», που μας υπενθυμίζουν τους διαχρονικούς αφορισμούς του ομώνυμου γνωστού έργου(1883) του Μαξ Νορντάου.

Οι ιδέες του, επενδυμένες με τη νεότευκτη τότε μαρξική ορολογία, εκλύονται ρηξικέλευθες από τον ηθικολογικό πυρήνα της κοσμοθεωρίας του, όπως καταφαίνεται στα ενδεικτικά αποσπάσματα: «Η μεγάλη ασθένεια της εποχής μας είναι η δειλία. Δεν έχουμε θάρρος να πούμε ανοιχτά τη γνώμη μας, ν’ αναλάβουμε ευθύνη για όσα πιστεύουμε στ’ αλήθεια». Και η κατά Νορντάου χειρότερη αντίφαση: «Δεν θέλουμε να ψυχράνουμε κανέναν, ούτε να χτυπήσουμε καμιά πρόληψη. Κι αυτό το λέμε σεβασμό των πεποιθήσεων του άλλου. Αλλά οι άλλοι είναι εκείνοι που δεν σέβονται καθόλου τις δικές μας πεποιθήσεις, τις κακολογούν, τις κυνηγάνε με μίσος».

«…όταν στα υπάρχοντα καθεστώτα δεν βλέπουμε παρά συστήματα κενά από κάθε νόημα, σάπια, ή νεκρά πρέπει να ανεχθούμε τους φόβους και τις επαναστάσεις, τα ξεσπάσματα χαράς απελπισμένης, που θα δοκίμαζε ένας ζωντανός άνθρωπος κλεισμένος σ’ ένα λάκκο μαζί με νεκρούς ή ένας άνθρωπος λογικός υποχρεωμένος να ζει με τρελούς αναγκα­σμένος, για να αποφύγει την οργή των τρελών, να συμμερίζεται όλες τις τρέλες τους».

Ανάγλυφη η υποκρισία, που αφορά την Αμερική του 17ου αιώνα, αποτυπώνεται στο μυθιστόρημα του Ν. Χώθορν «Τhe scarlet letter»(1850). Μια νεαρή γυναίκα που διαπράττει το αμάρτημα της μοιχείας και φέρνει στο κόσμο ένα παιδί, διαπομπεύεται με τον βαναυσότερο τρόπο. Εκτίθεται μαζί με την κόρη της πάνω σε εξέδρα σε κοινή θέα ενώπιον της κοινότητας, ενώ ο πάστορας καταδικάζει τη μοιχαλίδα όχι μόνο να ζει στο περιθώριο, αλλά και να φέρει στο στήθος το κόκκινο γράμμα «Μ», διά βίου στίγμα του αμαρτήματός της.

Το ψυχοπαθολογικό στοιχείο ωστόσο της υπόθεσης, που αναδεικνύει το άκρον άωτον της υποκρισίας, έγκειται στο γεγονός ότι ο πάστορας, που της επιβάλλει τη βίαιη ταπεινωτική καταδίκη, είναι ο εραστής και ο πατέρας του παιδιού της. Ο ψευδοευλαβής επίσης και ψευδοηθικός ανήθικος άνθρωπος της θρασυδειλίας και της αποπλάνησης ενσαρκώνεται στον «Ταρτούφο» του Μολιέρου, που πλούτισε το παγκόσμιο λεξιλόγιο με τον «ταρτουφισμό», συνώνυμο της αμοραλιστικής υποκρισίας.

Το κυνικό υποκείμενο

Στην πολυπρισματική μετανεωτερική εποχή μας η υποκρισία, εντούτοις, προβάλλει με τη λεοντή της αυτοεξυμνούμενης πανουργίας του κυνισμού. Ο Ζίζεκ στην «Κριτική του Κυνικού Λόγου»(1983) υποστηρίζει ότι το κυνικό υποκείμενο έχει σαφώς επίγνωση της απόστασης ανάμεσα στο ιδεολογικό προσωπείο και την κοινωνική πραγματικότητα, εξακολουθεί μολαταύτα να επιμένει στο προσωπείο. Ο κυνικός λόγος δεν είναι πλέον αφελής, αλλά ένα παράδοξο πεφωτισμένης ψευδούς συνείδησης: ξέρει κανείς πολύ καλά το ψεύδος, έχει πλήρη επίγνωση του επιμέρους συμφέροντος, που κρύβεται πίσω από την ιδεολογική καθολικότητα, και όμως δεν την αποποιείται.

Το προσωπείο του κυνισμού αυτού δεν είναι μια άμεσα ανήθικη θέση, συνιστά μάλλον την ηθικότητα στην υπηρεσία της ανηθικότητας-το μοντέλο της κυνικής σοφίας είναι να συλλαμβάνει την εντιμότητα, την ακεραιότητα, ως την υψηλότερη μορφή ατιμίας και την ηθική ως την υψηλότερη μορφή ακολασίας ή την αλήθεια ως την αποτελεσματικότερη μορφή ψεύδους.

