Σημερινή

Τετάρτη, 20/03/2019
RSS

Σταύρος Χριστοδούλου: Hotel National

| Εκτύπωση | 29 Οκτώβριος 2017, 18:00 | Της Χρυσοθέμιδας Χατζηπαναγή


ΕΝΑ ΙΣΤΟΡΙΚΟ-ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ, ΠΟΥ ΣΥΝΗΧΕΙ ΜΕ ΤΗ ΜΟΙΡΑ ΤΩΝ ΤΡΑΓΙΚΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

HΔΗ Ο ΞΕΝΙΚΟΣ ΤΙΤΛΟΣ HOTEL NATIONAL, ΔΙΧΩΣ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΪΔΕΑΣΤΙΚΟΥ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΩΝ 281 ΚΑΛΟΓΡΑΜΜΕΝΩΝ ΣΕΛΙΔΩΝ, ΥΠΟΒΑΛΛΕΙ ΤΗΝ ΕΞΟΔΟ ΑΠΟ ΤΑ ΣΤΕΝΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΝΤΟΠΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ ΜΕ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΟΡΟΥΣ ΣΤΟΝ ΧΩΡΟΧΡΟΝΟ ΜΙΑΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ, ΠΑΡΑΠΕΜΠΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΛΛΗΓΟΡΙΚΗ ΚΟΣΜΟΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΣΕΦΕΡΗ: «Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΝΑ ΑΠΕΡΑΝΤΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ»

Το διεισδυτικό ex officio αισθητήριο του απροκατάληπτου και αφυπνισμένου δημοσιογράφου, που δεν παραποιεί τα πράγματα με σμικρυντικούς ή μεγεθυντικούς φακούς παρά με σφαιρικές παρατηρήσεις και καίριες επισημάνσεις, αποδίδει τις αληθινές τους διαστάσεις, υποδεικνύοντας αυτόχρημα τις στρεβλώσεις και αναδεικνύοντας τις δεοντολογικές τους όψεις


Συμβαίνει το πρωταρχικό ώριμο μυθιστόρημα πολλών καθιερωμένων από τον χρόνο συγγραφέων, συναρπάζοντας στη σαγήνη του το ευρύτερο αναγνωστικό ενδιαφέρον, να εξαγγέλλει όχι απλώς το προοίμιο ενός δόκιμου συγγραφικού εγχειρήματος, αλλά τα εύσημα μιας προοιωνιζόμενης ευδόκιμης μυθιστορηματικής γραφής. Την οιονεί σφραγίδα της σε ταχυδρομικό ένσημο αποτυπώνει η εξεικόνιση της συμβολικής συνδήλωσης στο εξώφυλλο του πρώτου μυθιστορήματος του Σταύρου Χριστοδούλου από τις εκδόσεις Καλέντης, που απέσπασε άμα τη κυκλοφορία του το 2016 την υποδοχή ευνοϊκών κριτικών σχολίων.

Ήδη ο ξενικός τίτλος Hotel National, δίχως την ανάγνωση του προϊδεαστικού σημειώματος στο οπισθόφυλλο του βιβλίου των 281 καλογραμμένων σελίδων, υποβάλλει την έξοδο από τα στενά όρια της εντοπιότητας και την είσοδο με διεθνείς όρους στον χωροχρόνο μιας παγκόσμιας συνείδησης, παραπέμποντας στην ποιητική αλληγορική κοσμοαντίληψη του Σεφέρη: «Ο κόσμος ένα απέραντο ξενοδοχείο». Χωρίς καν να υποψιάζεσαι πως τα πεπρωμένα των πρωταγωνιστών στα πρωθύστερα δρώμενα του πρώτου κεφαλαίου, που συμπίπτει με την αρχή του τελευταίου έβδομου κεφαλαίου στον αφηγηματικό κύκλο του ιστορικο-πολιτικού αυτού μυθιστορήματος, συνηχούν με τη μοίρα των τραγικών ανθρώπων στους προηγούμενους στίχους του Σεφερικού αποφθέγματος: «…μ’ εκείνους που έμειναν μ’ εκείνους που έφυγαν/μ’ άλλους που θα γυρίζανε αν μπορούσαν/ή που χαθήκαν, τώρα που έγινε/ο κόσμος ένα απέραντο ξενοδοχείο» («Το σπίτι κοντά στη θάλασσα»).

Συγκεκριμένα, στη σύλληψη της πολυεπίπεδης δραματικής του ιστορίας με δομή ζωντανών επεισοδίων και πλοκή κινηματογραφικών ρυθμών, που ο Χριστοδούλου εμπνέεται από τα πρώην σοσιαλιστικά ιδεώδη, όπως και από την κατάληξη του δικτατορικού καθεστώτος Τσαουσέσκου(1965-1989) στην κομμουνιστική Ρουμανία, οι ιστορικές μνήμες φωτίζονται από τις ατομικές, διαδραστικές και ομαδικές περιπέτειες των προσώπων· των αντιθετικών, τουτέστιν, χαρακτήρων με αποκορύφωμα το κεντρικό δίπολο ενός ιδεολόγου απ’ αρχής μέχρι τέλους Βορειοελλαδίτη πολιτικού πρόσφυγα και ενός Κύπριου κομμουνιστή, που ενδίδοντας στις σκοτεινές δυνάμεις της εξουσίας εκποιεί εντέλει τα ιδανικά του, καθώς και ενός ενσυνείδητου συλλογικού βίου, που ενσαρκώνει η Ένωση Πολιτικών Προσφύγων στο Βουκουρέστι.

