Σημερινή

Πέμπτη, 21/03/2019
RSS

Η μυθοπλαστική απομυθοποίηση ενός μεταβαλλόμενου κόσμου

| Εκτύπωση | 22 Οκτώβριος 2017, 18:00 | Της Χρυσοθέμιδας Χατζηπαναγή

ΚΑΖΟΥΟ ΙΣΙΓΚΟΥΡΟ, ΝΟΜΠΕΛ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ 2017

Καθώς οι εκάστοτε «σοφοί» της Σουηδικής Ακαδημίας μάς έχουν συνηθίσει στις εκπλήξεις, κυρίως ως προς τη Λογοτεχνία, με αποκορύφωμα την περσινή αμφιλεγόμενη βράβευση του Μπομπ Ντύλαν, η φετινή απονομή στον ιαπωνικής καταγωγής Βρετανό Καζούο Ισιγκούρο, παρότι δεν επέσυρε κραυγαλέους εντυπωσιασμούς αντιμαχόμενων αντιδράσεων, εντούτοις διέψευσε τις στοιχηματικές προβλέψεις για τους επικρατέστερους διεκδικητές της μεγαλύτερης παγκόσμιας αναγνώρισης. Στο γενικόλογης αποτίμησης σκεπτικό της βράβευσης έγινε λόγος για τα «μεγάλης συναισθηματικής έντασης μυθιστορήματα του Ισιγκούρο, που αποκαλύπτουν την άβυσσο κάτω από την απατηλή αίσθηση της σύνδεσής μας με τον κόσμο».

Η μυθοπλαστική απομυθοποίηση ενός συνεχώς μεταβαλλόμενου κόσμου, όπως προσλαμβάνεται από τους μυθιστορηματικούς του ήρωες, συνιστά την τραγικότητα του μετεωρισμού τους ανάμεσα σε ένα ομιχλώδες παρελθόν και ένα ασταθές παρόν άδηλου μέλλοντος, όπου η αμνησία της επιβίωσης και ο αντίξοος αγώνας της ψευδαισθησιακής προσαρμογής σε επερχόμενες αλλαγές αφήνουν αναπάντητα τα υπαρξιακά ερωτήματα του νοήματος της ζωής. Θεματικοί πυρήνες στα βιβλία του είναι η διαχείριση της μνήμης σε έναν αποσπασματικό χρόνο και η αναζήτηση της απολεσθείσας συνύπαρξης των ανθρώπων σε έναν τραυματικό κόσμο.

Συγκεκριμένα, το επίμαχο δίπολο μνήμης-λήθης αποτελεί πηγή πολυεπίπεδης έμπνευσης σε τρία μυθιστορήματα του Ισιγκούρο, που αναφέρονται στις οδυνηρές συνέπειες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Στο πρώτο «Α Pale View of Hills» («Αμυδρή θέα λόφων» ή κατά ελεύθερη απόδοση «Χλομό φως στους λόφους», 1982), που διαδραματίζεται στην αγγλική ύπαιθρο και στα ερείπια του Ναγκασάκι της γενέτειράς του, τα παροντικά γεγονότα και η μνήμη του παρελθόντος δημιουργούν ένα περιπεπλεγμένο δίκτυ μεταμέλειας και ενοχής.

Σύμφωνα με τον συγγραφέα, η αφηγηματική εδώ τεχνική εστιάζεται σε ιστορίες άλλων, που υπονοούν δύσκολα αντιμετωπίσιμες καταστάσεις από τα κεντρικά πρόσωπα. Είναι η ανακάλυψη μιας γλώσσας αυταπάτης και αυτοάμυνας. Στο λεπταίσθητης μελαγχολίας «An Αrtist of the Floating World» («Ένας καλλιτέχνης του ρευστού κόσμου»,1986) ο ηλικιωμένος Ιάπωνας ζωγράφος, αδυνατώντας να συλλάβει την αναγέννηση της χώρας του μετά την παράδοσή της το 1945 στον αμερικανικό στρατό, αποδοκιμάζεται για το παρελθόν του από τη νέα γενιά.

Επανασυγκολλώντας τα θραύσματα του παρελθόντος

Στο εμβληματικό του μυθιστόρημα «The Remains of the Day» («Τα απομεινάρια της μέρας»), που ήλθε τρία χρόνια μετά, καθιστώντας τον διάσημο στο ευρύτερο κοινό με το βραβείο Booker και την επιτυχή κινηματογραφική μεταφορά του από τον Τζέιμς Άιβορι, σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση ο ήρωάς του Στίβενς, ένας ηλικιωμένος πιστός μπάτλερ, κατά το εξαήμερο ταξίδι του στη Δυτική Αγγλία θα κάμει τον απολογισμό τού προηγούμενού του βίου.

