Σημερινή

Πέμπτη, 15/11/2018
RSS

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΠΑΤΣΑΛΗ Αλλάζουμε συθέμελα τη δημόσια υγεία

| Εκτύπωση | 31 Μάιος 2015, 12:02 | Των Μάριου Αδάμου και Μάριου Πουλλάδου

ΑΠΟΦΑΣΙΣΜΕΝΗ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΝΑ ΠΡΟΧΩΡΗΣΕΙ ΣΤΙΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ

Ο Υπουργός Υγείας ανοίγει τα χαρτιά του και τοποθετείται επί σειράς καυτών ζητημάτων, όπως το ΓεΣΥ, η αυτονόμηση των δημόσιων νοσηλευτηρίων και οι σχέσεις του με γιατρούς και νοσηλευτές

Εντός Ιουνίου στη Βουλή το νομοσχέδιο για την αυτονόμηση των δημόσιων νοσηλευτηρίων, με στόχους την ψήφισή του πριν από το κλείσιμο του Κοινοβουλίου για τις καλοκαιρινές διακοπές και την υλοποίηση του μέτρου την Πρωτοχρονιά του 2016

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο δημόσιος τομέας της υγείας είναι ευρύτερες και πολύ πιο βαθιές. Δεν είναι προκλήσεις που απασχολούν κατ’ αποκλειστικότητα έναν από τους κλάδους των επαγγελματιών υγείας και που με κάποιες διορθωτικές ενέργειες τα ζητήματα θα επιλυθούν

Οι συζητήσεις με τους γιατρούς, τους νοσηλευτές και τους άλλους επαγγελματίες της υγείας, όπως και με τις συντεχνίες τους, συνεχίζονται. Οι απεργίες δεν επιλύουν τα προβλήματα, αυτό το είπαμε πολλές φορές. Αντίθετα, ο διάλογος είναι που επιλύει τα προβλήματα


Την αποφασιστικότητα τόσο του ιδίου όσο και της Κυβέρνησης ευρύτερα για προώθηση των απαραίτητων αλλαγών για μεταρρύθμιση της δημόσιας υγείας, δηλώνει με συνέντευξή του στη «Σ» ο Υπουργός Υγείας, Φίλιππος Πατσαλής. Μάλιστα, στέλνει το ισχυρό μήνυμα προς την πλευρά του Κοινοβουλίου πως δεν υπάρχει άλλη επιλογή, αλλά και ότι δεν απομένει άλλος χρόνος για χάσιμο, καθώς και ότι θα πρέπει το νομοσχέδιο για την αυτονόμηση των δημόσιων νοσηλευτηρίων να εγκριθεί πριν από τις καλοκαιρινές διακοπές, ούτως ώστε τα νοσοκομεία να λειτουργήσουν αυτόνομα από την Πρωτοχρονιά του 2016.

Σε ό,τι αφορά δε την εφαρμογή του ΓεΣΥ,ο Υπουργός Υγείας τονίζει πως αυτό σιγά-σιγά μπαίνει σε τροχιά υλοποίησης, τοποθετώντας την εφαρμογή του σε 16 περίπου μήνες. Την ίδια ώρα, ο Φίλιππος Πατσαλής, αναφερόμενος στις σχέσεις του Υπουργείου Υγείας με τους λειτουργούς της δημόσιας υγείας -νοσηλευτές και γιατρούς- οι οποίες είχαν κλονιστεί το τελευταίο διάστημα, τονίζει, μεταξύ άλλων:

«Αφήνουμε το παρελθόν στο παρελθόν και επικεντρωνόμαστε στο παρόν και στο μέλλον. Οι συζητήσεις με τους γιατρούς, τους νοσηλευτές και τους άλλους επαγγελματίες της υγείας, όπως και με τις συντεχνίες τους, συνεχίζονται. Οι απεργίες δεν επιλύουν τα προβλήματα, αυτό το είπαμε πολλές φορές. Αντίθετα, ο διάλογος είναι που επιλύει τα προβλήματα».

