Σημερινή

Σάββατο, 25/05/2019
RSS

Η συμφωνία έσπασε ταμπού

| Εκτύπωση | 21 Ιανουάριος 2014, 00:00 | ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑ ΖΑΝΝΕΤΟΥ

Δεν υπήρξε κανένα αντάλλαγμα προς τη Μεγάλη Βρετανία
Δεν υπάρχει θέμα γιβραλταροποίησης των βάσεων, τονίζει ο Βρετανός Ύπατος Αρμοστής στην Κύπρο Μάθιου Κιντ, χαρακτηρίζοντας τη συμφωνία ως ένα παράδειγμα της διαφοροποίησης των σχέσεων των δύο χωρών


Για ένα ταμπού, το οποίο έσπασε μετά την πρόσφατη συμφωνία μεταξύ Κύπρου-Βρετανίας για τις βρετανικές βάσεις, έκανε λόγο σε αποκλειστική συνέντευξή του στο SigmaLive ο Βρετανός Ύπατος Αρμοστής στην Κύπρο. Ο Μάθιου Κιντ κλήθηκε να απαντήσει στα περί ανταλλαγμάτων, τους φόβους για γιβραλταροποίηση των βάσεων, καθώς και τον ρόλο που θα διαδραματίσει η Βρετανία στο Κυπριακό από τώρα και στο εξής.

Γιατί επιλέγηκε αυτή η χρονική στιγμή για τη συμφωνία;
«Είναι ένα θέμα για το οποίο εργαζόμαστε με τις κυπριακές κυβερνήσεις για σειρά ετών. Πριν καν έρθω εγώ στην Κύπρο, δηλαδή περισσότερο από 4 χρόνια. Οπότε πήρε αρκετά χρόνια. Έπρεπε να βρούμε λύσεις για διάφορα δύσκολα ζητήματα, για το πώς θα το εφαρμόζαμε στην πράξη. Μέσα στο φθινόπωρο είχαμε πιο εντατικές συνομιλίες για το κείμενο της συμφωνίας. Αρχίσαμε να το δουλεύουμε πριν καν γνωρίζουμε ότι θα πραγματοποιείτο αυτή η επίσκεψη. Οπότε δεν ήταν κάτι το οποίο ήταν σχεδιασμένο να επισημοποιηθεί κατά την επίσκεψη του Προέδρου στο Λονδίνο, αν και σίγουρα είναι ιδιαίτερα ευχαριστημένος που αυτό έγινε κατά την επίσκεψή του. Είναι το αποτέλεσμα μακρόχρονων προσπαθειών και από τις δύο πλευρές».

Mε ποιαν αφορμή άρχισαν αυτές οι προσπάθειες;
Άρχισαν μετά από πιέσεις των ιδίων των κοινοτήτων και των κατοίκων που επηρεάζονται, οι οποίοι ζητούσαν να τους επιτραπεί να κάνουν περισσότερα με τη γη τους. To δουλέψαμε για χρόνια με την κυπριακή κυβέρνηση, ξεπεράσαμε τις πρακτικές δυσκολίες που υπήρχαν και καταλήξαμε σε συμφωνία. Εκτός από το γεγονός ότι το αποτέλεσμα θα ωφελήσει τους ιδιοκτήτες γης, θα θέσει και ένα παράδειγμα για το πώς, όταν συνεργαστούμε, μπορούμε να πετύχουμε πράγματα σε σχέση με τις βάσεις.

Ναι, είναι ιστορική η συμφωνία
Ο κ. Αναστασιάδης χαρακτήρισε τη συμφωνία ως ιστορική. Εσείς πώς θα τη χαρακτηρίζατε;
«Όλοι μπορούμε να χαρακτηρίζουμε πράγματα ιστορικά, μέχρι την επόμενη φορά... Ναι, είναι. Προτιμώ να το σκέφτομαι ως ένα παράδειγμα της διαφοροποίησης των σχέσεών μας για το θέμα των βάσεων. Πρόκειται για μια τάση αλλαγής στον τρόπο που συζητούμε ακόμα και ευαίσθητα πράγματα, για τα οποία για αρκετά χρόνια δεν ήμασταν σε θέση να συζητήσουμε με επιτυχία».

Oπότε μπορούμε να αναφερόμαστε πλέον σε ένα ταμπού το οποίο έσπασε;
«Ναι, γιατί όχι. Είναι αλήθεια ότι αποτελεί ένα παράδειγμα το οποίο αποδεικνύει την ικανότητα να συζητούμε κάποια πράγματα, ιδιαίτερα θέματα ευαίσθητα που στο παρελθόν ήταν δύσκολο να συζητήσουμε. Δεν νομίζω, όμως, ότι πρόκειται για μια δραματική αλλαγή σε ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο. Mε την Κυβέρνηση συζητούσαμε και για το θέμα της ενδεχόμενης στρατιωτικής εκστρατείας στη Συρία και τις πιθανές επιπτώσεις της στο κοινό, σπάζοντας, όπως είπατε προηγουμένως, ένα ταμπού που υπήρχε».

