Σημερινή

Πέμπτη, 21/03/2019
RSS

«Χώρα μου, είσαι» ή η απολογία του ονείρου

| Εκτύπωση | 22 Οκτώβριος 2017, 18:00 | Του Τίτου Χριστοδούλου

ΠΟΙΗΣΗ ΑΓΓΕΛΟΥ ΠΑΠΑΜΙΧΑΗΛ: ΜΙΑ ΑΝΑΦΟΡΑ

Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΠΑΜΙΧΑΗΛ ΦΙΛΟΣΟΦΕΙ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ, ΣΚΟΙΝΟΒΑΤΩΝΤΑΣ ΣΤΟ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ ΤΟΥ ΔΩΘΕ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΕΡΑΝ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΠΑΞΙΩΣΗΣ ΤΗΣ, ΔΩΘΕ ΑΠΟ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΙ ΚΕΙΘΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΗ, ΟΠΩΣ ΕΙΧΕ ΠΡΟΪΔΕΑΣΘΕΙ ΚΙ Ο ΑΥΤΟΧΕΙΡ ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΗΣ

Η ιερουργική αυτή επίκληση «εκείνης», που ως μορφή της καλλονής σμιλεύει και επιχειρεί λεξιμαγικά να αιχμαλωτίσει στην «σαγήνη» του ο ποιητικός λόγος, ταυτόχρονα υπονομεύει την λυσιτέλεια της αέναης αυτής επιθυμίας, αφού κάθε απόπειρα της συνάντησης αναβάλλεται σε μια επόμενη εξεικόνιση, μιαν άλλη μεταφορά, ερωτοτροπώντας με το αδύνατο της «παρουσίας» που η γλώσσα ανακαλεί κι υπόσχεται


Μια παρανόηση με εισήγαγε το πρώτον στην πρόσληψη της ποίησης του Άγγελου Παπαμιχαήλ. Ο τίτλος της συλλογής, «Χώρα μου, είσαι» κι οι επάλληλες χωρικές συντεταγμένες μιας λυρικά τοπιογραφημένης ερωτικής δοξολογίας, εκπτύγματα ενός καταλυτικά αυτοπροσδιοριστικού έρωτα που εμμένει να χρωματίζει στις μεταφορές του εικόνες του τόπου και των τοπίων ['τοπία της φωνής'], ετοίμως υποδήλωναν ένα ορατόριο προς την πατρίδα, ανάμεσα στον υπερρεαλισμό ενός φωτοδοσμένου Ελύτη και τον λυρισμό της 'αδιάσπαστης ποίησης? (poesie ininterrompue) ενός ερωτικού Πωλ Ελυάρ. Γρήγορα, όμως, συνειδητοποιεί κανείς ότι πρόκειται εδώ όχι για ένα έρωτα πατρίδας, όσο για ένα ποιητικό λόγο με πατρίδα του τον έρωτα.

Παρανόηση γόνιμη, ωστόσο, όπως του ποιητού το "από λάθος ευτύχησα" φάνηκε αυτή η παραλλάξ, λοξή προσέγγιση, διανοίγοντας με την προσ-ποίηση της παραλλαγής το δισδιάστατο της ποίησης εκείνο κοίταγμα, την λοξή ματιά που φωτίζει τα κεκρυμμένα του ποιητικού λόγου, τους 'ψιθύρους ανήκουστους / από την άλλη μεριά / της γλώσσας' που το άγγιγμα του Λοξία Φοίβου Απόλλωνα ευ-λογεί να μην λέγει, αλλά να σημαίνει. Χρησμοδοτεί, λοιπόν, την κρύφια των πραγμάτων άλλη α-λήθεια, o προφήτης ποιητής "προσπαθώντας να πει με κυριολεξίες / την θελξιμέλεια ενός φανερωμένου θαύματος".

"Χώρα μου είσαι, που μου εδόθη /
γιατί, από, λάθος ευτύχησα
να γυρνώ
στις θωριές σου εξόριστος
Γιατί σε στεριά θαλασσινός
αγρεύω πουλιά μέσ' από κύματα - λέξεις
Γιατί από τις πηγές των ματιών σου
μαζεύω - τυφλός - πετράδια
μαγνητικά δικαιοσύνης".

