Σημερινή

Τετάρτη, 19/09/2018
RSS

Τούλα Χατζηκωστή: Ένας κόσμος που χάθηκε

| Εκτύπωση | 15 Απρίλιος 2018, 18:00 | Της Χρυσοθέμιδας Χατζηπαναγή

ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΤΟΥ ΧΘΕΣ

ΑΝ, ΕΠΟΜΕΝΩΣ, ΚΑΤΑ ΣΥΝΕΙΡΜΙΚΗ ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ ΣΤΗ «ΓΛΥΚΕΙΑ ΧΩΡΑ ΚΥΠΡΟ» ΤΟΥ ΧΡΟΝΙΚΟΥ ΤΟΥ ΜΑΧΑΙΡΑ, Η ΜΙΚΡΟΓΡΑΦΙΑ ΕΔΩ ΤΟΥ ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΟΥ ΧΡΟΝΙΚΟΥ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΖΕΤΑΙ ΕΥΣΤΟΧΩΣ ΣΤΟΝ ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΟ ΤΟΥ ΥΠΟΤΙΤΛΟ ΑΠΟ ΤΟ ΟΞΥΜΩΡΟ ΤΩΝ «ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΩΝ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ», Ο ΤΙΤΛΟΣ ΣΚΟΠΙΜΩΣ ΥΠΟΔΗΛΟΙ ΤΗΝ ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΤΗΣ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗΣ Ή ΕΣΤΩ ΤΗΣ ΑΜΦΙΣΗΜΙΑΣ ΤΟΥ

Συνταξιδεύοντας με τη συγγραφέα, συνοψίζουμε αδρομερώς το δρομολόγιο των μακρινότερών της αναμνήσεων, αλλά και κοντινότερων στη λήθη του χρόνου. Προανάκρουσμα στο προοιμιακό κεφάλαιο ο βραχνός σαν κόρνου ήχος της «λαστιχένιας μπουρού, που ’μοιαζε με βυζί κατσίκας».


Η Τούλα Χατζηκωστή, σε αντίθεση με επιτηδευμένες τεχνικές μιας εντυπωσιοθηρικής αφηγηματογραφίας, κατέχει την τέχνη της ζωντανής αφήγησης, που αναδεικνύει τη δύναμη της επικοινωνιακής αναγνωστικής αμεσότητας, αλλά και τη μέθεξη της συνοδοιπορίας στ’ αχνάρια ανθρώπων της αλλοτινής κυπριακής κοινωνίας, όπως και σε κρίσιμες καμπές δραματικών γεγονότων από την πρόσφατη Ιστορία του τόπου μας. Έτσι, η αλήθεια της αυθεντικής βιωματικής γραφής αποτυπώνεται με την απέριττη εκφραστική αρτιότητα της φιλολόγου συγγραφέως και τη συνοχή των αυτοτελών αναδιηγηματικών δρώμενων στη δομική συνάρθρωση της ευθύγραμμης ροής είτε της εγκιβωτιστικής τους αναδρομής.

Η παραστατική αναβίωση των οικογενειακών περιπετειών και των αυτοαναφορικών κομβικών σημείων από τη νεανική ζωή της αφηγήτριας-συγγραφέως συνηχούν αντιστικτικά και εξελικτικά ερμηνεύονται μέσα στις ανατρεπτικές αλλαγές του ευρύτερου κοινωνικοπολιτικού γίγνεσθαι από τις αρχές και τα μέσα του περασμένου αιώνα μέχρι τις τραγικές στιγμές του 1974 με τους ρυθμούς κινηματογραφικής πρόσληψης σε μιαν οιονεί μυθιστορηματική αυτοβιογραφία ημερολογιακής καταγραφής.