Ικανοποιημένες και οι δύο πλευρές
Έχουν λεχθεί αρκετά για το περιεχόμενο της συμφωνίας. Το ερώτημά μου είναι ξεκάθαρο. Τι έδωσε η κυπριακή κυβέρνηση ως αντάλλαγμα στη Βρετανία;
«Νομίζω πως αυτός είναι λανθασμένος τρόπος προσέγγισης του θέματος. Αρχικά υπήρχε ένας αριθμός ιδιοκτητών γης εντός των βάσεων, οι οποίοι θα ήθελαν να τους δοθεί η δυνατότητα να αξιοποιήσουν τη γη τους. Εμείς, από την πλευρά μας, είδαμε με ενδιαφέρον το θέμα και θέλαμε να βοηθήσουμε, προκειμένου να γίνει εφικτό. Το ίδιο και η κυπριακή κυβέρνηση, οπότε καταλήξαμε σε συμφωνία. Οι σχέσεις μας με την Κύπρο δεν έχουν να κάνουν με απευθείας συναλλαγές, με τη λογική εμείς κερδίζουμε, εσείς χάνετε, ούτως ώστε να ζητούσαμε κάτι εκ των προτέρων. Αυτό είναι μέρος μιας ευρύτερης σχέσης, η οποία είχε ένα αποτέλεσμα που μας ικανοποιεί και τους δύο».

Δεν είναι στο χέρι της Βρετανίας…
Πολιτικοί παράγοντες στην Κύπρο εξέφρασαν φόβο ότι η Βρετανία θα ακολουθήσει την ίδια μεθοδολογία που ακολούθησε και στο Γιβραλτάρ.
«Θα σταθώ σε τρία σημεία. Πρώτον, είναι ότι η ιστορία του Γιβραλτάρ δεν είναι όπως παρουσιάζεται. Δεύτερον, ότι οι ιδιοκτήτες γης που επηρεάζονται από αυτήν τη συμφωνία είναι Κύπριοι. Οπότε, αυτήν τη στιγμή οι ιδιοκτήτες έχουν τη δύναμη να αναπτύξουν τη γη τους ή να την πουλήσουν ακριβώς σε όποιον θελήσουν. Οπότε, δεν είναι στο χέρι της Βρετανίας ή οποιουδήποτε άλλου να κάνει κάτι τέτοιο. Τρίτο σημείο, νομίζω ότι η τάση που ακολουθήσαμε εμείς με τους ιδιοκτήτες γης τα τελευταία 50 χρόνια, είναι ακριβώς η αντίθετη από την περίπτωση του Γιβραλτάρ. Δουλεύουμε στενά με τις αρχές της Δημοκρατίας για τα θέματα διαχείρισης της γης εντός των βάσεων».

Πολιτικοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι η Βρετανία επιχειρεί να βελτιώσει την αρνητική της εικόνα μέσα στην κυπριακή κοινωνία, με στόχο την εξυπηρέτηση των δικών της συμφερόντων στο νησί, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά το Κυπριακό. Πώς το σχολιάζετε;
«Είναι γεγονός ότι προσπαθούμε να βελτιώσουμε την εικόνα μας. Δεν θέλω να σχολιάσω πόσο κακή ή καλή είναι αυτή η εικόνα, όμως αυτό είναι κάτι φυσιολογικό, για όλες τις κυβερνήσεις. Και είμαι σίγουρος ότι, αν ρωτήσεις όλους τους διπλωμάτες συναδέλφους μου, όλοι θα πουν ότι, ναι, προσπαθούμε να βελτιώσουμε την εικόνα της κυβέρνησής μας στην κοινή γνώμη εδώ στην Κύπρο. Ένας από τους τρόπους που προσπαθούμε να το κάνουμε αυτό, είναι με το να προσπαθούμε να αυξήσουμε τα επίπεδα κατανόησης σε θέματα όπου οι θέσεις τόσο της Βρετανίας όσο και της Κύπρου είναι κοινές».

Η Κύπρος αναγνωρίζει την ετοιμότητά μας να βοηθήσουμε
Αυτό πιστεύετε ότι ισχύει και στο Κυπριακό;
«Έχει να κάνει με μια σειρά συμφερόντων, τα οποία και οι δύο αντιμετωπίζουμε. Φυσικά και έχει να κάνει και με το Κυπριακό. Δεν μπορείς να απομονώνεις, και δεν πρέπει να απομονώνεις, διαφορετικούς τομείς των σχέσεών μας. Όσο πιο πολύ καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλον, τόσο πιο πολύ βελτιώνεται η κατανόηση και εμβαθύνεται η συνεργασία μας».

