Σημερινή

Κυριακή, 23/09/2018
RSS

Αφόρμηση ανασύνταξης της μνήμης

| Εκτύπωση | 25 Μάρτιος 2018, 18:00 | Της Χρυσοθέμιδας Χατζηπαναγή

Η ΕΘΝΙΚΗ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ 1821

Η σημερινή εθνική επέτειος της 25ης Μαρτίου 1821 δεν αποτελεί απλώς ημερομηνιακή συγκυρία υπόμνησης ιστορικών αναφορών και ευκαιριακή επανάληψη των καθιερωμένων πανηγυρικών εορτασμών, αλλά συνειδησιακή, κατ’ εξοχήν, αφόρμηση ανασύνταξης της μνήμης, ώστε η αντικειμενικώς τεκμηριωμένη οπτική του παρελθόντος και όχι μιας στείρας παρελθοντολογίας να διαμορφώνει το παρόν και να επαναπροσδιορίζει τη δέουσα πορεία του μέλλοντος.

Έτσι, το μέγα και θαυμαστό γεγονός της Ελληνικής Επανάστασης, με απόσταση δύο σχεδόν αιώνων από την έκρηξή της, επαναθέτει επιτακτικά το ερώτημα της αιτιογένεσής της, επισύροντας αυτονόητες μεν πλην άκρως υπαρξιακές απαντήσεις. Επείγει το αίτημα υπό το κράτος σήμερα καταδικαστέων εθνομηδενιστικών τάσεων και μιας ολοένα αυξανόμενης εκφυλιστικής ισοπέδωσης αρχών και αξιών, συσσωρεύοντας εν είδει χιονοστιβάδας την ηθική κατάπτωση και την πνευματική κρίση των καιρών.

Εν όψει μάλιστα των προκλητικών απειλών, που εκτοξεύονται καθημερινά από τον ίδιο εχθρό ενός νεο-οθωμανικού αναθεωρητισμού, καθώς και των επίμαχων γεωστρατηγικών συμφερόντων με συγκεκαλυμμένες ή απροκάλυπτες διαθέσεις υπέρ της Τουρκίας, προέχει η αφύπνιση της ελληνοπρεπούς μας ταυτότητας και η αναγκαιότητα της διατήρησής μας ως Ελληνισμού της προγονικής αρετής για την επιτέλεση του ύψιστου προς την πατρίδα χρέους.

Τι ήταν λοιπόν το 1821 της ελληνικής παλιγγενεσίας; Με ποια κριτήρια ατομικής αυτογνωσίας και μέτρα συλλογικής επίγνωσης σημασιοδοτείται το φωτεινό ορόσημο της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας, που πρέπει να συνεξετάζεται στα ευρύτερα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ιστορίας των Νέων Χρόνων και όχι, ασφαλώς, να διαστρέφεται, σύμφωνα με το αφήγημα του Έρικ Χόμπσμπαουμ, εκπροσώπου της ούτω καλούμενης μετανεωτερικής ιστοριογραφίας.

Στο βιβλίο του «Η Εποχή των Επαναστάσεων, 1789-1848», αμφισβητεί τα κίνητρα και αποδομεί τους στόχους του ελληνικού λαού για απαλλαγή από τα δεσμά της οθωμανικής σκλαβιάς με το «Ελευθερία ή Θάνατος» στα χείλη, τη συγκρότηση κράτους με τη δημιουργία διοικητικών δομών και πολιτικοκοινωνικών θεσμών και την εδραίωση της εθνικής του κυριαρχίας με την επίκληση ευρωπαϊκών συμμαχιών.

Απεναντίας, κατά τον Βρετανό Μαρξιστή ιστορικό, οι Έλληνες και οι άλλοι ορεινοί πληθυσμοί των δυτικών Βαλκανίων θα αρκούνταν με μια μη εθνική αυτόνομη ηγεμονία, όπως εκείνη που είχε εγκαθιδρύσει ο Αλή Πασάς στην Ήπειρο.

