Σημερινή

Πέμπτη, 15/11/2018
RSS

Ένα δάσος βιβλία φυλλοβόλα και αειθαλή

| Εκτύπωση | 22 Απρίλιος 2018, 18:00 | Της Χρυσοθέμιδας Χατζηπαναγή

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΒΙΒΛΙΟΥ ΚΑΙ Η ΑΘΗΝΑ ΩΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΒΙΒΛΙΟΠΟΛΗ

ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ, Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΕΔΡΑΖΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΙΝΙΓΜΑΤΙΚΗ ΙΔΙΟΤΥΠΙΑ, ΤΗΝ ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΞΟΤΗΤΑ, ΤΗΝ ΠΟΛΥΣΗΜΙΑ, ΤΗΝ ΑΥΤΟΑΝΑΦΟΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΗΣ. ΤΗ ΔΙΑΦΟΡΑ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΛΕΙΤΑΙ ΝΑ ΚΡΙΝΕΙ Ο ΑΣΚΗΜΕΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ, ΟΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΣΕ ΘΕΣΗ ΝΑ ΑΠΟΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΣΕΙ ΤΑ ΚΡΥΠΤΙΚΑ ΝΟΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΚΡΥΜΜΕΝΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΤΗΣ ΑΛΗΘΙΝΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

Αν και θα ήταν σουρεαλιστικός ετεροχρονισμός, μήπως ο Πλάτων να υπονοούσε όχι τα καλά αλλά τα κακόγουστα και αντιλογοτεχνικά βιβλία, για να μην τα χαρακτηρίσουμε με απόλυτους αφορισμούς ευτελή και κακάσχημα;


Η αυριανή Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου συγκομίζει το χαρμόσυνο γεγονός μιας τιμητικής διοργάνωσης, που διεκδίκησε και κέρδισε επαξίως η Αθήνα από την UNESCO τον Σεπτέμβριο του 2016. Με αφετηρία τη Μαδρίτη το 2001 και μετά την επιτυχή διαδρομή σε πολυάνθρωπες είτε μικρότερες πρωτεύουσες του κόσμου, η φετινή ανακήρυξη δεν καθιστά απλώς την ελληνική πρωτεύουσα ως παγκόσμια βιβλιόπολη, αλλά και υπομιμνήσκει μιαν από τις αρχέγονες καταβολές του βιβλίου: την κοιτίδα του δημιουργικού πνεύματος και τις γραπτές πηγές της διαχρονικής επί παντός επιστητού σοφίας των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, που ενέπνευσαν κορυφαία έργα της ανθρωπότητας και εξακολουθούν να εμπνέουν συγγραφικά αριστουργήματα.

Το συναρπαστικό συνθηματικό μήνυμα «Βιβλία Παντού» καθορίζει τους στόχους και τις πολυσχιδείς εκδηλώσεις του προγράμματος, που φιλοδοξεί με καινοτόμες δράσεις και διαδραστικές εκπαιδευτικές πρακτικές να αφήσει έντονη τη σφραγίδα στο σύγχρονο ελληνικό και οικουμενικό πολιτιστικό γίγνεσθαι. Αναγνώσεις σε απρόσμενες ώρες και ανύποπτες τοποθεσίες για τους περαστικούς, στρογγύλες τράπεζες με αγαπημένους Έλληνες και ξενόγλωσσους συγγραφείς, καθώς και αναλυτικές εμβαθύνσεις σε παλαιότερες και νεότερες εκδόσεις για τους βιβλιοφάγους.

Επί ένα ολόκληρο έτος, από τις 23 Απριλίου 2018 έως τις 22 Απριλίου 2019, η Αθήνα απευθύνει προσκλητήριο στους κατοίκους και στους επισκέπτες της, σε μικρούς και μεγάλους σε κάθε περιοχή της Ελλάδας και σε όλο τον κόσμο, να ανακαλύψουν λογοτεχνικούς θησαυρούς, να εντοπίσουν γνωστές έως άγνωστες πολιτιστικές πτυχές της πόλης, σε περισσότερα από 30 ιδρύματα, ινστιτούτα, βιβλιοθήκες και αναγνωστήρια διαφόρων πνευματικών χώρων της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Πρωτεύουσας του Βιβλίου, στα μεγάλα φεστιβάλ της, αλλά και στις πιο απόμακρες υπαίθριες γωνιές της.

