Σημερινή

Τρίτη, 26/03/2019
RSS

«Χώρα μου, είσαι», παραπομπές στην πλατωνική «Χώρα»;

| Εκτύπωση | 29 Οκτώβριος 2017, 18:00 | Του Τίτου Χριστοδούλου

Β' ΜΕΡΟΣ

«Χαλεπόν και αμυδρόν» αποκαλεί στον Τίμαιο (49a, 52a) την «χώρα» ο Πλάτων, αφού αυτή, ως υποδοχή της γένεσης των όντων, αλλά σε καμιά κατηγορία ή «γένος» των όντων, δεν ανήκει σε κανένα αναγνωρισμένο τύπο όντος, όσους ο ορίζων και οριστικός φιλοσοφικός λόγος κάνει αποδεκτούς ως καθοριστικούς των όντων. Έτσι, ο φιλοσοφικός λόγος αδυνατεί να εκφράσει την αλήθεια της χώρας, αφού ως επέκεινα των δύο γενών (των νοητών και των αισθητών), η χώρα στερείται οποιασδήποτε προσδιορισμένης ουσίας. Στο έργο του 'Χώρα' (1987) και 'Πώς να μην μιλούμε για τα πράγματα’, ο Ντεριντά ερείδεται στην πλατωνική 'χώρα' για να αποδομήσει την αναζήτηση ουσιών, από τον πέλεκυ του φιλοσοφικού λόγου, δηλαδή ανόθευτες ουσίες και νοήματα, ή «νησίδες μονοσημαντότητας».

Αποφλοιώνοντας τα πράγματα από τις λέξεις, και περιδινούμενη δώθε και πέραν, 'από τις δυο πλευρές του κόσμου' στην απερινόητη απόπειρα για ονομασία του αρρήτου, ο Άγγελος Παπαμιχαήλ δεν μπορεί να μην μας παραπέμψει στις αποδομητικές ερμηνείες της πλατωνικής 'χώρας', δίνοντας κι αυτήν την εμπλουτιστική διάσταση στην 'Χώρα' του. Έτσι, όπως και σε ντεριντιανή ανάγνωση Χώρα του Πλάτωνα, διαρρηγνύει τα λογοκρατικά, ουσιοκρατικά ή γενοκεντρικά όρια της μεταφυσικής του και, αποδομώντας μέσα στο πλατωνικό κείμενο την δυαδική διάκριση μεταξύ νοητού και αισθητού, αποδομεί το πλατωνικό σύστημα στο σύνολό του. Η Χώρα διαφεύγει κάθε δυνατότητα προσδιορισμού και νοηματοδότησης, λογοδοτούμενη αποφατικά, αποφεύγοντας κάθε προσδιορισμό. Την ίδια ώρα, όμως, το να πούμε ότι η χώρα διαφεύγει κάθε προσδιορισμό, καθορίζει γι' αυτήν ένα είδος προσδιορισμού πέρα από κάθε περιορισμό.

Όμοια ερώμενος στις τελετουργικές, μαγικές επικλήσεις του την 'χώρα' του, ο Άγγελος Παπαμιχαήλ 'αποστηθίζει με τις λέξεις' την 'άφατη ομορφιά', ζητώντας στον τρόπο της ποιητικής λέξης, το πολυδιάστατο δηλαδή καλειδοσκοπικό και διαφεύγον τής μεταφοράς, την δικαίωση της ποίησης, το νόημα του ποιητικού λόγου, με τον τρόπο του Λοξία Απόλλωνα να χρησμοδοτήσει την αλήθεια του κόσμου.

Έρως των λέξεων, συμπερασματικά, η ποίηση του Άγγελου Παπαμιχαήλ. Μέλλοντα ταύτα. Εύφορα δίφορες, αμφίσημες και έγχρονες, με την διανοικτότητά τους τόσο προς στο παρελθόν που ανακαλούν, και την μνήμη που ουσιώνουν, όσο και σαν άρθρωση της προοπτικής του μέλλοντος, οι λέξεις στην ποίηση μοιράζονται με τον έρωτα την υπόσχεση και την ελπίδα, ελπίδα που είναι πάντα σε χρόνο μέλλοντα ταυτόχρονα και παρελθόντα, όπως ακριβώς ο έρως. Η ποίηση είναι ερωτική, είναι έρως στην ουσία και τον ορισμό της.

Όπως ο έρως της Διοτίμας, στο πλατωνικό Συμπόσιο, αιρόμενη κι ερώμενη από το γεγενημένο τραύμα, την πήρωση που ζητεί το διαφυγόν έτερον της πληρότητάς του, αλλά κι όπως ο έρως του Φαίδρου ανακαλεί στους ουράνιους ορίζοντές της τα «πουλιά, ιδέες κι ειδύλλια», εκ-στατικά ιπτάμενη να αγκαλιάσει το εν και μονοειδές, της αιώνιας πλήρωσης κι αλήθειας… Στο τέλος, τα πράγματα τα ίδια που υπήρξαν μέσα «στην φωνή χωρίς αλφάβητο» του ποιήματος ζητούν απέλπιδα από τον «ίσκιο του ποιητή να μείνει», «ίσκιος», εκείνος, που τους «δίνει σώμα». Το σώμα της ποίησης.