Υποδείκνυε, άλλωστε, ότι ελληνικό έθνος δεν υπήρχε πριν από το 1830 ούτε στην αρχαιότητα ούτε στο Βυζάντιο, που ήταν μια ρωμαϊκή χριστιανική αυτοκρατορία, ενώ στον πόλεμο της Ανεξαρτησίας οι Έλληνες δεν πολέμησαν ως «Έλληνες εναντίον των Τούρκων», αλλά ως ρωμιοί χριστιανοί εναντίον μουσουλμάνων και η γλώσσα που μιλούσαν ήταν διαφορετική από τη γλώσσα των αρχαίων Ελλήνων και των βυζαντινών. Το ελληνικό έθνος, επισημαίνει ανάμεσα στις τέσσερεις μόνο σελίδες, όπου «εγκύπτει!» στην Ελληνική Επανάσταση, δεν ήταν παρά απότοκο του ελληνικού εθνικισμού, της ιδεολογίας, τουτέστιν, του νεοελληνικού κράτος, και που «κατάφερε μέσα από τον συνδυασμό αστικής ηγεσίας, κλέφτικης αποδιοργάνωσης και επέμβασης των Μεγάλων Δυνάμεων, να γεννήσει μιαν από εκείνες τις μικροκαρικατούρες του δυτικού φιλελεύθερου ιδεώδους, που επρόκειτο να καταστεί τόσο γνώριμο σε περιοχές όπως η Λατινική Αμερική».

Εθνεγερτικές διεκδικήσεις

Την πηγαία απάντηση, ωστόσο, με τις ευκρινείς της νοηματικές προεκτάσεις τού τη δίνει ο Μακρυγιάννης μέσα από τα Απομνημονεύματά του: «Είχα δυο αγάλματα περίφημα, μια γυναίκα κι ένα βασιλόπουλο, ατόφια - φαίνονταν οι φλέβες, τόσην εντέλειαν είχαν. Όταν χάλασαν τον Πόρο, τα ’χαν πάρει κάτι στρατιώτες, και στ’ Άργος θα τα πουλούσαν κάτι Ευρωπαίων· χίλια τάλαρα γύρευαν. [...] Πήρα τους στρατιώτες, τους μίλησα: "Αυτά και δέκα χιλιάδες τάλαρα να σας δώσουνε, να μην καταδεχτείτε να βγουν από την πατρίδα μας. Γι’ αυτά πολεμήσαμε"».

Πολέμησαν, επομένως, οι Έλληνες, αντιτάσσοντας κατά της τυραννίας των 400 χρόνων Τουρκοκρατίας την εθνική συνείδηση και την πολιτισμική ιδιαιτερότητα των πανάρχαιων ιδεωδών τους. Η μαζική ένοπλη εξέγερσή τους δεν ήταν ένα απλό στασιαστικό κίνημα είτε ένα τυχάρπαστο και μεμονωμένο γεγονός στο πλαίσιο των συνηθισμένων αγροτικών εξεγέρσεων της Βαλκανικής, με σκοπό την απόσχιση κάποιου εδαφικού τμήματος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μήτε και ήταν το ξεσήκωμα μιας κοινωνικής τάξης κατά των προνομίων και της οικονομικής εκμετάλλευσης από άλλα ανώτερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα.

Αντιθέτως, η Ελληνική Επανάσταση, μη έχοντας περιορισμένο θρησκευτικό χαρακτήρα, αλλά προσδιορισμένη εθνική υπόσταση, ανέδειξε την κατάληξη μιας σειράς εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων και εκδηλώθηκε σε συνάρτηση με τη γενικότερη ιστορική πορεία των λαών της Ευρώπης, υπό την επίδραση των ιδεών του διαφωτισμού, των πολιτικών και εθνεγερτικών διεκδικήσεων για τα δικαιώματα του ανθρώπου και την ανεξαρτησία των λαών, που εμπνέονταν από αρχαιοελληνικά πρότυπα και είχαν καταλυτικές επιδράσεις στην πολιτική και πνευματική ζωή προοδευτικών χωρών.

