Σημερινή

Σάββατο, 17/11/2018
RSS

Να ξαναγίνουμε η ΕΔΕΚ του ’74 με όρους του 2015

| Εκτύπωση | 22 Φεβρουάριος 2015, 07:02 | Του Μιχάλη Παπαδόπουλου

Η ΕΔΕΚ είναι «διχασμένη» μόνο στο μυαλό κάποιων οι οποίοι διεκδικούν την καρέκλα

Το Κίνημα οφείλει να επανεύρει τη χαμένη του ταυτότητα και να δώσει πρόταση δημιουργική στον κυπριακό λαό, τονίζει ο ευρωβουλευτής Δημήτρης Παπαδάκης

ΘΕΩΡΩ ότι ο Γ. Ομήρου θα έπρεπε να μιλήσει ανοικτά και να διασαφηνίσει τους λόγους της παραίτησής του, ό,τι και να σήμαινε αυτό εντός του Κινήματος, σέβομαι, ωστόσο, την απόφασή του


Την ανάγκη να επανεύρει η ΕΔΕΚ τη χαμένη αγωνιστική και διεκδικητική της ταυτότητα, μετασχηματιζόμενη σ’ ένα πρωτοπόρο, ριζοσπαστικό Κίνημα, τονίζει ο ευρωβουλευτής Δημήτρης Παπαδάκης, απορρίπτοντας τη ρητορική περί διχασμού και διάσπασης του κόμματος. Αυτή η τελευταία, υποδεικνύει, «βρίσκεται μόνο στο μυαλό κάποιων οι οποίοι διεκδικούν την καρέκλα», προσθέτοντας ότι οι ψηφοφόροι της ΕΔΕΚ δεν έχουν τίποτε να μοιράσουν μεταξύ τους.

Εξηγεί, παράλληλα, τους λόγους που τον οδήγησαν να εκφράσει δημοσία την υποστήριξή του στην υποψηφιότητα του Μαρίνου Σιζόπουλου, ξεκαθαρίζοντας, ωστόσο, ότι δεν προσφέρει λευκή επιταγή σε κανέναν.


Η ΕΔΕΚ βρίσκεται σ’ ένα κρίσιμο, ιστορικό σταυροδρόμι. Ποιο είναι το μήνυμα που στέλνετε στα μέλη του Κινήματος;

Η ΕΔΕΚ οφείλει να βρει τον χαρακτήρα της. Να ξαναγίνει η ΕΔΕΚ του 1974 με όρους του 2015. Ένα κόμμα πρωτοπόρο, ριζοσπαστικό, το οποίο θα συγκρούεται με κάθε λογής κατεστημένα, και θα κάνει τομές στην κυπριακή κοινωνία. Να πάψει να είναι ένα από τα υπόλοιπα κόμματα. Όλα αυτά είναι που χαρακτήριζαν την ΕΔΕΚ, γι’ αυτό γίναμε ΕΔΕΚίτες οι λίγο μεγαλύτεροι σε ηλικία. Μάλιστα, το να είσαι ΕΔΕΚίτης τα παλαιότερα χρόνια, ήταν ένας τίτλος τιμής.

Ήταν ένας τρόπος να μην είσαι στο κέντρο της κοινωνίας, αλλά και να έχεις τη δύναμη και την περηφάνια να βιώνεις τον αποκλεισμό, ακόμη και από την ανέλιξη στη δημόσια υπηρεσία ή ακόμη και την είσοδο στη δημόσια υπηρεσία. Ήταν το σίγουρο διαβατήριο για να μην ανελιχθείς.

Η ΕΔΕΚ δεν πρέπει και δεν μπορεί να υπάρχει σαν ένα κόμμα όπως τα υπόλοιπα κόμματα. Διότι, η σοσιαλιστική ιδεολογία επιτρέπει να πάρεις από τα διάφορα ρεύματα και να προσφέρεις την καλύτερη πρόταση στην κοινωνία. Και σήμερα, που η Κύπρος δοκιμάζεται κοινωνικά, οικονομικά, πολιτικά και ηθικά, η ΕΔΕΚ οφείλει να επανεύρει τη χαμένη της ταυτότητα και να δώσει πρόταση δημιουργική στον κυπριακό λαό.