Πατρίδα λεξιγεννήτωρ του έρωτα, λοιπόν η 'χώρα' του Παπαμιχαήλ, χαρτογραφώντας μέσα από λεκτικές τελετουργίες προσέγγισης της γυναίκας της επιθυμίας, σαν χώρα του, την τροχιά της επιθυμίας. Ιερουργεί ο ποιητής, εορτάζοντας με τις χορευτικές των λέξεων μυσταγωγίες τις φαντασίες και τις εικόνες, τα σκηνικά και τα τοπία, τις ερμηνείες και ιερουργικές επικλήσεις που «εκείνη» του έρωτα «ενθουσιαστικά» εμπνέει.

Η ιερουργική αυτή επίκληση «εκείνης», που ως μορφή της καλλονής σμιλεύει και επιχειρεί λεξιμαγικά να αιχμαλωτίσει στην 'σαγήνη' του ο ποιητικός λόγος, ταυτόχρονα υπονομεύει την λυσιτέλεια της αέναης αυτής επιθυμίας, αφού κάθε απόπειρα της συνάντησης αναβάλλεται σε μια επόμενη εξεικόνιση, μιαν άλλη μεταφορά, ερωτοτροπώντας με το αδύνατο της 'παρουσίας' που η γλώσσα ανακαλεί κι υπόσχεται, ενώ ταυτόχρονα αέναα αναστέλλει στο χαίνον επέκεινα της 'διαφοράς', ταυτόχρονα ως η «ομορφιά και η σιγή μέσα στο πένθος / κομμένης Καρυάτιδας».

Ρουφώντας «το ατρύγετο άρρητο» των πραγμάτων

Υπάρχει μια ορισμένη σοφία να βάζεις τις ιδέες σου στο στόμα κάποιου που ονειρεύεται, είχε γράψει ο Ντιντερό (dans la bouche d' un homme qui reve). Αλλά αν ο επαναστάτης φιλόσοφος εννοούσε το πολιτικό όνειρο που μοιάζει αδύνατο, στην αδύνατη μέσα στις λέξεις που «υλοτομεί» υπόσχεση του έρωτά του ονειροβατεί ο ποιητής, στην υποψία πως με τα ποιήματά του «λαλεί κι από τις δυο μεριές του κόσμου», ρουφώντας των πραγμάτων «το ατρύγετο άρρητο» και μη ονομάζοντας τίποτα, καθώς «αποφλοιώνει τα πράγματα από τις λέξεις».

Η ποίηση του Παπαμιχαήλ φιλοσοφεί πάνω στην ποίηση, σκοινοβατώντας στο μεταίχμιο του δώθε και του πέραν της ομορφιάς και της απαξίωσής της, δώθε από το όνειρο και κείθε από την γη, όπως είχε προϊδεασθεί κι ο αυτόχειρ της Πρεβέζης, λυγίζοντας κάτω από το μάταιο κι εκείνος της αντίστασης της τέχνης στην φθορά: «Όπως όλα του κόσμου / τα ανθρώπινα / όλη η ποίηση πάει στα άχρηστα - είπες».

Αλλά, «σ' αυτόν τον απέραντο σκουπιδότοπο» ο ποιητής σηκώνει στον ουρανό τα μάτια για να δει «να χοροστατούν πουλιά / ειδύλλια, ιδέες», κι ήδη ο απαξιωτικός της ποίησης αφορισμός διαθλάται σε πλάγιο λόγο, με την παύλα και τα εισαγωγικά τού «είπες», ένα δεύτερο πρόσωπο εξορκισμός μάλλον παρά ψίθυροι αλήθειας ενός εσωτερικού μονολόγου.

