Σημερινή

Τρίτη, 18/09/2018
RSS

Αιωρούμενα ερωτηματικά

| Εκτύπωση | 29 Απρίλιος 2018, 18:00 | Της Χρυσοθέμιδας Χατζηπαναγή

Η ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΣΕΝΑΡΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ

ΤΗΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΙΤΙΟΓΕΝΟΥΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ ΔΕΝ ΘΕΤΟΥΝ ΜΟΝΟ ΠΡΟΓΕΝΕΣΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΕΣ ΘΕΩΡΙΕΣ, ΑΛΛΑ ΠΟΛΥ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΑ, ΠΕΡΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ 4ΟΥ ΑΙΩΝΟΣ Μ.Χ., ΤΟ ΠΟΛΥΠΤΥΧΟ ΘΕΜΑ ΑΠΑΣΧΟΛΕΙ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ «ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΝ» ΤΟΥ, ΟΠΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΕΙ ΝΑ ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΕΙ ΤΗΝ «ΑΒΥΣΣΟ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ»

Ο Ντοστογιέφσκι, ωστόσο, στο κλασικό αριστούργημά του «Έγκλημα και Τιμωρία», εισδύει, μέσα από ηθικά διλήμματα και την ψυχογράφηση των χαρακτήρων, στις βαθύτερες δομές του ψυχικού βίου του ανθρώπου


Παραμένουμε συγκλονισμένοι από τα πρόσφατα εκ διαδοχής δύο εγκλήματα ως εάν η αποτρόπαιη δολοφονία στην Αγλαντζιά να τρίτωνε το κακό του διπλού στυγερού φόνου στον Στρόβολο. Ανυποψίαστοι φιλήσυχοι πολίτες να κατακρεουργούνται εκ προμελέτης είτε να φιμώνονται βίαια μέχρι θανάτου από αδίστακτους δράστες με το μυστήριο του εντοπισμού τους να παγώνει και να καταθλίβει ακόμη περισσότερο την τεταμένη ατμόσφαιρα.

Υπερβαίνοντας, ωστόσο, τις συστηματικές υποδείξεις της Αστυνομίας για αναμονή προς ολοκλήρωση των παρατεταμένων ερευνών, η αδημονία της κοινής γνώμης δεν έπαψε να κατασκευάζει σενάρια αστυνομικής φαντασίας και διογκωμένα αφηγήματα τεράτων και σημείων για την αυτεπάγγελτη εξιχνίαση των πρώτων φρικτών ανθρωποκτονιών.

Παρά τις καλπάζουσες, εντούτοις, υποψίες και τα ατεκμηρίωτα πρώιμα πορίσματα σπερμολογίας και εύκολης μάλιστα διασποράς τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για το ποιος ή ποιοι, το πότε, πού και πώς, μετέωρα υψώνονται στο στερέωμα της διηνεκούς απορίας τα γιατί μιας τέτοιας εγκληματικής πράξης, όπως και κάθε άλλης ειδεχθούς θυματοποίησης αθώων από θύτες-εγκληματίες.

Πέρα από τους τωρινούς αυτουργούς στη δική μας ανοικτή πλέον κοινωνία, που συνιστά ανομοιογενή πολυπολιτισμική μικρογραφία των μεγάλων αστικών κέντρων, ποια κίνητρα είχε ο πιλότος εκείνου του μοιραίου αεροσκάφους της Lufthansa, όταν συντρίβοντάς το στις Άλπεις τον Μάρτιο του 2015 παρέσυρε μαζί του στον θάνατο άλλους 149 ανθρώπους; Ποια νοσηρή εμμονή ακόμη ώθησε πριν από λίγες ημέρες τον 25χρονο οδηγό του λευκού βαν εναντίον πεζών σε κεντρικό δρόμο του Τορόντο, καταγράφοντας μαζί με τον τραγικό απολογισμό των δέκα νεκρών και των δεκαπέντε τραυματιών την φονικότερη επίθεση επί καναδικού εδάφους; Επίθεση που μας θύμισε προφανώς παρόμοιες θανατηφόρες επελάσεις τροχοφόρων σε πολυσύχναστα μέρη και τις κατά συρροήν τρομοκρατικές ενέργειες τζιχαντιστών σε ευρωπαϊκές ως επί το πλείστον πόλεις με εκατοντάδες νεκρούς και πληγωμένους.

