Σημερινή

Τρίτη, 18/09/2018
RSS

Μαγιάτικες ιστορίες λουλουδιών

| Εκτύπωση | 06 Μάιος 2018, 18:00 | Της Χρυσοθέμιδας Χατζηπαναγή

Η ΦΥΣΗ ΣΤΗΝ ΙΔΙΟΜΟΡΦΙΑ ΤΗΣ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΑΦΘΟΝΙΑ ΤΩΝ ΧΡΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΠΟΧΡΩΣΕΩΝ

ΑΠΟ ΤΗ ΓΙΟΡΤΑΣΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ Ο ΜΑΪΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ ΚΙ ΑΣ ΜΗ ΒΡΗΚΕ ΟΠΩΣ ΠΑΛΙΑ ΣΕ ΚΑΘΕ ΠΟΡΤΑ ΕΝΑ ΣΤΕΦΑΝΙ. ΤΟΥ ΦΤΑΝΕΙ ΠΟΥ ΑΝΤΑΜΩΣΕ ΣΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ ΜΕ ΤΟΣΩΝ ΕΝΔΗΜΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΤΟΣΩΝ ΕΞΩΤΙΚΩΝ ΠΟΙΚΙΛΙΩΝ ΟΛΑΝΘΙΣΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ

Γιορτάζει λοιπόν και αναγαλιάζει ο κήπος μου μαζί με τους κήπους όλου του κόσμου τούτη την εποχή. Και πλέκει στον Μάη με τα μύρα και τις πολύχρωμες ευωδιές αμάραντο στεφάνι, όπως εκείνο που του έπλεξε με την απαράμιλλη γλώσσα του ο Κυρ-Αλέξανδρος στο «Θέρος-Έρος», ένα από τα ωραιότερά του διηγήματα


Είχε σκαλώσει η σκέψη στο κενό και οι λέξεις λικνιστές ανάμεσα σε εικόνες και μεταφορές δεν έβγαιναν να σεργιανίσουν στην οθόνη, πιο παγωμένη και πιο άδεια κι από «tabula rasa». Μα πώς να εμπνευστεί και τι ν’ αραδιάσει κανείς, αναμασώντας τα ίδια και τα ίδια της επανάληψης και της τύρβης; Αν έγραφα με τα παλιομοδίτικα σύνεργα, υπολόγισα μπροστά στον υπολογιστή, σίγουρα θα κατασπάρασσα το άσπρο χαρτί σε χίλια κομμάτια ή μήπως η μαγική εκείνη μυρωδιά του μολυβιού, που μου είχε καταντήσει φετίχ, θα μπορούσε να κατεβάσει τις φαεινές ιδέες;

Και ξάφνου, απάνω στο αποκορύφωμα της Άνοιξης ξεσπούν μεθυστικές οι ευωδιές σαν σε θαύμα μαγιάτικης μαγείας. Παραμερίζοντας τη σκόνη και τη δυσθυμία των ημερών, μια πανδαισία αναδύεται λαμπερών χρωμάτων κι ένα χάρμα διάφανων ιριδισμών παραληρεί στην καρδιά και φωτίζει τον νου. Γιατί από τη γιορταστική Πρωτομαγιά ο Μάιος είναι εδώ κι ας μη βρήκε όπως παλιά σε κάθε πόρτα ένα στεφάνι. Του φτάνει που αντάμωσε στο πανηγύρι της χαράς με τόσων ενδημικών ειδών και άλλων τόσων εξωτικών ποικιλιών ολάνθιστα λουλούδια. Σε μπαλκόνια και αυλές, σε κήπους και σε άλση, στις πόλεις και στις εξοχές και τραγουδά με φθόγγους Σολωμικούς: «Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη·/η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι».

Βγαίνω στον δικό μου κήπο, γιατί ο Μάης δεν θα ’ναι για πολύ εδώ. Κι ανάμεσα σε πήλινες και πλαστικές γλάστρες, σε δροσερά παρτέρια και πέτρινες ανθοδόχες εκστατική θαυμάζω τη φαντασμαγορική ομορφιά των λουλουδιών. Το καθένα και μια ιστορία, που πλέκει συνειρμούς κι αναρριχάται στα κράσπεδα άλλων καιρών σαν το αγιόκλημα, το γιασεμί και τη στεφανωτή μας κι ας μην άνοιξαν ακόμη τ’ ασπροκίτρινα και τα λευκά πέταλα της τρυφερής τους ανθοφορίας.