Αν, επομένως, κατά συνειρμική παραπομπή στη «γλυκεία χώρα Κύπρο» του Χρονικού του Μαχαιρά, η μικρογραφία εδώ του αφηγηματικού χρονικού προσδιορίζεται ευστόχως στον επεξηγηματικό του υπότιτλο από το οξύμωρο των «γλυκόπικρων αναμνήσεων», ο τίτλος σκοπίμως υποδηλοί την πρόκληση της αμφισβήτησης ή έστω της αμφισημίας του. Ένας κόσμος δεν γίνεται να χάθηκε, καθότι οι γεννήτορες κρατούν άσβηστη τη φλόγα στις καρδιές των απογόνων, όπως ακριβώς αφήνουν έντονη τη σφραγίδα των έργων και των ημερών τους στις 200 σελίδες του άρτι εκδοθέντος βιβλίου της Τούλας Χατζηκωστή.

Ο χαμός μόνον ως απώλεια μπορεί να εννοηθεί της ευτυχισμένης ζωής και των ιδανικών των ανθρώπων πριν από την καταστροφή και τον θάνατο της κυπριακής τραγωδίας και όχι ως ζώσα μνήμη, καθώς διευκρινιστικά το ομολογεί και η ίδια στον επίλογο της συγγραφικής της κατάθεσης: «…έκλαια για τον κόσμο που χάθηκε. Τον κόσμο τον δικό μου, που ήταν συνάμα και της Κύπρου. Τον κόσμο της ξεγνοιασιάς, της αγάπης, τον κόσμο που σεβόταν τον διπλανό του, που γελούσε, που έλεγε αστεία. Έκλαια για τον κόσμο της Μόρφου, της Βατυλής, της Κερύνειας, που τώρα θα έμενε μόνο στη μνήμη και που έπρεπε να συντηρώ στον νου μου, να μη χαθεί, να μείνει ζωντανός».

Σ’ αυτόν τον κόσμο, λοιπόν, του δικού της οικογενειακού και συγγενικού περίγυρου, που, όπως και εκείνος ο παλαιότερος στον μνημειώδη πίνακα του Διαμαντή, λειτουργεί συνεκδοχικά για ολόκληρο τον κόσμο της Κύπρου, δίνει φωνή μέσα από ζωντανούς καθημερινούς διαλόγους, ζωηρές εναλλασσόμενες περιγραφές και μαυρόασπρα φωτογραφικά στιγμιότυπα, ορισμένα των οποίων εικονίζονται ενδεικτικά στο εξώφυλλο και στα εσώφυλλα του βιβλίου.

Ένα οδοιπορικό εικονοπλαστικής εντοπιογραφίας με τα χρώματα της κυπριακής γης, που το νοερό νήμα της περιδιάβασής του συνδέει τρεις ανισομερείς ενότητες διακριτών σταθμών: τα μαθητικά και φοιτητικά χρόνια της αφηγηματογράφου, από το τέλος της δεκαετίας του 1940 έως τις αρχές της δεκαετίας του 1960, με παρέμβλητες αναφορές στις προγενέστερες εποχές των παππούδων και των γιαγιάδων της, αλλά και με ιδιαίτερη μνεία στο Δημοψήφισμα του Γενάρη του 1950, στην προετοιμασία και τη διεξαγωγή του Απελευθερωτικού μας Αγώνα· η επόμενη δεκαετία, που σηματοδοτείται από την Τουρκανταρσία του 1963-64 και τη δεκαετία της ευημερίας της Κύπρου, αλλά και την αρχή του τέλους της με τη δράση της ΕΟΚΑ Β΄ και τις καταλυτικές εμφύλιες διαμάχες στην εκκλησιαστική ηγεσία και σε φανατισμένες μερίδες του λαού· την επωδό συνιστούν οι σελίδες της τουρκικής εισβολής, της προσφυγιάς και των άλλων οδυνηρών της συνεπειών για τον Κυπριακό Ελληνισμό, που διαιωνίζονται μέχρι σήμερα.