Συγκεχυμένες προθέσεις

Τα ερωτηματικά συνωθούνται και όσο κι αν προκαλούν ψυχολογικού, κοινωνιολογικού ή θρησκευτικού περιεχομένου απαντήσεις, μένουν άλλα τόσα αμφιλεγόμενα έως αναπάντητα συγκεχυμένων είτε ανεξήγητων προθέσεων. Μήπως οι επίδοξοι εκτελεστές της μαζικής και απροκάλυπτης ανθρωποκτονίας επιζητούν τη φήμη του «αφηρωισμού» ή τουλάχιστον την έξοδο από την αφάνεια και τη δημόσια κακώς εννοούμενη αναγνωρισιμότητά τους; Πιστεύουν μήπως ότι, επιστρατεύοντας τους δικούς τους παρανοϊκούς κανόνες είναι υπεράνω των θεσπισμένων νόμων της πολιτείας;

Από ποιο σαδιστικό πάθος και εκδικητική μανία διακατέχονται, εκδηλώνοντας τέτοιου είδους μεφιστοφελικές αντιδράσεις; Χωρίς εμφανή σημεία διαταραγμένης προσωπικότητας και ανισόρροπου ψυχισμού, πού και πώς ν’ αναζητήσεις το νήμα στην άβυσσο της ψυχής και στον σκοτεινό λαβύρινθο του μυαλού ως προς τη δεδομένη στιγμή της σύλληψης και της εφαρμογής του σατανικού σχεδίου;

Την προβληματική της αιτιογενούς εγκληματικής συμπεριφοράς δεν θέτουν μόνο προγενέστερες και σύγχρονες ψυχολογικές θεωρίες, αλλά πολύ παλαιότερα, περί το τέλος του 4ου αιώνος μ.Χ., το πολύπτυχο θέμα απασχολεί τον Ιερό Αυγουστίνο στο δεύτερο βιβλίο των «Εξομολογήσεών» του, όπου επιχειρεί να διερευνήσει την «άβυσσο της ανθρώπινης συνείδησης».

Με εξομολογητικό πνεύμα αληθινής μετάνοιας απευθύνεται προς τον Θεό, καταλογίζοντας στον εαυτό του μεταξύ άλλων νεανικών ατασθαλιών και την κλοπή αχλαδιών, που έκαμνε στα δεκαέξι του χρόνια μαζί με συμμορία συνομηλίκων του περί τις μεταμεσονύκτιες ώρες. Κουβαλούσαν ολόκληρα φορτία, ρίχνοντάς τα στους χοίρους και αν έτρωγαν μερικά απ’ αυτά τα στυφά και άγευστα φρούτα οφειλόταν στο ότι ήταν απαγορευμένα, σαφής υπαινιγμός για τον πειρασμό του απαγορευμένου καρπού, την πτώση του ανθρώπου στην αμαρτία και την έξωσή του από τον παράδεισο.

Εξ αφορμής λοιπόν της επαίσχυντης, κατά τον ίδιον, πράξης του αυτής, που τη συνδέει με τη στέρηση και την αηδία προς το συναίσθημα της δικαιοσύνης, προβαίνει στη φιλοσοφική και ψυχογραφική ανατομία του εγκλήματος.