Ο τομέας της υγείας το τελευταίο διάστημα έχει βρεθεί ενώπιον πολλών προκλήσεων. Ποια βήματα έγιναν με στόχο τη βελτίωση του τομέα και ειδικότερα την επίλυση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν γιατροί και νοσηλευτές;

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο δημόσιος τομέας της υγείας είναι ευρύτερες και πολύ πιο βαθιές. Δεν είναι προκλήσεις που απασχολούν κατ’ αποκλειστικότητα έναν από τους κλάδους των επαγγελματιών υγείας και που με κάποιες διορθωτικές ενέργειες τα ζητήματα θα επιλυθούν. Μακάρι τα πράγματα να ήταν τόσο απλά. Όμως δεν είναι. Ο προϋπολογισμός του Υπουργείου Υγείας είναι πάρα πολύ μειωμένος σε σύγκριση με προηγούμενα έτη, υπάρχει οροφή στις προσλήψεις που δεν μπορούμε να υπερβούμε, η χώρα μας βρίσκεται ακόμη κάτω από πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής. Όλα αυτά από μόνα τους περιορίζουν τις κινήσεις μας.

Βέβαια, ως Υπουργείο Υγείας, μέσα από διάλογο με όλους τους κλάδους των επαγγελματιών υγείας, προχωρήσαμε με όλα τα αιτήματά τους, που μπορούσαν να ικανοποιηθούν, υπό τις παρούσες συνθήκες. Τα μεγάλα, βασικά και διαχρονικά αιτήματά τους, που κατά κόρον αφορούν εργασιακά θέματα, όπως για παράδειγμα το θέμα των εκτάκτων και της διασφάλισης του εργασιακού μέλλοντός τους, τα δρομολογούμε μέσα από τη νομοθεσία της αναδιοργάνωσης και αυτονόμησης.

Ήδη στο προσχέδιο του νομοσχεδίου περιλαμβάνονται σχετικές πρόνοιες και ρυθμίσεις. Έγνοια μας είναι να διορθώσουμε τα κακώς κείμενα στον τομέα της δημόσιας υγείας. Πρώτο βήμα -που αποτελεί και προαπαιτούμενο του ΓεΣΥ- είναι η αναδιοργάνωση και η αυτονόμηση των δημόσιων νοσηλευτηρίων. Δηλαδή, η αλλαγή του μοντέλου διοίκησης των δημόσιων νοσηλευτηρίων στη βάση σύγχρονων και βέλτιστων πρακτικών. Η αλλαγή αυτή θα επιλύσει πολλά από τα θεσμικά προβλήματα που υπάρχουν σήμερα.

Παρά το γεγονός πως η Κυβέρνηση έχει εκφράσει, ουκ ολίγες φορές, τη θέλησή της για μεταρρύθμιση του τομέα της υγείας, εντούτοις, παρατηρείται συνεχώς μια καθυστέρηση και μετάθεση των χρονοδιαγραμμάτων που τίθενται προς υλοποίηση αυτού του στόχου. Πότε τελικά θα επιτευχθεί αυτή η πολυπόθητη μεταρρύθμιση;

Στόχος είναι το συντομότερο δυνατόν να υλοποιηθεί η αυτονόμηση των δημόσιων νοσηλευτηρίων. Η οποία είναι απαραίτητη να γίνει, ούτως ώστε να μπορεί να στηρίξει και να υποστηρίξει την εισαγωγή του ΓεΣΥ. Δηλαδή, αυτή τη στιγμή δημιουργούμε τις συνθήκες εκείνες που θα επιτρέψουν να αποκτήσουμε δημόσια νοσηλευτήρια, τα οποία θα μπορούν και θα λειτουργούν πάνω σε σύγχρονες και ευέλικτες δομές, με δικό τους προϋπολογισμό, με δικά τους Διοικητικά Συμβούλια, που θα είναι εύρωστα και ευέλικτα, που θα μπορούν να λαμβάνουν άμεσα αποφάσεις.