Και απομένει το αιωρούμενο ερώτημα: όταν ο άνθρωπος δεν μεταχειρίζεται τέτοιου ήθους ανήθικες συμπεριφορές χάνεται η αξία του; Και όμως, όσο κι αν βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα απαξιώνεται και παραγνωρίζεται, δεν χάνεται. Γιατί όσο κι αν κάναμε τη ζωή μας «ξένη, φορτική», ισχύει αυτό που υποστηρίζει ο Νίτσε στη «Θέληση της Δύναμης»: «Όσο μεγαλύτερη είναι η ουσία της πραγματικότητας και η ψυχική δύναμη του ανθρώπου, τόσο περισσότερο αναπηδά από μέσα προς τα έξω η φυσιογνωμία του· όταν είναι μικρή η δημιουργική δύναμη, η προσωπικότητα διαπλάθεται από τα έξω προς τα μέσα». Διαμορφώνεται, δηλαδή, κάτω από την επίδραση προτύπων που οι κατεστημένες συνθήκες προωθούν κι επιβάλλουν.

Και ένα δυναμικό πάντα πρότυπο και σταθερό ορόσημο αναφοράς δεν είναι άλλο από το πρόσωπο της μάνας, της μοναδικής ανάμεσα στα τόσα ψέματα Αλήθειας του κόσμου. Και καθώς σήμερα γιορτάζεται η Παγκόσμια Ημέρα της Μητέρας, ας θυμηθούμε το συγκινητικό κείμενο του Αbbas Mahmoud Al Akkad «Η Μάνα μου δεν έλεγε αλήθεια πάντα: «Η μάνα μου μού είπε ψέματα οχτώ φορές. Αυτή η ιστορία ξεκινάει με τη γέννησή μου-ήμουν μοναχογιός μιας οικογένειας πολύ φτωχής. Δεν είχαμε ούτε τα απαραίτητα για να καλύψουν τις ανάγκες μας. Όταν καμιά φορά βρίσκαμε λίγο ρύζι για φαγητό, η μάνα μου μού έδινε το μερίδιό της και μου έλεγε, ενώ κένωνε το πιάτο της στο δικό μου: Φάε αυτό το ρύζι παιδί μου, εγώ δεν πεινάω. Αυτό ήταν το πρώτο της ψέμα!

Μητρικά… ψέματα

»Όταν μεγάλωσα λίγο, η μάνα μου πήγαινε, αφού τελείωνε με τις δουλειές του σπιτιού, στο διπλανό ποτάμι για ψάρεμα, με την ελπίδα να πιάσει ένα ψάρι για να με βοηθήσει στην ανάπτυξη του σώματός μου-κι όταν μια φορά έπιασε δύο ψάρια, έτρεξε στο σπίτι και ετοίμασε το φαγητό και έβαλε τα δυο ψάρια μπροστά μου. Εγώ άρχισα να τρώω το πρώτο ψάρι κι αυτή έτρωγε ό,τι περίσσευε από το κρέας και τ’ αγκάθια.

»Η καρδιά μου ράγισε γι’ αυτήν, της έβαλα το δεύτερο ψάρι μπροστά της να το φάει. Αυτή όμως μου το επέστρεψε αμέσως λέγοντας: Φάγε παιδί μου και το δεύτερο ψάρι, δεν το ξέρεις ότι δεν μ’ αρέσουν τα ψάρια; Αυτό ήταν το δεύτερό της ψέμα! Όταν μεγάλωσα, έπρεπε να πάω σχολείο, αλλά λεφτά δεν είχαμε γι’ αυτό η μάνα πήγε σε έναν έμπορα και έκλεισε μαζί του μια συμφωνία.

»Να γυρνάει στα σπίτια και να πουλά ρούχα στις γυναίκες. Ένα βροχερό βράδυ η μάνα μου άργησε στη δουλειά της. Πήγα έξω στους γύρω δρόμους να τη βρω. Την βρήκα να κουβαλάει τα εμπορεύματα και να χτυπάει τις πόρτες. Της φώναξα: μάνα ας επιστρέψουμε στο σπίτι, είναι πολύ αργά και κάνει πολύ κρύο. Μπορείς να συνεχίσεις τη δουλειά το πρωί. Αυτή χαμογέλασε λέγοντας: μα δεν είμαι κουρασμένη, παιδί μου.