Το απόσπασμα σε γλαφυρή καθαρεύουσα ανήκει στη μετάφραση του Ανδρέα Δαλεζίου από το λατινικό πρωτότυπο του μεγάλου μυστικιστή θεολόγου και απηχεί τις διαχρονικές καταβολές και τις οδυνηρές συνέπειες της εγκληματικότητας: «Αναζητούμεν το αίτιον ενός εγκλήματος; Συνήθως δεν ικανοποιούμεθα προτού ανακαλύψωμεν εις τον κακούργον την επιθυμίαν να προσβάλη κάποιον εις τ’ αγαθά του εκείνα, τα οποία ωνομάσαμεν κατώτερα, ή τον φόβον μήπως τα χάση.

»Και τούτο, διότι οσονδήποτε και αν είναι ευτελή και ταπεινά, προς ζημίαν των ανωτέρων και ευεργετικωτέρων, έχουν όμως και αυτά την περιωπήν και το κάλλος των. Ο Α διέπραξε φόνον. Διατί τον διέπραξε; Διότι εποθούσε την γυναίκα ή το αγαθόν εκείνου, του οποίου αφήρεσε την ζωήν. Έκλεψε διά να ζήση ή εφόνευσεν εκ φόβου μη κλαπή το ιδικόν του αγαθόν, ή τέλος προέβη εις το έγκλημα, παρωθούμενος εις αυτό από το πάθος της εκδικήσεως.

»Μήπως εφόνευσεν απλώς και μόνον διά να φονεύση; Ποίος θα το επίστευε; Ελέχθη διά κάποιον άνθρωπον, που ήτο τέρας παραφροσύνης και αγριότητος, ότι ηρέσκετο να είναι και χωρίς λόγον βάρβαρος και σκληρός. Εντούτοις, ο ιστορικός (Σαλλούστιος) απεκάλυψε το ελατήριον, “εφοβείτο”, γράφει, “μήπως η απραξία του αποναρκώση τα χέρια του και την ψυχήν του”. Αλλά διατί, διά ποίον λόγον άραγε;

»Διότι χάρις εις την τοιαύτην διαρκή άσκησιν του εγκλήματος, ήλπιζε να κατασταθή κύριος της Ρώμης, ν’ αποκτήση τιμάς, πλούτον και ισχύν, ν’ απαλλαγή από τον φόβον των νόμων και από τα εμπόδια, που του παρενέβαλλαν η ασήμαντος πατρική περιουσία του και η συνείδησις της στυγεράς δράσεώς του. Εκείνο, λοιπόν, που αγαπούσε ο Κατιλίνας, δεν ήσαν τα εγκλήματα αυτά καθ’ εαυτά, αλλά ο σκοπός, που προσπαθούσε να επιτύχη με τα κακουργήματά του».

Τις μαξιμαλιστικές επιδιώξεις του Ρωμαίου συγκλητικού ή τη γνωστή «Συνωμοσία του Κατιλίνα» κατά της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας και συγκεκριμένα της ισχύος της αριστοκρατικής συγκλήτου, σύμφωνα με την ηθικολογική μονογραφία του Σαλλούστιου, ενσάρκωσε στο αποκορύφωμά τους αιώνες μετά και χωρίς καμιά ηθική αναστολή ο Χίτλερ, διαπράττοντας τα φρικαλεότερα των εγκλημάτων απέναντι στην ανθρωπότητα.

Ο Ντοστογιέφσκι

Ο Ντοστογιέφσκι, ωστόσο, στο κλασικό αριστούργημά του «Έγκλημα και Τιμωρία», εισδύει, μέσα από ηθικά διλήμματα και την ψυχογράφηση των χαρακτήρων, στις βαθύτερες δομές του ψυχικού βίου του ανθρώπου. Αναλύοντας επίσης τα εγκληματικά κίνητρα και τους αμυντικούς μηχανισμούς του κεντρικού του ήρωα, θέτει ψυχολογικά, ιδεολογικά και διαχρονικά υπαρξιακά ερωτήματα. Θα ήταν εποικοδομητικά ενδιαφέρον να εγκύψουμε στην ανατομία του εγκληματία, τις πράξεις, τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τους προβληματισμούς του, για να μελετήσουμε την ανακριτική μέθοδο που καταγράφεται στο έργο και στην οποία στηρίχτηκε μετέπειτα η «επιστήμη» της ανάκρισης.