Σε αυτήν τη διαδικασία προχωρούμε τάχιστα, με το νομοσχέδιο να κατατίθεται στη Βουλή προς ψήφιση εντός Ιουνίου. Αυτή είναι μια τεράστια μεταρρυθμιστική αλλαγή, το όφελος της οποίας θα μετακυλήσει και προς τους επαγγελματίες υγείας και προς τους πολίτες. Δεν είμαστε πλέον στα λόγια. Δεν μείναμε στους σχεδιασμούς. Προχωρούμε και υλοποιούμε. Η πρόθεση της Κυβέρνησης είναι έκδηλη: ο τομέας της υγείας αλλάζει. Αυτή η κατεύθυνση για ολική ανοικοδόμηση του δημόσιου συστήματος υγείας δεν είναι μια μονολιθική δράση, που με το πάτημα ενός κουμπιού όλα μεταρρυθμίζονται.

Η αλλαγή που επέρχεται είναι μεγάλη. Αλλάζει συθέμελα τη δημόσια υγεία όπως την ξέρουμε έως σήμερα. Στην πορεία αυτή υπάρχουν πολύπλοκες και πολυάριθμες ενέργειες, οι οποίες πρέπει να ολοκληρωθούν πριν από την εφαρμογή του ΓεΣΥ. Η αναδιοργάνωση και η αυτονόμηση των δημόσιων νοσηλευτηρίων είναι μόνο μία από αυτές. Ωστόσο, υπάρχουν και εξωγενείς παράγοντες που τους τελευταίους 14 μήνες καθυστέρησαν το αρχικό πλάνο υλοποίησης.

Για παράδειγμα, υπάρχουν και άλλες πολύ σημαντικές ενέργειες που απαιτούνται να γίνουν, οι οποίες, όπως είναι γνωστό, δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί και οι οποίες δεν είναι στον έλεγχο του Υπουργείου Υγείας. Τέτοιες ενέργειες είναι η ανάπτυξη του λογισμικού του ΓεΣΥ. Για να δουλέψει το ΓεΣΥ δεν είναι αρκετό να υπάρχει μόνο το ασφαλιστικό πρόγραμμα. Χρειάζεται το λογισμικό μέσα από το οποίο ο Οργανισμός Ασφάλισης Υγείας θα αποζημιώνει τα νοσηλευτήρια, ιδιωτικά και δημόσια, για τις υπηρεσίες που παρείχαν στους πολίτες.

Τελικά ποια μορφή θα έχει το Γενικό Σύστημα Υγείας, με δεδομένη την έκθεση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, το οποίο δεν προκρίνει στην ουσία το μεικτό και το πολυασφαλιστικό σύστημα υγείας; Γιατί πιστεύετε ότι το πολυασφαλιστικό ή το μεικτό (ανάλογα) σύστημα υγείας μπορεί να εφαρμοστεί στη χώρα μας, παρά το γεγονός πως ο ΠΟΥ βλέπει κινδύνους από κάτι τέτοιο;

Σήμερα υπάρχουν δύο κυρίως μοντέλα ασφάλισης υγείας στον κόσμο: το πολυασφαλιστικό και το μονοασφαλιστικό, με τα κράτη να επιλέγουν να ακολουθούν ένα μοντέλο προσαρμοσμένο στις ανάγκες τους. Βεβαίως, η επιλογή αυτή δεν είναι μονολιθική. Οι χώρες, πολλές φορές, διαφοροποιούν το σύστημά τους στη βάση του οφέλους και του συμφέροντος των πολιτών τους. Για παράδειγμα, η πρώην Σοβιετική Ένωση, το 1992, μετέτρεψε το σύστημά της από μονοασφαλιστικό σε πολυασφαλιστικό.