Είναι κρίσιμο να ερμηνευθεί το γεγονός ότι ποίηση των ιδεών, μέσα από τους προσωπικούς τόνους των στοχαστικών της αφορισμών για την ζωή και τα πράγματα, κι ανάμεσα στα δύο την ποίηση την ίδια, η ποίηση του Αγγέλου Παπαμιχαήλ διαμείβεται σε δεύτερο πρόσωπο, υποστασιοποιώντας σ' Εκείνη, ανακλημένη «παρά μόνο μέσα από την μνήμη», «μέσα στην αδικαίωτη ποίηση / την μόνη που θάλλει δικαίωση».

Προς το κλείσιμο της συλλογής, οι στίχοι αυτοί νοηματοδοτούν αναστοχαστικά, σαν την κουκουβάγια της Αθηνάς που κατοπτεύει τον σύνολο συμπερασμό στο γέρμα της πλάνησης, πως αυτή η λυρική, de profundis υμνωδία σε δεύτερο πρόσωπο, η ερωτική εκμυστήρευση προς το Αιώνιο του ποιητού Άλλο που συνιστά, ταυτόχρονα, το πιο μύχιο, το πιο ακριβό του Εγώ, το «Χώρα μου, είσαι», για την οποία στα πρώτα ποιήματα δηλώνει πως «ελάχιστα ξέρω για σένα/ ένα όνομα, μια διεύθυνση», είναι «μέσα στο χίασμα του κόσμου και του ανθρώπου», όταν 'σωριάζονται με πάταγο / άνθρωπος μαζί και κόσμος / θρύμματα ερημικά», εκείνη «η άφραστη που δεν ορίζεται ομορφιά».

Δομημένη πάνω στην εκτύλιξη αυτής της διαρκούς μεταφοράς (sustained metaphor), η «χώρα» του ποιητού, «ως μόνο ποίημα που αληθεύει» υποστασιώνεται σε μορφή της καλλονής, σε «μαλλιά, μια μεταξένια λεπτότητα / που ρέει στην κατάκορφη λεπτότητα / ενός χιονισμένου ώμου», «ανεπιτήδευτα, χαριστικά ωραία», «μονάχα ορατή / για μια λεπτή μελαγχολία ενστίκτου».

Ο ποιητής όμως αγαπά «χωρίς αύριο, και το ξέρει», κι η ομορφιά «άφραστη» κι αν είναι, στο απέλπιδο νεύμα της ποίησης, «αποστηθίζεται με τις λέξεις, / σε γράμματα άδηλα του ονείρου». O «σκουπιδότοπος μπορεί να μεγαλώνει» και «σιγά σιγά να περιβάλλει όλον τον χρόνο, τον τόπο», η ερωτική χώρα να βουλιάζει στη «λάσπη μιας εφιαλτικής ενδοχώρας», η θάλασσα των μεταφορών του «ξεραμένοι φλοίσβοι», οι «λέξεις λουλούδιζαν» αδειασμένες σε «αποστεωμένες λέξεις», το ερωτικό Εσύ να αφανίζεται στην «αφάνεια της επίκλησης»…

Αλλά, στην καταθλιπτική γελοιότητά του «ως νάνος» ο ποιητής, «μη μπορώντας αλλιώς να δει», ζητεί στην «μνήμη» που σαν ευμορφιά του Αλεξανδρινού «σώζει, σαν ευμορφιά διαρκής», για να μετουσιώσει Εκείνη, σαν όνομα κι αυτή διαρκές, «Καλλίμορφη, Θεσπεσία, Καλλίβροτυς». Εδώ η σωτηριολογική της Ποίησης «δικαίωση», εκείνη η Χώρα η «μόνη που θάλλει», γιατί πουθενά και πάντοτε, σαν μνήμη πάντα κι επίκληση, δίνοντας «ομορφιά… να σπείρει / στο κενό να λουλουδίσει».

Παραπομπές στην πλατωνική «Χώρα»;

«Χαλεπόν και αμυδρόν» αποκαλεί στον Τίμαιο (49a, 52a) την «χώρα» ο Πλάτων, αφού αυτή, ως υποδοχή της γένεσης των όντων, αλλά σε καμιά κατηγορία ή «γένος» των όντων, δεν ανήκει σε κανένα αναγνωρισμένο τύπο όντος, όσους ο ορίζων και οριστικός φιλοσοφικός λόγος κάνει αποδεκτούς ως καθοριστικούς των όντων.