Δρομολόγιο αναμνήσεων

Συγκεκριμένα, συνταξιδεύοντας με τη συγγραφέα, συνοψίζουμε αδρομερώς το δρομολόγιο των μακρινότερών της αναμνήσεων, αλλά και κοντινότερων στη λήθη του χρόνου. Προανάκρουσμα στο προοιμιακό κεφάλαιο ο βραχνός σαν κόρνου ήχος της «λαστιχένιας μπουρού, που ’μοιαζε με βυζί κατσίκας». Το παραδοσιακό αργοκίνητο λεωφορείο, εκτός από τα τρία μικρά παιδιά με τους γονείς και τον σκύλο τους, μεταφέρει έως επάνω στην οροφή του το νοικοκυριό της μετακόμισής τους από την Επτακώμη στην κωμόπολη της Μόρφου, σε μιαν ακόμη από τις συχνές μεταθέσεις του δασκάλου πατέρα.

Έκπληκτα τα μάτια αντικρίζουν έναν κόσμο διαφορετικό από εκείνον που γνώριζαν μέχρι χτες: από το πετρόκτιστο Γυμνάσιο, δωρεά του Καμιντζή, ίσαμε τις γραμμές του τρένου, που μετέφερε μαζί με τους λιγοστούς βρακάδες επιβάτες εμπορεύματα στο λιμάνι της Αμμοχώστου· επί πλέον, την προσοχή τους ελκύουν τα ευρύχωρα αρχοντικά, τα καταπράσινα περιβόλια και οι λουλουδιασμένοι κήποι, καθώς και το σπιτικό της διαμονής τους με τη βεράντα και τις στρογγυλές κολόνες από πελεκητή πουρόπετρα, που θύμιζε εκείνες του Βαρωσιού.

Η μεγαλύτερη χαρά, ωστόσο, ήταν η συνάντηση με τους «παππούδες», τη φυσιογνωμία, τις αρετές, τις συνήθειες και τις ενασχολήσεις των οποίων η συγγραφέας σκιαγραφεί στο δεύτερο κεφάλαιο. Εκτός από την αρχόντισσα και πανέξυπνη γιαγιά της, στην οποία υποτασσόταν τρυφερά ο Τσαούσιης παππούς της, που τον έτρεμαν οι κλέφτες και φονιάδες της εποχής του, αναφέρεται και στη μητέρα του, την πρόγιαγιά της Αθανασία Πέτρου από τη Βώνη, που ελάμβανε μέρος και νικούσε σε γυναικείους αγώνες πάλης στην Κυθρέα.

Στη συνέχεια περιγράφει τα δωμάτια, τη δενδροφυτεμένη αυλή με τις ευωδιές των γιασεμιών, που ποτιζόταν με «τις δησιές», και τα βοηθητικά υποστατικά του σπιτιού στη Μόρφου, πατρογονική κληρονομιά της μητέρας. Εκεί, στη θαλπωρή της οικογενειακής εστίας, μεγάλωναν οι φιλήσυχοι γονείς τα παιδιά τους, με τον μεγαλύτερο αδελφό, αρχηγό στα παιχνίδια, να περιποιείται τις πληγές, όταν κτυπούσε κάποιος, με φύλλα του γιατρόδεντρου.

Δίπλα στο σπίτι τους το πανύψηλο πλίνθινο «Πανδοχείο» της Ευτυχίας Καττιρτζιήγιαννη, που έγραψε ιστορία στους παλιούς καιρούς της Μόρφου. Στα έξι μικρά του δωμάτια με το κοινόχρηστο αποχωρητήριο στην άκρη της αυλής πέζευαν έμποροι, που έρχονταν με τις άμαξες και τα γαϊδούρια τους από μακρινά χωριά για τις αγοραπωλησίες τους στη Δημοτική Αγορά. Η αδελφή της ιδιοκτήτριας Ελεγκού αντιστάθμιζε τον καημό των ξενιτεμένων παιδιών της με την περηφάνια για τον γιο της Λουκή Ακρίτα, υφυπουργό Παιδείας στην κυβέρνηση Παπανδρέου.