Συνεπώς, δεν υπάρχει σωστό και λάθος. Η κάθε χώρα έχει δομημένο ένα σύστημα ασφάλισης υγείας - είτε μονοασφαλιστικό είτε πολυασφαλιστικό - το οποίο ταιριάζει καλύτερα στα μέτρα και στις ανάγκες της. Δεν υπάρχει πρότυπο, ούτε βεβαίως και υπάρχει ένα σύστημα που αξιολογείται ως πολύ καλύτερο από ένα άλλο. Η εφαρμογή είτε του μονοασφαλιστικού είτε του πολυασφαλιστικού συστήματος στην Κύπρο δεν πρέπει να γίνει ούτε στη βάση πολιτικών ούτε στη βάση οποιωνδήποτε άλλων παραμέτρων.

Παρά στη βάση των αναγκών της χώρας μας. Προς τούτο έχει γίνει και η πρόσφατη μελέτη από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, την οποία εμείς ως Κυβέρνηση ζητήσαμε, για να καταδείξει, στη βάση εμπειρογνωμοσύνης, τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα για τη χώρα μας. Η μελέτη αυτή αναφέρει τις συνθήκες τις οποίες πρέπει να δημιουργήσουμε, ούτως ώστε είτε το ένα είτε το άλλο σύστημα να είναι σωστό για τους πολίτες. Πολιτική βούληση της Κυβέρνησης είναι η εφαρμογή του ΓεΣΥ στη βάση σωστής δομής, που θα παρέχει στους πολίτες του τόπου μας αναβαθμισμένες και ποιοτικά υψηλές υπηρεσίες υγείας, για όλη τη διάρκεια της ζωής τους.

Πιστεύετε πως το νομοσχέδιο της αναδιοργάνωσης και αυτονόμησης που επεξεργάζεται η Κυβέρνηση και δη το Υπουργείο σας για τη μεταρρύθμιση της δημόσιας υγείας θα τύχει της έγκρισης της πλειοψηφίας της Βουλής όταν και εφόσον τεθεί ενώπιον του Κοινοβουλίου;

Κοινή αναγνώριση όλων είναι ότι το σύστημα πρέπει να αλλάξει για να δουλέψει σωστά. Δεν μπορούμε να θέλουμε αλλαγή χωρίς να προχωρούμε σε αλλαγή. Διαφορετικά μένουμε εδώ που είμαστε, αποδεχόμαστε την υφιστάμενη κατάσταση και αφήνουμε τον πολίτη να ταλαιπωρείται και να αναζητά περίθαλψη μέσα από ένα σύστημα υγείας που δεν έχει άλλο προσδόκιμο. Κοινή συνισταμένη, επαναλαμβάνω όλων, είναι η ανάγκη για αλλαγή. Η ανάγκη για αναδόμηση του συστήματος υγείας της χώρας μας. Η Κυβέρνηση καταθέτει, μέσω των νομοσχεδίων, ολοκληρωμένες προτάσεις που διορθώνουν την κατάσταση αυτή. Αυτή τη στιγμή έχουμε την ευκαιρία να διορθώσουμε τα κακώς έχοντα. Όλοι αντιλαμβανόμαστε την κρισιμότητα των καιρών και όλοι μαζί πρέπει να βρούμε τις γέφυρες εκείνες που θα επιτρέψουν την επίτευξη της όσο το δυνατόν μεγαλύτερης συναίνεσης.