Έτσι, ο φιλοσοφικός λόγος αδυνατεί να εκφράσει την αλήθεια της χώρας, αφού ως επέκεινα των δύο γενών (των νοητών και των αισθητών), η χώρα στερείται οποιασδήποτε προσδιορισμένης ουσίας. Στο έργο του 'Χώρα' (1987) και 'Πώς να μην μιλούμε για τα πράγματα’, ο Ντεριντά ερείδεται στην πλατωνική 'χώρα' για να αποδομήσει την αναζήτηση ουσιών, από τον πέλεκυ του φιλοσοφικού λόγου, δηλαδή ανόθευτες ουσίες και νοήματα, ή «νησίδες μονοσημαντότητας».

Αποφλοιώνοντας τα πράγματα από τις λέξεις, και περιδινούμενη δώθε και πέραν, 'από τις δυο πλευρές του κόσμου' στην απερινόητη απόπειρα για ονομασία του αρρήτου, ο Άγγελος Παπαμιχαήλ δεν μπορεί να μην μας παραπέμψει στις αποδομητικές ερμηνείες της πλατωνικής 'χώρας', δίνοντας κι αυτή την εμπλουτιστική διάσταση στην 'Χώρα' του.

Έτσι, όπως και σε ντεριντιανή ανάγνωση Χώρα του Πλάτωνα, διαρρηγνύει τα λογοκρατικά, ουσιοκρατικά ή γενοκεντρικά όρια της μεταφυσικής του και, αποδομώντας μέσα στο πλατωνικό κείμενο την δυαδική διάκριση μεταξύ νοητού και αισθητού, αποδομεί το πλατωνικό σύστημα στο σύνολό του. Η Χώρα διαφεύγει κάθε δυνατότητα προσδιορισμού και νοηματοδότησης, λογοδοτούμενη αποφατικά, αποφεύγοντας κάθε προσδιορισμό. Την ίδια ώρα, όμως, το να πούμε ότι η χώρα διαφεύγει κάθε προσδιορισμό, καθορίζει γι' αυτήν ένα είδος προσδιορισμού πέρα από κάθε περιορισμό.

Όμοια ερώμενος στις τελετουργικές, μαγικές επικλήσεις του την 'χώρα' του, ο Άγγελος Παπαμιχαήλ 'αποστηθίζει με τις λέξεις' την 'άφατη ομορφιά', ζητώντας στον τρόπο της ποιητικής λέξης, το πολυδιάστατο δηλαδή καλειδοσκοπικό και διαφεύγον της μεταφοράς την δικαίωση της ποίησης, το νόημα του ποιητικού λόγου, με τον τρόπο του Λοξία Απόλλωνα να χρησμοδοτήσει την αλήθεια του κόσμου.

Έρως των λέξεων, συμπερασματικά, η ποίηση του Άγγελου Παπαμιχαήλ. Μέλλοντα ταύτα. Εύφορα δίφορες, αμφίσημες και έγχρονες, με την διανοικτότητά τους τόσο προς στο παρελθόν που ανακαλούν, και την μνήμη που ουσιώνουν, όσο και σαν άρθρωση της προοπτικής του μέλλοντος, οι λέξεις στην ποίηση μοιράζονται με τον έρωτα την υπόσχεση και την ελπίδα, ελπίδα που είναι πάντα σε χρόνο μέλλοντα ταυτόχρονα και παρελθόντα, όπως ακριβώς ο έρως.

Η ποίηση είναι ερωτική, είναι έρως στην ουσία και τον ορισμό της. Όπως ο έρως της Διοτίμας, στο πλατωνικό Συμπόσιο, αιρόμενη κι ερώμενη από το γεγενημένο τραύμα, την πήρωση που ζητεί το διαφυγόν έτερον της πληρότητάς του, αλλά κι όπως ο έρως του Φαίδρου ανακαλεί στους ουράνιους ορίζοντές της τα «πουλιά, ιδέες κι ειδύλλια», εκ-στατικά ιπτάμενη να αγκαλιάσει το εν και μονοειδές, της αιώνιας πλήρωσης κι αλήθειας.