Το πιο παλιό από τα τρία είναι το γιασεμί, που μαζί με την καμέλια παραδίπλα, το ινδιάνικο γιασεμί και τη θεόρατη αροκάρια στη μια και στην άλλη γωνία της πρόσοψης δεν λένε καθόλου να γεράσουν, παρά μόνο θαλερά αναβιώνουν, συμπληρώνοντας φέτος 38 χρόνια ζωής, όση και η ηλικία του σπιτιού. Και τα τέσσερα τ’ αγαπώ όπως και την τρελή φουντωτή μας βουκεμβίλια, μα πιότερο με συγκινεί το γιασεμί.

Όχι μόνο γιατί «είτε βραδιάζει/είτε φέγγει/μένει λευκό/το γιασεμί», καθώς το απαθανάτισε ο Σεφέρης, αλλά γιατί δεν παύει καθημερινά να μου θυμίζει το πατρικό μου στην Αμμόχωστο. Κι εκεί ακριβώς όπως κι εδώ στόλιζε την είσοδο κι ήταν το καμάρι της μάνας, πιο πολύτιμο κι από αρχοντικό οικόσημο. Το είδα σε φωτογραφία, που μου έφεραν πριν από χρόνια, να θεριεύει πάνω από το συρματόπλεγμα και να φτάνει μέχρι την άκρη του δρόμου, τον οποίο, οποία τραγική ειρωνεία, το κατοχικό καθεστώς μοίρασε σε περίκλειστη και κατοικημένη περιοχή. Δεν ξέρω αν εκεί στην οδό Δερύνειας, λίγα βήματα πιο κάτω από την εκκλησία μας της Αγίας Ζώνης, ζει ακόμα στοιχειωμένο του σπιτιού μου το γιασεμί σε πείσμα του χρόνου και προπάντων του εισβολέα κατακτητή.

Ένας ζωντανός λουλουδόκοσμος

Από τις ζωντανές μνήμες του χτες, που όπου και να τις αγγίξεις πονούν για τη θαλασσοφίλητη πόλη και την άλλη σκλαβωμένη μας γη εδώ και 44 χρόνια, πίσω ξανά στον κήπο των εύοσμων λουλουδιών μου. Με εξαίρεση εκείνα τα άοσμα μα πανέμορφα των κάκτων, που άνοιξαν προχτές μόνο για μια μέρα, τραγουδώντας σε λεπταίσθητους λευκορόδινους τόνους το κύκνειό τους άσμα.

Ίσως και να ζήλεψε ο λουλουδόκοσμός μου και ν’ απόρησε πώς φύτρωσε από τα ολόχρονα αγκάθια η μοναδικότητα μιας τέτοιας εκτυφλωτικής ομορφιάς. Η φύση στην ιδιομορφία της, αλλά και στην υπεραφθονία των χρωμάτων και των αποχρώσεων, των σχημάτων και των αρωμάτων της! Από τ’ αθάνατα, τα κυκλάμινα και τα γεράνια, τους επιβλητικούς κρίνους και τις ίριδες του Βαν Γκογκ, τα βελούδινα μεταξάκια, τους στοχαστικούς πανσέδες, τις ξέγνοιαστες πετούνιες και το νοσταλγικό κοράλλι, μέχρι τα τριαντάφυλλα και τα γαρύφαλλα του έρωτα και της αγάπης.

Πώς να μην τα υμνήσουν οι ποιητές, όπως ο Παλαμάς σ’ εκείνο που αναδίνει «Ρόδου Μοσκοβόλημα» και όπως ο Βρεττάκος μέσα από τη συλλογή του «Φιλοσοφία των λουλουδιών»: «Αυτό το γαρύφαλλο, που κρατώντας το/ανάμεσα στα τρία μου δάχτυλα/το σηκώνω στο φως, μου μίλησε και/παρά τον κοινό νου μου το κατανόησα./Μι’ αλυσίδα από ατέλειωτους γαλαξίες/συνεργάστηκαν,/διασταύρωσαν κάτω στη γη φωταψίες/-το σύμπαν ολόκληρο πήρε μέρος στη/γέννηση/αυτού του γαρύφαλλου./Κι αυτό που ακούω είναι οι φωνές/των μαστόρων του μέσα του».