Υπάρχει «σχέδιο Β’», σε περίπτωση που η Βουλή δεν εγκρίνει τις αλλαγές που προωθείτε ή επιχειρήσει να τροποποιήσει βασικές πρόνοιές τους;

Επιτρέψτε μου να αντιστρέψω την ερώτηση. Είμαστε σε ένα κομβικό σημείο, υπάρχει πιστεύετε άλλο περιθώριο που να επιτρέπει να συνεχιστεί η υφιστάμενη κατάσταση; Τα δημόσια νοσηλευτήρια εξελίχθηκαν όλα αυτά τα χρόνια μέσα από το μοντέλο της δημόσιας υπηρεσίας, φέροντας πολλά από τα βαρίδια αυτά. Αποτέλεσμα είναι σήμερα να έχουμε ένα μοντέλο διοίκησης, το οποίο καθόλου δεν μοιάζει με τα σύγχρονα μοντέλα διοίκησης που ακολουθούνται στα σύγχρονα νοσηλευτήρια παγκοσμίως.

Αυτή τη στιγμή, στην ολοκληρωμένη νομοθεσία της αναδιοργάνωσης και αυτονόμησης των δημόσιων νοσηλευτηρίων, έχουν εισαχθεί οι εισηγήσεις των εμπειρογνωμόνων του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, όπως και θέσεις εμπλεκόμενων μερών που υποβλήθηκαν κατά τον πολύμηνο δημόσιο διάλογο. Το μεγάλο ζητούμενο τη χρονιά που διανύουμε είναι η νομοθεσία να ψηφιστεί πριν από το κλείσιμο της Βουλής για τις θερινές διακοπές, ούτως ώστε τα δημόσια νοσηλευτήρια να λειτουργήσουν αυτόνομα από την 1η Ιανουαρίου 2016, με νέες σύγχρονες διοικητικές δομές, δικά τους Διοικητικά Συμβούλια και δικούς τους εγκεκριμένους από τη Βουλή προϋπολογισμούς.

Μιας και αναφερόμαστε στο θέμα του ΓεΣΥ, ποια κίνητρα δίνονται στους ιδιώτες γιατρούς, ούτως ώστε να ενταχθούν στο νέο σύστημα υγείας;

Το σύστημα υγείας είναι ένα κίνητρο από μόνο του. Είναι το σύστημα μέσα από το οποίο θα καλύπτονται οι δαπάνες για την ασφάλιση της υγείας όλου του πληθυσμού. Βεβαίως η απόφαση κατά πόσο ένας ιδιώτης γιατρός επιθυμεί να συμμετάσχει στο ΓεΣΥ, είναι προσωπική υπόθεση των ίδιων των ιδιωτών ιατρών. Θα ληφθεί από τον ίδιο τον γιατρό.

Πιστεύετε ότι όσα έχετε κάνει έως τώρα για τα θέματα των γιατρών και των νοσηλευτών σάς επιτρέπουν να αισιοδοξείτε, πως οι σχέσεις σας έχουν μπει σε ένα νέο πλαίσιο κι ότι θα αποφευχθούν μελλοντικές απεργίες ή στάσεις εργασίας, που θα ταλαιπωρήσουν πρώτα και κύρια τον Κύπριο ασθενή;

Αφήνουμε το παρελθόν στο παρελθόν και επικεντρωνόμαστε στο παρόν και στο μέλλον. Οι συζητήσεις με τους γιατρούς, τους νοσηλευτές και τους άλλους επαγγελματίες της υγείας, όπως και με τις συντεχνίες τους, συνεχίζονται. Οι απεργίες δεν επιλύουν τα προβλήματα, αυτό το είπαμε πολλές φορές. Αντίθετα, ο διάλογος είναι που επιλύει τα προβλήματα. Οι γιατροί, οι νοσηλευτές αλλά και άλλοι κλάδοι επαγγελματιών υγείας είχαν κάποια αιτήματα, για τα οποία, στο μέτρο των οικονομικών δυνατοτήτων του κράτους, εργαστήκαμε και δώσουμε λύσεις σε πολλά από αυτά.