Πολέμησαν οι Έλληνες με κλέφτες και αρματωλούς στα βουνά και στα καταρράχια και με μπροστάρηδες στις στεριές και στις θάλασσες τους οπλαρχηγούς και τους μπουρλοτιέρηδες της Επανάστασης, γιατί δεν είχαν άλλη εκλογή και γιατί, έτσι το διαμηνούσε αργότερα ο Καποδίστριας προς αυτοκράτορα Νικόλαο Α΄ της Ρωσίας μέσα από το εκτενές του υπόμνημα: «Το να ελπίζωμεν διά διαπραγματεύσεων να αγάγωμεν τους Τούρκους εις το να συμπεριφερθούν προς τους χριστιανούς κατά τρόπον ανθρώπινον και λογικόν, αυτό σημαίνει να περιφρονήσωμεν την πείραν των αιώνων και να αγνοήσωμεν και την ιδικήν μας πείραν». Τι θα έλεγε, στ’ αλήθεια, σήμερα ο πρώτος κυβερνήτης της ανεξάρτητης Ελλάδας μπροστά στους ατασθαλείς εμπαιγμούς της Τουρκίας ως προς τη λύση του προβλήματός μας;

Οι Έλληνες, ωστόσο, παρότι αποδύθηκαν σε έναν υπέρ πάντων ηρωικό αγώνα εναντίον του κατακτητή, στηριζόμενοι πρωτίστως στις δικές τους δυνάμεις και στις νίκες τους, σύμφωνα με τον Ανώνυμο της «Ελληνικής Νομαρχίας», είχαν σχεδιάσει μια συνεκτική στρατηγική, εμπλέκοντας τα συμφέροντα ευρωπαϊκών συμμαχικών δυνάμεων.

Ενεργώντας ως εάν να ήταν ένα παλαιό κράτος, ενταγμένο στην ευρωπαϊκή νομιμότητα, ξεκίνησαν ήδη από τον Απρίλιο του 1821 να εφαρμόζουν το δίκαιο της θάλασσας σε εμπόλεμες συνθήκες, όπως αυτό είχε αποφασιστεί από το Συνέδριο της Βιέννης το 1815. Και ευθύς αμέσως, μετά την πρώτη εθνοσυνέλευση έστειλαν δύο διπλωματικές αποστολές στον Πάπα της Ρώμη, την κυριότερη με επικεφαλής τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, προκειμένου να παρέμβει στις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις υπέρ της υπόθεσης των Ελλήνων.

Η ευρωπαϊκή διάσταση του αγώνα, πριν ακόμη την επίσημη έναρξη τη Επανάστασης, διαφαίνεται και σε προκήρυξη του Υψηλάντη: «Οι φωτισμένοι λαοί της Ευρώπης… πλήρεις ευγνωμοσύνης διά τας προς αυτούς των προπατόρων μας ευεργεσίας, επιθυμούσι την ελευθερίαν της Ελλάδος». Αποκορύφωμα το κίνημα του ευρωπαϊκού φιλελληνισμού με πρωτεργάτη τον Μπάιρον.

Κατά τον Roderick Beaton, η μεγαλύτερη συνεισφορά του Άγγλου Φιλέλληνα ήταν, βεβαίως, η πεποίθησή του ότι η Ελλάδα συνιστούσε σημείο καμπής για τα ευρωπαϊκά πράγματα, ότι η χώρα θα μπορούσε να δομηθεί πάνω σε αξίες όπως αυτές που είχαν και άλλα προηγμένα δυτικά κράτη, δηλαδή ότι θα μπορούσε να οικοδομηθεί ένα πολιτικό σύστημα σύγχρονης διακυβέρνησης. Ο Μπάιρον βοήθησε τον Μαυροκορδάτο στην επίλυση της εμφύλιας σύγκρουσης προς όφελος μιας κεντρικής εξουσίας.

Το δάνειο που συνήφθη με τη μεσολάβηση του κύρους του Μπάιρον ήταν ένα ισχυρό κίνητρο υπέρ της κεντρικής εξουσίας. Αν μάλιστα είχε ζήσει λίγο περισσότερο, ίσως, οι δύο εμφύλιοι που ακολούθησαν να είχαν αποφευχθεί, σύμφωνα με την εκτίμηση του Beaton. Εν τέλει, το δάνειο βοήθησε στην επικράτηση των εκσυγχρονιστών μετά τους εμφύλιους, περί τα τέλη του 1824.

Εν κατακλείδι, η Ελληνική Επανάσταση, στη διασταύρωση ιδεών και γεωπολιτικής, υπήρξε εθνικό κίνημα και ταυτόχρονα ευρωπαϊκή υπόθεση. Πραγματική ευρωπαϊκή υπόθεση για την Ε.Ε είναι επάναγκες να γίνουν σήμερα δύο κράτη μέλη της, η Ελλάδα και η Κύπρος.