Σε ξεχωριστό κεφάλαιο η συγγραφέας μάς ξεναγεί στη «γειτονιά» της με τα πεντακάθαρα στενά και τις ανοιχτές πόρτες σε πρόσχαρους ηλιακούς για τις «αυτοπρόσκλητες» επισκέψεις, με τους γραφικούς τύπους, τις ηλικιωμένες διακονιάρισσες του Σαββάτου, τον παγωτάρη Νιόνιο, τον ντελάλη και γυρολόγο ψαροπώλη Ραγιά, τον καμηλάρη, που πέζευε τις καμήλες του σε ανοικτό χώρο στο πίσω μέρος του σπιτιού τους, αλλά και το αρχοντόσπιτο της Δημητριάδαινας με τα σκαλιστά έπιπλα, το φουρνάδικο του Παναγιώτη Κυνηγού και την ταβέρνα του Θεοτόκη του Κουταλιανού.

Από τα επόμενα κεφάλαια αναδύονται όχι μόνο το πρωτοχρονιάτικο έθιμο της ελιάς «γύρω από το μαγκάλι», αλλά και γραφικές ιστορίες του παππού και της Ζωής, της μητέρας της συγγραφέως, καθώς και οι γαργαλιστικές μυρωδιές της απαράμιλλης σε ποσότητα, ποιότητα και ποικιλία «μαγειρικής» της. Ενοχλητικός σύμβουλος στην κουζίνα, όταν τους επισκεπτόταν για μερικές μέρες τον χρόνο, ο Αμμοχωστιανός λόγιος και εκδότης της σατιρικής εφημερίδας «Πυξ-λαξ» Ζαχαρίας Σωτήριου, εξάδελφος του πατέρα της.

Ανεξίτηλα παραμένουν στη μνήμη τα σχολικά επεισόδια της παλιάς παιδαγωγικής με «τον χάρακα όρθιο» για τα χτυπήματα στη φούχτα, αλλά και μιας καινούργιας προσέγγισης που κόμιζαν οι νεαροί δάσκαλοι από το Διδασκαλικό Κολέγιο Μόρφου στο Παρθεναγωγείο Μόρφου. Αλησμόνητες επίσης οι καλλιτεχνικές εκδηλώσεις στο τέλος της σχολικής χρονιάς και οι διαγωνισμοί της έκθεσης ανθέων. Οι καλοκαιρινές διακοπές στη Βατυλή, το χωριό του πατέρα της Ανδρέα, που ήταν περήφανος για τον δικό του πατέρα Χριστόδουλο, τον δάσκαλο όλης της επαρχίας, ξετύλιγαν «έναν αλλιώτικο κόσμο».

Ο κόσμος της Μόρφου

Η συγγραφέας δεν παραλείπει να εγκωμιάσει τον ανοιχτόκαρδο και ευκολοσχέτιστο κόσμο της Μόρφου, που πανηγύριζε μαζί με τους προσκυνητές απ’ όλη την Κύπρο ανήμερα την γιορτή του πολιούχου Αγίου Μάμαντος. Από την περιώνυμη εκκλησία του μέχρι τον κεντρικό δρόμο της αγοράς άπλωναν από μέρες τις πραμάτειες τους οι «πωρικοπώλες» και οι «σιαμισιάρηδες» για το «παναΰριν της ελιάς». Αθλητικές, εξάλλου, και πολιτιστικές δραστηριότητες διοργάνωναν οι δύο σύλλογοι, ο «Αστέρας» και ο «Διγενής Ακρίτας». Στα χρόνια της οικονομικής άνθησης με τους κερδοφόρους πορτοκαλεώνες, το μοντέρνο συσκευαστήριο για τις εξαγωγές των εσπεριδοειδών και το κορυφαίο γεγονός του φεστιβάλ πορτοκαλιού, η Μόρφου έγινε πόλος έλξης των επίδοξων γαμπρών για τις πολύφερνες νύφες.

Αυτά και πολλά άλλα σημαντικά, που συνυφαίνονται με τις μετέπειτα πολιτικές εξελίξεις, φέρνει στο φως η αφηγηματική γραφίδα της Τούλας Χατζηκωστή. Για «έναν κόσμο που χάθηκε», αλλά και που αναγεννάται και σφύζει από ζωή μέσα από τις σελίδες του αξιόλογου βιβλίου της.