Κάποια άλλα αιτήματά τους, η κατάσταση, όπως είναι αυτή τη στιγμή, δεν μας επιτρέπει να τα ικανοποιήσουμε κατά τον τρόπο που οι Κλάδοι επιθυμούν. Η ουσία όμως είναι μια: όλοι επιθυμούμε τον εξορθολογισμό του δημόσιου συστήματος υγείας, ο οποίος θα αποβεί προς όφελος και των εργαζομένων στα νοσηλευτήρια και των ασθενών. Η αναδιοργάνωση και αυτονόμηση των δημόσιων νοσηλευτηρίων θα επιλύσει τα θεσμικά προβλήματα που σήμερα οι εργαζόμενοι στα δημόσια νοσηλευτήρια αντιμετωπίζουν. Σε αυτό το κομμάτι είναι που επικεντρωνόμαστε. Έχουμε μπροστά μας πολλή δουλειά, η οποία χρήζει και της συνδρομής όλων των εμπλεκομένων για να ευοδοθεί.

Ένα άλλο μεγάλο θέμα που άπτεται του τομέα της υγείας είναι και οι τιμές των φαρμάκων. Μπορείτε να μας εξηγήσετε πού οφείλεται η υψηλή τιμή των φαρμάκων στην Κύπρο; Δεν θεωρείτε ότι, ιδίως σε περίοδο οικονομικής κρίσης, θα έπρεπε να υπάρξουν οι απαραίτητες ανατιμήσεις;

Διαχρονικά οι τιμές των φαρμάκων στα ιδιωτικά φαρμακεία στην Κύπρο είναι υψηλές και αυτό οφείλεται σε δύο παράγοντες. Πρώτον, στις αδυναμίες που παρουσιάζει το υφιστάμενο μοντέλο σύγκρισης τιμών στις χώρες αναφοράς, καθώς και στα περιθώρια κέρδους, τα οποία εφαρμόζονται. Συγκεκριμένα, παρατηρείται ότι υπάρχει διαφορά βάσει αγοραστικής δύναμης στο υφιστάμενο καλάθι των χωρών αναφοράς, αλλά και το περιθώριο κέρδους των φαρμακοποιών στην Κύπρο είναι το δεύτερο πιο υψηλό μεταξύ των χωρών μελών της ΕΕ-28.

Δεύτερος παράγοντας που κρατά υψηλές τις τιμές είναι η απουσία μέτρων, που να πλαισιώνουν την τιμολογιακή πολιτική και να συμβάλλουν στη μείωση των τιμών. Ενδεικτικά αναφέρω πως στα πλείστα κράτη μέλη της ΕΕ-28, η τιμή ενός πρωτότυπου φαρμάκου μειώνεται κατά 30-50% με τη λήξη της ισχύος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Στην Κύπρο η πρακτική αυτή δεν εφαρμόζεται, με αποτέλεσμα η τιμή του πρωτότυπου να παραμένει αμετάβλητη και η τιμή του γενοσήμου να παραμένει αυξημένη, αφού αυτή καθορίζεται στο 80% της λιανικής τιμής του πρωτότυπου φαρμάκου.

Πρόσθετα, η περίοδος που μεσολαβεί μεταξύ των αναθεωρήσεων των τιμών είναι δύο έτη. Η μεγάλη αυτή χρονική περίοδος δεν παρέχει τη δυνατότητα στις αρμόδιες Αρχές να επωφεληθούν από τις μειώσεις τιμών στα κράτη μέλη του καλαθιού αναφοράς, γεγονός που θα οδηγούσε σε χαμηλότερες τιμές των φαρμάκων του ιδιωτικού τομέα. Για αλλαγή της μέχρι τώρα επικρατούσας κατάστασης, το Υπουργείο Υγείας έλαβε σημαντικές αποφάσεις προς όφελος της τσέπης των πολιτών, προχωρώντας σε αλλαγή της τιμολογιακής πολιτικής στον τομέα των φαρμάκων, στη βάση των μέτρων που εισηγήθηκε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας.

