Σημερινή

Πέμπτη, 21/03/2019
RSS

Το κύκνειο άσμα ενός αυθεντικού ποιητή

| Εκτύπωση | 15 Οκτώβριος 2017, 18:00 | Της Χρυσοθέμιδας Χατζηπαναγή

Χριστόφορος Θεοδώρου: Παράλληλη Μυθολογία

Ο αξέχαστός μας Χριστόφορος Θεοδώρου, φεύγοντας τόσο πρόωρα και αναπάντεχα από τον πρόσκαιρο κόσμο της θνητότητάς μας, θέλησε να σφραγίσει την έντονη παρουσία των 43 μόλις χρόνων της γήινης ζωής του με τη δεύτερη συλλογή ενός φιλοσοφημένου και αυθεντικού ποιητικού λόγου, ως άρμοζε στο κύκνειο άσμα του. Και τούτο δεν είναι σχήμα λόγου, αν θυμηθούμε το προσφυές χωρίο από τον Πλατωνικό Φαίδωνα. Εκεί όπου ο αγαπημένος μαθητής του Σωκράτη, αναδιηγούμενος τις τελευταίες στιγμές του δασκάλου του, παραλληλίζει τη χαρά της μετάβασης της ψυχής του στην αθανασία με το ωραιότερο τραγούδι των κύκνων· χωρίς να λυπούνται ή να φοβούνται τον θάνατο, αλλά απεναντίας χαίρονται, επειδή «ως πτηνά του Απόλλωνος έχουν μαντική ικανότητα και επειδή γνωρίζουν από πριν τα αγαθά που τους περιμένουν εις τον Άδην»(85b).

Και ο Χριστόφορος, αφού διέτρεξε κυριολεκτικά και μεταφορικά τον «Κύκλο» της πρώτης πολυσέλιδης ποιητικής του συλλογής, με την «Παράλληλη μυθολογία» την περσινή χρονιά από τις εκδόσεις Μελάνι εγεωμέτρησε νέους δημιουργικούς δρόμους ηδυσμένου λόγου μέσα από μεστά νοήματα ευρηματικών συμβολισμών και περσόνες μυθολογικών μορφών, που τα αλλεπάλληλα δρώμενά τους σε ένα συνεχές σκηνικό, ευάρμοστα με τα προσωπικά του βιώματα και τις συγκαιρινές καταστάσεις, σκηνοθέτησε σε ζωντανή αναπαράσταση θεατρικής υποβλητικότητας.

Συνάρθρωσε ακόμη με τα έντεχνα πληθωρικά του σύνεργα ρυθμικές στροφές σε ομοιοκατάληκτους είτε ελεύθερους στίχους και εύρυθμες πεζόμορφες γραμμές παραπληρωματικών προεκτάσεων, κομίζοντας την ιδιότυπη νεωτερική αισθητική μιας εμπνευσμένης ποίησης και ποιητικής, που δεν εκμετρά τον βίον, αλλά αναδεικνύει το μέτρο του αληθινού ποιητή. Και ως τέτοιος δεν θα μπορούσε παρά να έχει τις Απολλώνιες μαντικές προσλήψεις και τις διαισθητικές ενοράσεις του δικού του αμφίσημου μαντείου, μυθολογώντας την επίγεια ζωή και παράλληλα απομυθοποιώντας τον θάνατο όχι ως μια άλλη της όψη αλλά, κατά την Αριστοτελική τελεολογία, την αρχή του τέλους στο επέκεινα της διαιώνισής της.

Ήταν ο ποιητής λοιπόν του αβυθομέτρητου ψυχισμού, των ευαίσθητων κραδασμών και των αεικίνητων συγκινησιακών εξάρσεων, που με ανατρεπτικά αισθητήρια αφουγκραζόταν τα συναισθήματα του νου και τη λογική της καρδιάς και «σαν έτοιμος από καιρό σα θαρραλέος» μπροστά στην οποιαδήποτε πτώση ή απώλεια και τις εφήμερες ψευδαισθήσεις δεν καταδεχόταν να συνάψει κανένα συμβόλαιο συμβιβασμού, μάταιων ελπίδων και απατηλών ονείρων. Και ο ανθρώπινος φόβος πάντα στιγμιαίος, φευγαλέος από δόλιους δαίμονες, όπως τον Ασκάλαφο, τον γιο του Αχέροντα, που τον επαναφέρει σε τρία ποιήματά του.

Ο ποιητής δεν προκαλεί τον θάνατο με πεισιθάνατες διαθέσεις νοσηρού ρομαντισμού, αλλά, ενώ προσβλέπει στην κάθαρση και στον αναγεννώμενον «Φοίνικα», όπως στο προανάκρουσμα του πρώτου ομότιτλου ποιήματος, διαβλέπει προφητικά μέσα από την Πλατωνική εσχατολογία της εικασίας και της μελέτης θανάτου το αναπόδραστο της ανθρώπινης μοίρας: «Άπλωσα δάχτυλα στον ουρανό/να πιάσω ό,τι μπορώ,/νομίζοντας στη χούφτα μου/θ’ ανάψει της κάθαρσης φωτιά,/φοίνικας θα γεννηθεί κι αγριελιά./[…]/Μου φάνηκε πως πέταξαν σπουργίτια, προπομποί ψυχών καθώς τα λένε,[…]Με την άκρη του ματιού, έπιασα μια κουκουβάγια να με κοιτά με τα κίτρινα μάτια της. Θυμήθηκα τον καταδότη Ασκάλαφο.

Για μια στιγμή φοβήθηκα. Μόνο για μια στιγμή…» («Φοίνικας», σ. 7). «Μόνο η Ειμαρμένη θα έρθει να μου κάνει δώρο ταξίδι στους λειμώνες με τους ασφοδέλους»(«Ασκάλαφου(Ι)λόγια,σ.17». Στη διαλεκτική ζωής-θανάτου και σε ατμόσφαιρα κοιμητηρίου μάς μεταφέρει ο ποιητής με τους επόμενους στίχους ενός άλλου ποιήματος, προοιωνίζοντας την αιώνια κατοικία του: «Φουντώνει ο αέρας τη ζωή/αρκεί όμως μια πνοή για το καντήλι/και στο σκοτάδι θ’ απορεί/πώς έγινε σιωπή η τόση ύλη»(«Στον ουρανό νησί», σ. 29).

Ωστόσο, ο ποιητής αναστοχάζεται σ’ ένα φάσμα άλλων θεμάτων και πρωτίστως στον έρωτα και την αγάπη, το αντίπαλον δέος ή την ομόρριζη σύζευξη του θανάτου, καθώς πιστοποιούν οι πεζοί στίχοι: «Ερωτεύτηκα κι αγάπησα με πάθος την Ευρυδίκη. Όταν την είχα κοντά μου, η ένωσή μας μ’ έκανε θεό.[…]. Πήγα να τη βρω στον Κάτω Κόσμο, μα εκεί κάτω είναι μόνο σκιές»(Άθροισμα, σ. 41). Το «Φιλοσοφικό έρωτημα» (σσ. 11-12) του ομώνυμου ποιήματος αντιπαρατάσσει τον πεπερασμένο χρόνο της αλλοίωσης και της εκμηδένισης απέναντι στην αιωνιότητα, ενώ οι στίχοι του ποιήματος «Γκρεμός» (σ. 13) «ξένος ήρθα, ξένος φεύγω/ο κόσμος σαν το πατρικό του Μύρη» παραπέμπουν στο γνωστό Καβαφικό ποίημα.