Το καλό βιβλίο, ως αδιαμφισβήτητο μορφωτικό αγαθό, που συνδέεται με τη χαρά της ζωής και την αισθητική απόλαυση της γόνιμης φιλαναγνωσίας, διατρέχει τις γειτονιές της πόλης και συναντά ευάλωτες ομάδες πληθυσμού.

Από φέτος λοιπόν τέλος στην κρίση του βιβλίου, που δοκίμασε τα τελευταία χρόνια της οικονομικής ύφεσης με εκδοτικούς επώνυμους οίκους να κλείνουν και πολλά βιβλιοπωλεία να φυτοζωούν μέχρις αφανισμού; Παρότι δεν σταμάτησαν να εμφανίζονται καινούργιοι ηχηροί τίτλοι της όποιας έντυπης ή ηλεκτρονικής λογοτεχνίας για παιδιά και ενήλικες, τώρα θα επελάσουν δριμύτεροι οι Έλληνες και ξένοι συγγραφείς, αναζητώντας διακαώς τους αναγνώστες τους;

Ένα πελώριο πυκνό δάσος από το κέντρο έως τις παρυφές με τα κατά τόπους φυτώρια με πόες, θάμνους και δέντρα αειθαλή αλλά και φυλλοβόλα, καρποφόρα και άκαρπα, παράσιτα φυτά και αναρριχώμενους κισσούς, άνθη εύοσμα ή άοσμα. Μιλώντας με μεταφορικούς συμβολισμούς φυτολογικών και δενδροκομικών όρων, προφανείς οι εικόνες των βιβλίων διαφόρων ειδών, μεγεθών και ποιοτήτων.

Για όλα τα αναγνωστικά επίπεδα, τα γούστα και τις γεύσεις ίσως να πρότειναν οι βιβλιοπώλες, οι πλείστοι των οποίων προσβλέπουν απλώς στις πωλήσεις του «εμπορεύματός» τους. Τα ράφια όμως και οι πάγκοι τους βρίθουν από τα ούτω καλούμενα «ευπώλητα» ή «εύπεπτα», ιδίως, μυθιστορήματα, πλην όμως οι ομοιότροπες σελίδες τους τυγχάνουν κακόγουστες και δύσπεπτες μέχρι νοσηρότητας.

Η γραφή και το «κακώς γράφειν»

Αν και θα ήταν σουρεαλιστικός ετεροχρονισμός, μήπως ο Πλάτων να υπονοούσε όχι τα καλά αλλά τα κακόγουστα και αντιλογοτεχνικά βιβλία, για να μην τα χαρακτηρίσουμε με απόλυτους αφορισμούς ευτελή και κακάσχημα; Συγκεκριμένα, ο συγγραφέας των Σωκρατικών διαλόγων, της Πολιτείας, του Συμποσίου και των Νόμων, που μας παρέδωσε αυτά τα απαράμιλλα ανά τους αιώνες μνημεία, θα ήταν παράδοξο να αντιμετωπίζει με καχυποψία τον γραπτό λόγο.

Τι υπαινίσσεται όταν ο Σωκράτης, ανακαλύπτοντας τον νεαρό Φαίδρο στον φερώνυμο διάλογο να κρύβει επιμελώς το χειρόγραφο του Λυσία, του εξηγεί ότι τη σκέψη δεν εκφράζουν οι γραπτές λέξεις, που είναι κουφές, εφόσον τις ρωτάς και δεν απαντούν; Μάλλον θα εννοούσε από τα συμφραζόμενα ότι είναι κούφιες, επειδή κρίνοντας το έργο του λογογράφου Λυσία, όπως και τα έργα των πολιτικών και νομοθετών αποφαίνεται ότι όχι το γράφειν αλλά το κακώς γράφειν φέρει αισχύνη.