Όλα, λοιπόν, ωραία και ποιητικά, τα έχει ο κήπος μας και ακόμα πιο πολλά, που μερικών τα ονόματα δεν φρόντισα να μάθω, παρά μόνο τα βάφτισα με συναισθηματικές μετωνυμίες· όπως την «Κυθρέα» μας, ένα είδος μικρόφυλλης βιγόνιας με ολοκόκκινα ανθάκια-αστεράκια, που μας την έφερε ένας συντοπίτης φίλος του συζύγου, για να μην ξεχνά τις ρίζες και το χώμα της γενέτειράς του. Αν είναι δυνατόν να τα ξεχάσει. Η παρουσία του φουλιού, που σμίγει τη μυρωδιά του με του γιασεμιού δεν του το επιτρέπουν.

Μήτε και τα μπουμπούκια στις γαρδένιες, που έγιναν ολάκεροι θάμνοι και σε λίγο κι οι τέσσερεις θα ντυθούν τα νυφικά τους. Πώς να μην της έχω αφιερώσει το ποίημα «Της αυλής μου η Γαρδένια», παραθέτοντας εδώ τους τελευταίους στίχους: «κι ολοένα αναθάλλει και σκιρτά/στον κήπο της καρδιάς και της αυλής μου η Γαρδένια./Το καλοκαίρι καλωσορίζει κατάφορτη ολάσπρη αγκαλιά/λευκό ρυάκι αφρίζει αναρριγά/κι από άνθη της αγάπης πλημμυρίζει».

Γιορτάζει λοιπόν και αναγαλιάζει ο κήπος μου μαζί με τους κήπους όλου του κόσμου τούτη την εποχή. Και πλέκει στον Μάη με τα μύρα και τις πολύχρωμες ευωδιές αμάραντο στεφάνι, όπως εκείνο που του έπλεξε με την απαράμιλλη γλώσσα του ο Κυρ-Αλέξανδρος στο «Θέρος-Έρος», ένα από τα ωραιότερά του διηγήματα:

«Yπερέβησαν ήδη την στενήν πάροδον και εξήλθον εις τους χλοερούς διανθείς κάμπους. Mεθυστικόν άρωμα ανήρχετο από των απειραρίθμων ανθών, οι φράκται των αμπέλων έθαλλον με αγραμπελιά, και μ’ αιγοκλήματα και με ακανθώδεις θάμνους, τινές των αγρών εφαίνοντο αιμάσσοντες εις τας πρώτας ακτίνας του ηλίου από χιλίας μυριάδας παπαρούνας.

»Eναμίλλως ήνθουν το χαμαίμηλον και η καυκαλήθρα και η μολοχάνθη, τα αστεράκια και τα κιτρινούλια επρόβαλλον δειλώς τας ασθενείς κεφαλάς των εν μέσω της υπερκόμπου αφθονίας των κατερύθρων μηκώνων σημειούντων την υπεραιμίαν του έαρος. Aνώνυμά τινα ανθύλλια, χόρτα σταχυοειδή, σπαράγγια ακανθωτά και βεργιά και άλλα ανεμειγνύοντο εν μέσω του απείρου πλούτου της Xλωρίδος. Ήτο η Πρωτομαγιά η θεσπεσία, ήτο η άνοιξις εν πληθώρα ζωής, ετοίμη να παραδώση το σκήπτρον εις το δρεπανοφόρον θέρος.[…].

»O Σταθάκης, ο Mανώλης και τα άλλα παιδία, έτρεξαν αμέσως εις το μέρος του κτήματος, το διευθετημένον εις κήπον, και ήρχισαν να δρέπωσι ρόδα και κρίνους. Eίχαν κόψει αγραμπελιά καθ’ οδόν, και ήρχισαν να πλέκωσι στεφάνους και να τους φορώσιν εις την κεφαλήν, μετά τόσου ενθουσιασμού, μεθ’ όσου μικρόν πρότερον ανεζήτουν τον Mάην και το λυσοχόρταρον· μικροί ακούσιοι ειδωλολάτραι, διασώζοντες κατόπιν τόσων αιώνων ασυνείδητον την λατρείαν της φύσεως.

»H Mατή έκοψε λευκόν ρόδον κ’ εκόσμησε το παρθενικόν στήθος της. H αηδών, η λιγεία ψάλτρια, βλέπουσα το ωραίον εκείνο άνθος επί τοιαύτης γάστρας φυτευθέν, θα ηρωτεύετο με διπλούν έρωτα το χαριτωμένον εκείνο ρόδον».