Η ιστορία ξεκινά με την ταυτόχρονη σχεδόν δολοφονία δύο γυναικών, μιας γριάς τοκογλύφου και της αδελφής της από έναν νεαρό φοιτητή που ζει υπό συνθήκες ένδειας στην Αγία Πετρούπολη. Ο Ρασκόλνικοφ, υποδυόμενος με φαντασιακή εμμονή ιδεοληψίας τον Νιτσεϊκό ρόλο του «εκλεκτού» υπερανθρώπου, πιστεύει ότι ατιμωρητί δικαιούται να εγκληματήσει για το καλό της ανθρωπότητας.

Μέσα από εξιλεωτικές διεργασίες στα άδυτα της σκέψης του επικρατεί, κατ’ αρχήν, το βασανιστικό ερώτημα για το αν είναι ο ίδιος εγκληματίας, εφόσον άλλοι είναι υπαίτιοι για τους πολέμους και τα εκατομμύρια θανάτους, που συνεπάγονται ανά τον κόσμο, και όχι μόνο δεν τιμωρούνται, αλλά απεναντίας πολλοί εξ αυτών ηρωοποιούνται. Και όταν ακόμη αποφασίζει να παραδοθεί και να υποστεί την καταδίκη των οκτώ χρόνων φυλάκισης και των καταναγκαστικών έργων στη Σιβηρία, μέσα στην εναγώνια υπαρξιακή του πάλη κατατρύχεται από το αίσθημα της αδικίας και της αγανάκτησης, καθώς έχει τιμωρηθεί από μιαν κοινωνία, όπου διαπράττονται τα μεγαλύτερα ατιμώρητα εγκλήματα.

Αλίμονο όμως εάν σε οποιαδήποτε αδικία εγκληματικότητας και βίας αντιδρούσε κανείς με την αυτοδικία βίαιων δολοφονιών, επικαλούμενος το δήθεν δικαίωμα του κοινωνικού αναμορφωτή. Πέρα από την αποκατάσταση της δικαιοσύνης, ως αντίδοτα λυτρωτικής κάθαρσης στην αποδιοργάνωση της ψυχής του Ρασκόλνικοφ θα λειτουργήσουν η πίστη, η ανιδιοτελής αφοσίωση, η αλληλεγγύη και η αγάπη της Σόνιας, «την αγίας αμαρτωλής», που θα συμπορευθεί μαζί του στην ηθική αναγέννηση μιας καινούργιας ζωής.

Το ερώτημα, που αενάως αιωρείται πολύ πριν και πολύ μετά τον Ντοστογιέφσκι, είναι πότε επιτέλους θα αντικατασταθεί το «homo homini lupus» με τον ηθικό ανθρωπισμό της αρμονικής συνύπαρξης σε μιαν αναγεννημένη κοινωνία της ευνομίας και της δικαιοκρατίας και όχι της αδικίας, της αντιδικίας ή της αυτοδικίας. Για να μη σκοτώνει ο Οιδίποδας εν βρασμώ τον πατέρα του σε κανένα δίστρατο από άγνοια της ταυτότητάς του, μήτε τον Ορέστη να κυνηγούν της μητροκτονίας του οι Ερινύες, αλλά ούτε και η Μήδεια από άλογο ερωτικό πάθος συζυγικής εκδίκησης να σφαγιάζει τα παιδιά της.

Και επί πλέον, κανένας Γιάννης Αγιάννης να έρχεται στην ανάγκη να κλέψει από ψωμί μέχρι ασημένια καντηλέρια. Επίμονο ζητούμενο δεν είναι το ασύλληπτο όραμα, αλλά η πραγμάτωση μιας ανθρωποκεντρικής παιδείας μέσα από την καλλιέργεια της αρετής, την αγωγή της σωφροσύνης και την παιδαγωγία της αγάπης.