Το νήμα της ανάμνησης

Εκεί όπου σε προχωρημένη πλέον ηλικία επιστρέφει ο επιζών εκ των δύο ηρώων, ξετυλίγοντας το νήμα των βιωματικών του αναμνήσεων ανάμεσα στην προδομένη αδελφική φιλία και τους ανεκπλήρωτους νεανικούς έρωτες, την αμετάθετη πίστη προπάντων στους κοινωνικούς αγώνες των λαών, αλλά και την αθέτησή της, τις δολοπλοκίες ανίερων ιδιοτελών συναλλαγών και τις μετέπειτα ενοχές ανεπούλωτων τραυμάτων. Έτσι, με το σύνδρομο της καταδίωξης από τα χαμένα ιδανικά, που προσωποποιούνται εξάλλου στον οριστικό χαμό του φίλου και τον αφανισμό της οικογένειάς του, αντιπαραβάλλοντας τη σκιά του θανάτου «με το θολό βλέμμα» της χήρας γυναίκας του και της άθλιας μοναξιάς της, θα φύγει κατατρεγμένος από τις Ερινύες των νεκρών και νεκροζώντανων συντρόφων του, για ν’ αναζητήσει τ’ αλλοτινά ίχνη της προηγούμενής του ζωής στη σημερινή ρουμανική πρωτεύουσα της ανατροπής, της αλλοτρίωσης και της ένδειας.

Ο συγγραφέας χωρίς να παίρνει άμεση θέση υπέρ ή κατά του παλιού καθεστώτος, περιγράφει, ωστόσο, την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της σύγχρονης πόλης και των κατοίκων της μέσα από τις εκπεφρασμένες είτε τις ενδιάθετες σκέψεις τους: «Έμεινε για ώρα όρθιος στο κέντρο της πλατείας, παραδομένος στις αναμνήσεις του. Ένας άντρας με ψάθινο καπέλο και βρόμικα ρούχα τον πλησίασε. “Δείτε πώς μας κατάντησαν…”, είπε επιθετικά. “Ήθελαν δημοκρατία, λέει. Τρώγεται όμως η δημοκρατία τους;”, συμπλήρωσε υψώνοντας τη φωνή του».

«Μετά από τόσα χρόνια που πηγαινοερχόταν σ’ αυτήν την πόλη, ήταν ίσως η πρώτη φορά που ύψωνε το κεφάλι του, για ν’ αντικρίσει τους ανθρώπους και τα κουφάρια από μπετόν που στέγαζαν τις μίζερες ζωές τους. “Γιατί δεν τα γκρεμίζουν;”, αναρωτήθηκε μεγαλόφωνα, βλέποντας ένα θεόρατο κτήριο με ετοιμόρροπα μπαλκόνια και σπασμένα παράθυρα. Παρά τα ακριβά αυτοκίνητα στις κεντρικές λεωφόρους και τις φωτισμένες βιτρίνες των πολυτελών καταστημάτων, η ανθρώπινη δυστυχία δεν μπορούσε να κρυφτεί. Την έβλεπε όχι τόσο στην όψη των απρόσωπων κτηρίων, που ήταν διάσπαρτα σε κάθε σημείο της πόλης, όσο κυρίως στην αγωνία που διέκρινε στα πρόσωπα εκείνων, που δεν κατάφεραν να στριμωχτούν στο τρένο της νέας εποχής».

Το αισθητήριο του δημοσιογράφου

Το διεισδυτικό ex officio αισθητήριο του απροκατάληπτου και αφυπνισμένου δημοσιογράφου, που δεν παραποιεί τα πράγματα με σμικρυντικούς ή μεγεθυντικούς φακούς παρά με σφαιρικές παρατηρήσεις και καίριες επισημάνσεις, αποδίδει τις αληθινές τους διαστάσεις, υποδεικνύοντας αυτόχρημα τις στρεβλώσεις και αναδεικνύοντας τις δεοντολογικές τους όψεις. Όπως ακριβώς παρουσιάζει το κλίμα του νεοπλουτισμού, της νοσηρής πλεονεξίας και παραχάραξης των παραδοσιακών ηθών στην Κύπρο λίγα χρόνια μετά το ’74 ή όταν βάζει στο στόμα των πολιτικών προσφύγων, που επαναπατρίζονται στην Ελλάδα κατά την πενταετία 1977-1982, το καταγγελτικό παράπονο «Δεν μας θέλουν εδώ», ενώ ο τριτοπρόσωπος αφηγητής αναστοχάζεται στο πικρό μεταίχμιο δυο «ξένων» πατρίδων: «Άνθρωποι μετέωροι πάνω από τον γκρεμό της Ιστορίας, πλημμυρισμένοι από όνειρα που αποδείχτηκαν ψευδαισθήσεις».

Τα δημοσιογραφικά, εντούτοις, αντανακλαστικά υπερβαίνει η ευφάνταστη επινοητικότητα του μυθιστοριογράφου, προκειμένου να σκιαγραφήσει σε μικρογραφία τη ριζική καθεστωτική αλλαγή στη χώρα: ο Γρηγόρης, ο στρατευμένος κουμουνιστής στον αριστερό σύλλογο του Στροβόλου της γενέτειράς του και σε ρουμανικές κουμμουνιστικές σχολές, επισκέπτεται το 2014 το εμβληματικό Hotel National, το κομματικό ξενοδοχείο της δεκαετίας του ’30, που στη θέση της ηγετικής ελίτ και των αδελφών κομμάτων που φιλοξενούσε, είχε τώρα μεταμορφωθεί σε σαραβαλιασμένο χώρο παρακμής, προορισμένο για γαμήλιες δεξιώσεις Τσιγγάνων.
Μέσα και από άλλα σκηνικά στιγμιότυπα στο μυθιστόρημα παρουσιάζονται κρίσιμες πολιτικοκοινωνικές καμπές από τη νεότερη Ιστορία της Κύπρου, της Ελλάδας και της Ρουμανίας.