Ποίηση και φιλοσοφία

Εδώ η δύναμη της ποίησης. Στην «έλλειψη» του μονοσήμαντου της επιστημονικής ακρίβειας, ως πήρωμα προς το παρελθόν αλλά και προς το μέλλον, ως το «ούπω», που υπόσχεται, που δομεί το μέλλον και τον κόσμο. Στην αμφισημία, ακριβώς, στην πολυσημία, στην κατάλυση ορίων κι ορισμών. Η ομορφιά, ως αποκαλυπτόμενο μυστήριο, μέσα από αναλογίες και μεταφορές, ήχους σαν χρώματα και χρώματα που εξεικονίζουν, εικόνες που ομιλούν.

Στο ιδίωμα της μοντέρνας ποίησης ο Παπαμιχαήλ φιλοσοφεί με μεταφορές αλλά και για την μεταφορά, στην πλουσιότερη, πια, εξεικονιστική, απρόσμενη, εκπλήσσουσα κι αινικτική της πια ελευθερία και πολυσημαντότητα. Ο αληθής της ποίησης λόγος, ως λόγος μιας βαθύτερης αλήθειας αινίσσεται και προφητεύει το μέλλον. Κάθε τι άλλο είναι απλός θόρυβος κι αδολεσχία. Ζούμε - είπαν κάποιοι ποιητές - σ’ έναν κόσμο θορύβων και κενολογιών. Κι ο ποιητής, αντηχώντας τούτο το κενό μας - όπως έδειξε αφοριστικά κι ο Σεφέρης - παρίσταται σε τούτη την βαθιά μας ανάγκη να αποκτήσουμε φωνή.

Απολογητική του ονείρου, η ποίηση του Αγγέλου Παπαμιχαήλ ευαγγελίζεται στον αισθητισμό καταφυγές δικαίωσης και στην αναδίπλωση στο έσω μας Ωραίο, προβαλλόμενο κι υποστασιοποιημένο στο Εσύ του έρωτα, ως επίκληση και προσευχή στην διασώζουσα ομορφιά. Λυρικός στην επένδυση της βαθιάς του εσωτερικότητας στις φορτισμένες λέξεις Μορφές της μεταφορικής εικονογραφίας του, ο Παπαμιχαήλ υπηρετεί τους αισθητικούς σκοπούς της ποίησής του σε μια δομή που υφαίνει γύρω από το κεντρικό μοτίβο της Χώρας, με τις πλατωνικές συνυποδηλώσεις και παραπομπές στον Τίμαιο, μια τελετουργία ιεροφαντικών λέξεων, πάνω και μέσα σε όλες την ίδια την λέξη 'λέξη', ώστε το ποίημα να αναδίνει μια αύρα εξαγνιστικού ορατορίου.

Διαφαίνεται κάτι Δαντικό στους κύκλους που περι-γράφουν, στρεφόμενοι γύρω από το κεντρικό μοτίβο της 'απελπισμένα αποφατικής' επίκλησης και βαθυνόμενοι προς το άλεκτο ερώμενο Όνομα της Χώρας, Εκείνης «που παράφορα αγαπήθηκε», χαιρετώμενη σε ένα παρελθόν, σε μιαν «ακολουθία συντελεσμένων ανακλήσεων», που είναι τα πέντε, τόσα, ποιήματα, συμπεραίνει ο ποιητής, πριν το τελειωτικό θιγγάνειν που σιωπά τις λέξεις, και που τον βρίσκει τέλος, ή σαν το τέλος, «να σε βρίσκει κατάστηθα η σφαίρα, το χάδι εκείνης».

Στο τέλος, τα πράγματα τα ίδια που υπήρξαν μέσα «στην φωνή χωρίς αλφάβητο» του ποιήματος ζητούν απέλπιδα από τον «ίσκιο του ποιητή να μείνει», «ίσκιος», εκείνος, που τους «δίνει σώμα». Το σώμα της ποίησης.