Από την πολιτική στις προσωπικές στρατηγικές

Ένα Κίνημα, που ξεκίνησε ευαγγελιζόμενο την κοινωνική και πολιτική ανατροπή, έφτασε να είναι σήμερα ένα κόμμα συστημικό όπως όλα τα άλλα. Αυτό δεν καταδεικνύει, αφενός μετατοπίσεις ιδεολογικού χαρακτήρα, αλλά και, αφετέρου, ευθύνες του πολιτικού προσωπικού που διαχειρίστηκε τον κομματικό οργανισμό όλα αυτά τα χρόνια;


Σαφέστατα, αλλά αυτά τα συμπτώματα δεν είναι των τελευταίων χρόνων. Υπάρχουν εδώ και πάρα πολλά χρόνια, ακόμη και επί προεδρίας Βάσου Λυσσαρίδη. Αντί η πολιτική να έχει τη θέση της σε πρώτο επίπεδο, περάσαμε στη λογική των προσωπικών στρατηγικών, της προσωπικής ατζέντας, παραβλέποντας συλλογικές αποφάσεις και καταπατώντας κάθε έννοια δημοκρατίας εντός του κόμματος. Γιατί η συμμόρφωση στις συλλογικές αποφάσεις των συλλογικών οργάνων δεν είναι καταπίεση, αλλά δημοκρατία. Η μη συμμόρφωση στις αποφάσεις των οργάνων, από τη στιγμή που συμμετέχεις σ’ έναν κομματικό οργανισμό, είναι φασισμός.

Αλλά, η ΕΔΕΚ οφείλει να αντιμετωπίσει τα προβλήματα τα οποία υπήρχαν, με την ανάπτυξη προσωπικών καπετανάτων. Και θλίβομαι να ακούω ότι η ΕΔΕΚ είναι τάχα μοιρασμένη. Διχασμένη είναι μόνο στο μυαλό κάποιων οι οποίοι διεκδικούν την καρέκλα. Οι ψηφοφόροι της ΕΔΕΚ δεν έχουν τίποτε να μοιράσουν μεταξύ τους, και ας πάει κάποιος να μιλήσει με τα στελέχη του Κινήματος, από τη Δερύνεια ώς τον Πύργο Τηλλυρίας, για να διαπιστώσει ότι ανάμεσά τους δεν υπάρχει κανένας διαχωρισμός.

Ο διαχωρισμός είναι επίπλαστος. Θα υπήρχε διχασμός, εάν στη βάση του κόμματος υπήρχαν αντιπαραθέσεις επί τη βάσει ιδεολογικών και πολιτικών διαφορών. Κάτι τέτοιο δεν υπάρχει. Άρα, αν θέλουν το Κίνημα να έχει μιαν άλλη πορεία, ας αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα δίνοντας λύσεις, για να μπορέσει η ΕΔΕΚ να δώσει καθαρό λόγο στον Κύπριο πολίτη. Πολλές φορές τον έχουμε συγχύσει, είτε με τη διγλωσσία μας είτε με την αμφίσημη στάση μας είτε με τη χαλαρή μας αντίδραση. Η ΕΔΕΚ δεν είναι με τα λόγια που θα ξαναγίνει ένα κόμμα που θα διενεργεί ρήξεις, αλλά με τις πράξεις και τις ενέργειές της.

Γιατί στηρίζω τον Μ. Σιζόπουλο

Σοβεί μια αντιπαράθεση στο Κίνημα, η οποία, λίγο-πολύ, εκφράζεται με όρους προσωπικής αντιπαράθεσης και προσωποπαγών ατζεντών, ή μέσω μιας επίπλαστης, κατά τη γνώμη μου, αντιπαράθεσης, ανάμεσα στην κοινοβουλευτική ομάδα και τον ισχυρό κομματικό πυρήνα. Δεν θεωρείτε ότι αυτές οι αντιπαραθέσεις θα έπρεπε να αρθρωθούν με ιδεολογικοπολιτικούς όρους; Δεν συνιστά αυτό αδυναμία, σύμπτωμα του προβλήματος του Κινήματος, που είναι εξόχως πολιτικό;


Προφανώς. Όταν κυριαρχεί η σύγκρουση στη βάση της προσωπικής ατζέντας ή των μικροπολιτικών επιλογών ενός εκάστου, δεν μπορείς να μιλήσεις πολιτικά, ούτε να εκφράσεις με σαφήνεια τις απόψεις σου. Είναι σε όλους γνωστά οι όροι και οι προϋποθέσεις τους οποίους έθεσα για να στηρίξουν κάποιον υποψήφιο για την Προεδρία του Κινήματος. Πρέπει πρώτα να γίνει καταστατικό συνέδριο, όπου εκεί πρέπει να υπάρξει άμεσα θεσμοθέτηση περιορισμού θητειών.