Στο αυτοβιογραφικό επίσης κείμενο της 7ης Πλατωνικής επιστολής προειδοποιεί τους συνομιλητές του για τους κινδύνους που ελλοχεύουν πίσω από τα γραπτά κείμενα, αποτρέποντάς τους να γράφουν πολύ, γιατί δεν ξέρουν ποτέ ποιοι θα διαβάσουν τα γραπτά τους και πώς θα τα ερμηνεύσουν.

Παρόμοια επιφύλαξη θα διατυπώσει ο Θερβάντες σε μιαν παράλληλη αποφθεγματική γνώμη: «Εκείνος που κυκλοφόρησε ένα βιβλίο διέτρεξε έναν πολύ μεγάλο κίνδυνο από τους αναγνώστες του». Ο «Δον Κιχώτης» του εντούτοις όχι μόνο δεν βρέθηκε στο στόχαστρο κανενός αναγνώστη, αλλά απεναντίας το 2002 διακρίθηκε ως «το καλύτερο λογοτεχνικό έργο που γράφτηκε ποτέ» από τη Νορβηγική Λέσχη Βιβλίου βάσει των προτάσεων 100 συγγραφέων από 54 διαφορετικές χώρες.

Επανέρχεται επομένως από την αρχαιότητα μέχρι την Αναγέννηση και έως τις μέρες μας η προβληματική γύρω από τη λογοτεχνία και το αίτημα για το διαχρονικά αειθαλές βιβλίο. Εκείνο που δεν θα φυλλοροήσει ανάμεσα σε άλλα φύλλα και φτερά με το πρώτο φύσημα του ανέμου και τις σαρωτικές θύελλες των καιρών. Γιατί οι έξυπνοι συγγραφείς έχουν πάντα υπ’ όψιν αυτό που τους υπενθυμίζει ο ομότεχνός τους Φίτζεραλντ Σκοτ: «Δεν γράφεις επειδή θέλεις να πεις κάτι, αλλά επειδή έχεις κάτι να πεις». Ωστόσο, είναι και το πώς το λες, εφόσον «για τον λογοτέχνη το παν είναι η καλλιέπεια», κατά τον Παλαμά.

Ειδικότερα, η λογοτεχνικότητα της λογοτεχνίας εδράζεται στην αινιγματική ιδιοτυπία, την ανατρεπτική παραδοξότητα, την πολυσημία, την αυτοαναφορικότητα και την ομορφιά της γλώσσας της. Τη διαφορά ανάμεσα στη λογοτεχνία και την παραλογοτεχνία καλείται να κρίνει ο ασκημένος αναγνώστης, όπως πρέπει να είναι σε θέση να αποκωδικοποιήσει τα κρυπτικά νοήματα και τις κρυμμένες αλήθειες της αληθινής λογοτεχνίας.

Όσο κι αν ο λεγόμενος λογοτεχνικός κανόνας είναι κατά εποχές και κατά το αξιακό σύστημα του πολιτισμού τους μεταβλητός, υπάρχουν προφανώς κάποιες σταθερές, που επιβάλλουν τα έργα που άντεξαν στον χρόνο και θα συνεχίσουν αλώβητα να ανθίστανται σε αμφιλεγόμενα ρεύματα και πρόσκαιρες τεχνοτροπίες. Ποιος δεν θα διάβαζε σήμερα με ανανεωμένη ματιά και αισθητήριο αναγνωστικής τέρψης τον «Αλέξη Ζορμπά» του Καζαντζάκη, τον «Μπάρμπα-Γκοριό» του Μπαλζάκ, το «Μαγικό Βουνό» του Τόμας Μαν, την «Ανυπόμονη Καρδιά» του Τσβάιχ είτε το «Έγκλημα και Τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι και τη «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη, για να μην αναφέρουμε πλειάδα άλλων κλασικών πλέον μυθιστορημάτων από την παγκόσμια λογοτεχνία.