Ήδη, το Υπουργείο Υγείας, τον Ιανουάριο 2015 προχώρησε σε πρώτη μείωση των τιμών των φαρμάκων, θέτοντας σε ισχύ νέο, αναθεωρημένο τιμοκατάλογο, αφού πολιτική μας είναι η μεγιστοποίηση των ασθενών στη βέλτιστη φαρμακευτική αγωγή. Τέλος Ιουνίου 2015 προχωρούμε και σε δεύτερη μείωση των τιμών. Έτσι, σε διάστημα μερικών μόνων μηνών μεταξύ τους, οι πολίτες ανακουφίζονται από διπλή μείωση τιμής, η οποία θα ανέλθει συνολικά στο 23% περίπου της μέσης χονδρικής τιμής για τα φάρμακα άνω των 10 ευρώ.

Υπάρχουν δε περιπτώσεις στις κατηγορίες των αντιβιοτικών, υπερτασικών, φαρμάκων κατά της χοληστερόλης, φαρμάκων του νευρικού συστήματος και των μυοσκελετικών παθήσεων, κατά τις οποίες η μείωση στις χονδρικές τιμές κυμαίνεται από 26,8% έως 55,8%. Πρόσθετα, ως Υπουργείο λάβαμε απόφαση ώστε η επικαιροποίηση του τιμοκαταλόγου να γίνεται ανά έτος αντί κάθε δύο έτη, όπως γινόταν έως σήμερα, καθώς επίσης και η επανεξέταση του μηχανισμού τιμολόγησης των φαρμάκων θα γίνεται ανά δύο αντί ανά τέσσερα έτη.

Την ίδια στιγμή λάβαμε μέτρα προφύλαξης των φθηνών φαρμάκων από μια ενδεχόμενη απομάκρυνσή τους από την αγορά, διασφαλίζοντας ότι τα φάρμακα του καταλόγου των οποίων η χονδρική τιμή είναι ίση ή μικρότερη των 10,00 ευρώ να παραμείνουν σε σταθερή τιμή, όπως και τα φάρμακα εκείνα, ο υπολογισμός της τιμής των οποίων γίνεται λαμβάνοντας υπόψη μια φθηνή χώρα. Για παράδειγμα, φάρμακα τα οποία παρασκευάζονται στην Ελλάδα και κυκλοφορούν μόνο σε Ελλάδα και Κύπρο.

Το τελευταίο διάστημα, λόγω και της οικονομικής κρίσης, υπήρξε μαζική φυγή γιατρών από το Δημόσιο, ενώ την ίδια ώρα δεν υπάρχει ενδιαφέρον για εργασία σε δημόσια νοσηλευτήρια από γιατρούς. Πού οφείλεται αυτό και πώς τελικά επιλύεται;

Η επιλογών των γιατρών να εγκαταλείπουν το Δημόσιο οφείλεται κατά πρώτιστο λόγο στην αμοιβή που λαμβάνουν, στην έλλειψη κινήτρων και στις συνθήκες εργασίας κάτω από τις οποίες σήμερα καλούνται να επιτελέσουν το έργο τους. Παρ' όλες τις φιλότιμες προσπάθειες που γίνονται από πλευράς του Υπουργείου Υγείας, η υφιστάμενη κατάσταση δεν μπορεί να αλλάξει, λόγω του νομοθετικού πλαισίου που διέπει τη Δημόσια Υπηρεσία.

Με τη μεταρρύθμιση, τα νοσοκομεία ως αυτόνομοι οργανισμοί θα διοικούνται με σύγχρονο τρόπο, θα είναι πιο ευέλικτα, θα προσφέρουν ευκαιρίες και δυνατότητες ανέλιξης, όπως και καλύτερη μισθοδοσία σε αυτούς που το αξίζουν. Εν ολίγοις, θα ανταμείβουν τον άριστο. Αυτό από μόνο τους είναι ένα σοβαρό κίνητρο.