Μέσα από την αλληγορία της μεταβίβασης του εξοχικού στον Αμερικανό νέο ιδιοκτήτη του και της Βρετανίας που αλλάζει διερωτάται, επανασυγκολλώντας τα θραύσματα του παρελθόντος: άξιζε το τίμημα της αξιοπρέπειας και του καθωσπρεπισμού στην επιτέλεση των επαγγελματικών καθηκόντων, μη εξωτερικεύοντας ποτέ τα στοιχειωμένα του αισθήματα στην οικονόμο του σπιτιού, τη δεσποινίδα Κέντον;

Ο προβληματισμός του όχι για το τι έπρεπε, αλλά για ό,τι πρέπει να πράξει αποτυπώνεται με τις παραινέσεις ενός τυχαίου συνομιλητή στο μικρό απόσπασμα που μεταφράζω και που απηχεί τον τίτλο του έργου:

«…Μη συνεχίζεις να κοιτάζεις πίσω σου όλη την ώρα, θα πέσεις σε κατάθλιψη. Και εντάξει, δεν μπορείς να κάμεις τη δουλειά σου όπως συνήθως.[…] κανένας από μας δεν είναι στην πρώτη λάμψη της νιότης, αλλά πρέπει να εξακολουθείς να κοιτάζεις μπροστά.[…]. Πρέπει να απολαμβάνεις τη ζωή σου. Το βράδυ είναι το καλύτερο μέρος της μέρας. Έφερες σε πέρας τη δουλειά της μέρας. Τώρα μπορείς να βάλεις το ένα πόδι πάνω στο άλλο και να το απολαύσεις. Να, πώς το βλέπω. Ρώτα οποιονδήποτε, θα σου το πουν όλοι. Το βράδυ είναι το καλύτερο μέρος της μέρας» (Faber&Faber, σ. 256). Παρέλκει η συμβολική μεταφορά του βραδιού στα θετικά παρεπόμενα του γήρατος, όπως η πληρότητα της αυτοπραγμάτωσης του ανθρώπου και η καταξίωση των κόπων του.

O διεθνούς φήμης πιανίστας, που πιστεύει πως δίδοντας την καλύτερη συναυλία του κόσμου θα αποκαταστήσει μέσα του τις χαμένες ισορροπίες, είναι το θέμα τού «The Unconsoled» («Ο απαρηγόρητος», 1995), «η πιο φιλόδοξη προσπάθεια του Ισιγκούρο», κατά τον ομότεχνό του Σάλμαν Ράσντι. Τη μνήμη, την παιδική ηλικία και την επιστροφή στις ρίζες με αφορμή τη μετάβαση ενός διάσημου ντετέκτιβ στη Σαγκάη, για να λύσει το ανεξιχνίαστο μυστήριο της εξαφάνισης των γονιών του, όταν ήταν παιδί, πραγματεύεται το μυθιστόρημα «When We Were Orphans» («Τότε που ήμασταν ορφανοί», 2000) σε μιαν ενδιαφέρουσα περιπετειώδη πλοκή.

Ενώ το δυστοπικό μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας και κινηματογραφικής προσαρμογής από τον Μark Romanek (2010) «Νever Let Me Go»(«Μη μ’ αφήσεις ποτέ», 2005) ανιχνεύει το ζήτημα της κλωνοποίησης, αλλά και της μνήμης, που οδηγεί στην α-λήθεια του παρελθόντος και την επανατοποθέτηση των ανθρωπίνων σχέσεων.

Το «The Buried Giant» («Ο θαμμένος γίγαντας», 2015) στήνει το αλληγορικό σκηνικό των θρύλων, των μύθων και των δεισιδαιμονικών δοξασιών στην Αγγλία του 6ου μεταχριστιανικού αιώνος με πρωταγωνιστές ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, που μέσα από το οδοιπορικό προς τις χαμένες μνήμες θα διαλύσει την ομίχλη της λήθης, υπερβαίνοντας το εκδικητικό μίσος του πολέμου με τα όπλα της αγάπης. Κατά μία συνεντευξιακή δήλωση του φετινού Νομπελίστα, το πιο πρόσφατό του αυτό μυθιστόρημα εμπνέεται τόσο από τις παραδοσιακές ιαπωνικές αφηγήσεις όσο και από τα Ομηρικά Έπη, όπως και ο Πλάτων, τονίζει, ενυπάρχει σε όλο του το έργο.