»Αυτό ήταν το τρίτο της ψέμα! Μια μέρα είχα τις εξετάσεις του τέλους της χρονιάς, η μάνα μου επέμενε να έρθει μαζί μου. Εγώ μπήκα στην τάξη, ενώ αυτή με περίμενε στον καυτό ήλιο. Όταν βγήκα, με αγκάλιασε με στοργή και αγάπη και μου έδωσε ευχή για καλή επιτυχία. Μαζί της βρήκα ένα ποτήρι με κρύο χυμό, το ήπια μέχρι που ξεδίψασα. Παρόλο που η αγκαλιά της μάνας μου ήταν πιο κρύα και πιο ασφαλής.

»Ξαφνικά, κοίταξα τη μάνα μου και είδα το πρόσωπό της να ιδρώνει από την πολλή ζέστη. Αμέσως της έδωσα το ποτήρι λέγοντας: πιες μάνα. Αυτή μου απάντησε: πιες εσύ παιδί μου, εγώ δεν διψάω. Εκείνο ήταν το τέταρτο ψέμα που μου είπε! Μετά τον θάνατο του πατέρα μου έπρεπε να ζήσει ως χήρα και μάνα με όλες τις ευθύνες του σπιτιού. Τώρα πια έπρεπε αυτή να ικανοποιήσει όλες τις ανάγκες μας. Η ζωή μας έγινε πιο δύσκολη, υποφέραμε από πείνα. Ο θείος μου έμενε δίπλα μας, ήταν καλός άνθρωπος, μας βοηθούσε με όσα μπορούσε. Όταν οι γείτονες είδαν την κατάστασή μας, πρότειναν στη μάνα μου να ξαναπαντρευτεί έναν άντρα για να μας βοηθήσει, αφού ήταν ακόμα μικρή.

»Αυτή όμως απέρριψε την ιδέα λέγοντάς τους: Δεν έχω ανάγκη για αγάπη. Εκείνο ήταν το πέμπτο της ψέμα! Όταν τελείωσα τις σπουδές μου και αποφοίτησα από το πανεπιστήμιο, βρήκα μια δουλειά. Αρκετά καλή, και πίστεψα πως είχε έρθει η ώρα η μάνα μου να ξεκουραστεί και να αναλάβω εγώ τα έξοδα του σπιτιού. Εκείνη τότε δεν είχε τη δυνατότητα να γυρνάει στα σπίτια να πουλά ρούχα. Οπότε πήγαινε κάθε πρωί λίγα λαχανικά στην αγορά και τα πούλαγε. Όταν δεν ήθελε να εγκαταλείψει τη δουλειά, της αφιέρωσα ένα μερίδιο από το μισθό μου.

»Η μάνα μου πάλι δεν πήρε τα λεφτά και μου είπε: Παιδί μου, κράτησε τα λεφτά σου, εγώ έχω λεφτά που μου φτάνουν. Ήταν η έκτη φορά που μου είπε ψέματα! Μαζί με τη δουλειά μου, συνέχισα τις σπουδές, ώστε να πάρω και μεταπτυχιακό. Πέρασα και αυξήθηκε ο μισθός μου. Η εταιρεία όπου δούλευα μου έδωσε την ευκαιρία για εργασία στη Γερμανία. Ένιωσα μεγάλη χαρά. Άρχισα να ονειρεύομαι μια καινούργια και ευτυχισμένη ζωή.

»Αφού ταξίδεψα και προετοίμασα το έδαφος, επικοινώνησα με τη μάνα μου και την κάλεσα να έρθει να ζήσει μαζί μου. Αυτή, όμως, δεν ήθελε να μ’ενοχλήσει, έτσι μου είπε: Παιδί μου, εγώ δεν έχω συνηθίσει τη ζωή της πολυτέλειας. Αυτό ήταν το έβδομο της ψέμα! Η μάνα μου μεγάλωσε και εμφάνισε καρκίνο. Έπρεπε να είχε δίπλα της κάποιον, για να την φροντίζει. Μα τι να κάνω που ήμουν πολύ μακριά;

»Άφησα λοιπόν τα πάντα και πήγα να την επισκεφτώ. Στο σπίτι μας την βρήκα καθηλωμένη στο κρεβάτι, αφού είχε εγχειριστεί. Όταν με είδε, προσπάθησε να χαμογελάσει. Η καρδιά μου όμως είχε ραγίσει, επειδή ήταν πολύ αδύναμη. Δεν ήταν η μάνα μου που ήξερα. Τα κλάματα έτρεχαν από τα μάτια μου. Η μάνα μου προσπάθησε να με παρηγορήσει λέγοντας: Μην κλαις παιδί μου, εγώ δεν πονάω. Αυτό ήταν το όγδοό της ψέμα! Κι αφού μου τα ’πε αυτά, έκλεισε τα μάτια της και δεν τα άνοιξε ποτέ ξανά».