Στις σελίδες τους θαυμάζουμε την επινοητική αναπαραστατικότητα και την επαναστατική δημιουργικότητα των νέων ιδεών, την ψυχογραφική ανατομία των χαρακτήρων, την υποβλητική αφηγηματικότητα και τη λεπτοφυή εικονοπλαστική περιγραφή του τοπίου, καθώς και τη διεισδυτική αποτύπωση σκέψεων και συναισθημάτων.

Ένα καινούργιο πράγμα…

Όσον αφορά τον δημιουργικό συγγραφέα και τη λειτουργία της τέχνης του, ιδού πώς απάντησε σε συνέντευξή του ο Χέμινγουεϊ: «Από τα πράγματα που έχουν συμβεί, από τα πράγματα όπως υφίστανται, από όλα τα πράγματα που ξέρεις και από όλα εκείνα που δεν ξέρεις, φτιάχνεις κάτι με τη βοήθεια της επινοητικότητάς σου, το οποίο δεν είναι μια απεικόνιση αλλά ένα εντελώς καινούργιο πράγμα, πιο πραγματικό απ' οτιδήποτε πραγματικό και ζωντανό, και του δίνεις ζωή, και αν το κάνεις αρκετά καλά, του προσφέρεις την αθανασία. Γι’ αυτό γράφεις και για κανέναν άλλο λόγο που γνωρίζεις. Όμως, τι γίνεται με όλους εκείνους τους λόγους που κανένας δεν γνωρίζει;».

Ένα παράλληλο ερώτημα και εξ ίσου σημαντικό τίθεται για τους αναγνώστες όχι μόνο της φετινής Παγκόσμιας Πολιτιστικής Πρωτεύουσας του Βιβλίου, έχοντας «Βιβλία Παντού», αλλά για όλους τους φιλαναγνώστες ανέκαθεν και παντού ανά τον κόσμο: Γιατί διαβάζεις; Σε τι σου χρησιμεύει και σε τι σε ωφελεί η Λογοτεχνία; Εκτός από τις στερεότυπες ότι μας ταξιδεύει, διανοίγοντάς μας παράθυρα στον κόσμο, παραθέτουμε κάποιες απαντήσεις συγγραφέων, που είναι ταυτόχρονα και αναγνώστες:

«Η λογοτεχνία», υπογραμμίζει ο Κλάουντιο Μάγκρις, «χρησιμεύει στο να υποδεικνύει το νόημα της ζωής, εκφράζοντας αξίες με τρόπο έμμεσο, υπόγειο. Η λογοτεχνία δεν κάνει κηρύγματα, δεν έχει τίποτα να διδάξει με άμεσο τρόπο, είναι σε θέση όμως να δείξει, απεικονίζοντας τη ζωή, τι είναι το καλό και το κακό, η γενναιοδωρία και η ευτέλεια, ο έρωτας και το μίσος στην ύπαρξη των ανθρώπων. Με τον τρόπο αυτό επιτελεί, χωρίς να το θέλει, μια μοναδική λειτουργία: μας βοηθά να κοιταζόμαστε στον καθρέφτη και, ενίοτε, να ντρεπόμαστε για τον εαυτό μας».

Ενώ η Αμερικανίδα ανθρωπολόγος Μάρλο Μόργκαν επισημαίνει: «Η λογοτεχνία είναι ένας πολλαπλασιαστής των εμπειριών μας. Η ζωή μας, τόσο σύντομη και τόσο στερημένη, έχει την ευκαιρία με τη λογοτεχνία να γνωρίσει τον κόσμο μέσα από τις εμπειρίες των άλλων. Η λογοτεχνία επιτρέπει όμως και το ταξίδι στον χρόνο, στο παρελθόν και στο μέλλον, πλουτίζοντας έτσι ένα παρόν που είναι συχνά ασήμαντο».