Βλέπετε αυτήν την κατανόηση μεταξύ των δύο χωρών και σε ό,τι αφορά το Κυπριακό;
«Αυτό που προκύπτει και από τις συζητήσεις της περασμένης βδομάδας αλλά και γενικότερα, είναι ότι η κυπριακή κυβέρνηση αναγνωρίζει την ετοιμότητά μας να χρησιμοποιήσουμε οποιαδήποτε επιρροή έχουμε για να βοηθήσουμε τη διαδικασία κατάληξης σε λύση. Και αναγνωρίζουν, επίσης, ότι έχει σημασία να γίνεται μια ανοικτή συζήτηση, να υπάρχει εμπιστοσύνη, για το τι θέλουν να πετύχουν, ποια προβλήματα αντιμετωπίζουν, τι προσπαθούν να κάνουν για να τα λύσουν, ούτως ώστε, όποτε μπορούμε και εμείς, από την πλευρά μας, να παίξουμε βοηθητικό και υποστηρικτικό ρόλο. Η δική μου αντίληψη είναι ότι αυτό ήταν και το άρωμα των συνομιλιών της περασμένης βδομάδας».

Επαφή με όλους τους παίκτες
Έχοντας υπόψη ότι η παρούσα Κυβέρνηση έχει καταβάλει τεράστιες προσπάθειες για κατάληξη σε κοινό ανακοινωθέν και μπροστά της βρίσκει ένα τείχος αρνητισμού από την άλλη πλευρά, δεν νομίζετε ότι η Βρετανία θα πρέπει να ασκήσει περισσότερη επιρροή και πίεση προς την τουρκική κυβέρνηση παρά στην κυπριακή;
To λες αυτό γιατί νομίζεις πως είναι κάτι που δεν πράττουμε;

Eίδαμε σειρά ενεργειών από πλευράς Βρετανίας, οι οποίες προωθούσαν το Κυπριακό εις βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Όπως, για παράδειγμα, η συμφωνία στρατηγικής συνεργασίας Τουρκίας-Βρετανίας του 2007, στην οποία μεταξύ άλλων περιλαμβανόταν η άρση τής ούτω καλούμενης απομόνωσης των Τουρκοκυπρίων…
Aυτό είναι κάτι το οποίο απορρίπτω. Στην πράξη, ο ρόλος ο οποίος μπορούμε να παίξουμε είναι να είμαστε σε επαφή με όλους τους παίκτες, και αυτό είναι κάτι που κάνουμε εδώ και χρόνια. Θα συνεχίσουμε να βάζουμε πίεση στην Τουρκία, όταν κρίνουμε ότι κάτι τέτοιο είναι απαραίτητο. Αυτό γίνεται με όλα τα μέρη, όταν το κρίνουμε αναγκαίο, προκειμένου να σπρώξουμε τα πράγματα προς την κατεύθυνση της λύσης του Κυπριακού. Τα σημεία στα οποία χρειάζεται να μπει πίεση ή να γίνει ενθάρρυνση από εμάς ή άλλους εξωτερικούς παράγοντες αλλάζουν από καιρό σε καιρό, ανάλογα με το στάτους των συνομιλιών.

Παρασκηνιακή παρέμβαση
Ο κ. Κασουλίδης είπε σε δηλώσεις του ότι η Βρετανία θα κρατήσει διακριτική στάση σε ό,τι αφορά το Κυπριακό. Τι να αναμένουμε λοιπόν από τη Βρετανία στην πράξη;
«Νομίζω ότι δεν θα πρέπει να αναμένετε ότι η όποια δράση αναλάβουμε θα είναι παράλληλα και ορατή. Αυτό εννοούμε με τη λέξη 'διακριτική'. Αν τελικά θα επιχειρήσουμε κάποια επιρροή στα εμπλεκόμενα μέρη, μέσω κάποιας πίεσης ή ενθάρρυνσής τους, τότε θα είναι πιο αποτελεσματική, εάν γίνει παρασκηνιακά».

Η ΔΔΟ θεωρείται προϊόν της βρετανικής διπλωματίας. Τη στήριξή τους προς αυτήν τη λύση εξέφρασαν μέσω του κοινού ανακοινωθέντος οι κ. Κάμερον και Αναστασιάδης. Δεν νομίζετε ότι έπειτα από 4 δεκαετίες χωρίς λύση είναι καιρός να αναθεωρηθεί;
«Είναι αποτέλεσμα των συμφωνιών της δεκαετίας του ΄70 και επιβεβαιώθηκε σε σειρά ψηφισμάτων του ΟΗΕ. Είναι δύσκολο, και μέχρι σήμερα δεν έχει δουλέψει. Όμως, το να πετάξεις αυτές τις δύο σημαντικές συμφωνίες που υπάρχουν είναι κάτι ιδιαίτερα ριψοκίνδυνο, εκτός και αν υπάρχει κάποια συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών για αλλαγή αυτής της βάσης. Στο τέλος της ημέρας, είναι οι δύο κοινότητες που θα ζήσουν με το αποτέλεσμα της όποιας συμφωνίας».