Αυτό είναι όρος επιβίωσης του Κινήματος, γιατί είμαστε ένα μικρό κόμμα και έχουμε χάσει εκατοντάδες ικανότατα στελέχη σε όλη την Κύπρο, που θα έπρεπε να είναι στην πρώτη γραμμή του Κινήματος. Κάποιοι, όμως, φοβόντουσαν να βάλουν αυτά τα στελέχη μέσα, να ανοίξει το κόμμα, γιατί θα κινδύνευε η θέση τους. Άρα, πρώτ’ απ’ όλα, θα πρέπει να μπει περιορισμός θητειών. Δεύτερο, πρέπει να σταματήσουμε να μιλούμε με όρους συνωμοσιολογίας και υπονοούμενα.

Πρέπει να μιλούμε πολιτικά, τα συλλογικά όργανα πρέπει να λαμβάνουν αποφάσεις, και οι αποφάσεις αυτές να υλοποιούνται. Έτσι, περιορίζεται η δυνατότητα του οποιουδήποτε να παίζει στη βάση της πολιτικής του ατζέντας, και αποκλείονται οιεσδήποτε λογικές που αποβαίνουν καταστροφικές για το κόμμα. Η απόφασή μου για στήριξη του Μαρίνου Σιζόπουλου δεν είναι λευκή επιταγή. Είναι με ξεκάθαρους πολιτικούς όρους που γίνεται, και ξέρει πολύ καλά πως, αν δεν τους υλοποιήσει, θα με βρει απέναντί του.

Πιστεύω, όμως, ότι θα τους υλοποιήσει. Γιατί έχει ήδη πει ότι θα είναι πρόεδρος του κόμματος για δύο μόνο θητείες. Άρα, αυτό σημαίνει ότι ο ίδιος, από μόνος του, προχωρεί σ’ αυτήν τη λογική. Τρίτον, άνοιγμα στην κοινωνία. Ε, δεν γίνεται τόσος κόσμος στην Κύπρο να έχει ψηφίσει μια φορά στη ζωή τους την ΕΔΕΚ ή να συμπαθεί την ιδεολογία και τις θέσεις της, αναγνωρίζοντας τους αγώνες, τη συνέπεια και την προσφορά της, και μερικοί στο Κίνημα να θεωρούν ότι είμαστε ένα κλειστό κλαμπ. Πρέπει επιτέλους να ανοίξουμε τις πόρτες προς την κοινωνία, να ανοίξουμε διάλογο με τους πολίτες, να ακούσουμε τι θέλουν και τις απόψεις τους, τι θα τους έκανε να συμμετάσχουν σ’ έναν οργανισμό που θα ήταν και δικός τους, ώστε να κάνουμε τις απαραίτητες συγκρούσεις.

Χρειάζονται συγκρούσεις

Σήμερα η κυπριακή κοινωνία χρειάζεται συγκρούσεις. Τα κάθε λογής κατεστημένα, πολιτικά, δικαστικά, οικονομικά, εκκλησιαστικά, έχουν οδηγήσει τον τόπο σε αυτήν την κατάσταση που βιώνουμε σήμερα. Αλλά και η κοινωνία οφείλει να αφυπνιστεί. Όταν όμως δει ένα κόμμα που είναι καθαρό στις θέσεις και στις τοποθετήσεις του, τότε θα μπορέσει να ενεργοποιήσει τα αντανακλαστικά της. Όπως ακριβώς έκανε η ΕΔΕΚ το 1974, η ΕΔΕΚ της αντίστασης και της δημοκρατίας. Σήμερα, επιβάλλεται πάλι να γίνει αυτή η δημοκρατική δύναμη αντίστασης στις πολιτικές της λιτότητας, στη διαφθορά, την ευνοιοκρατία και σε μια νόθα λύση στο Κυπριακό.

Σέβομαι την απόφαση Ομήρου

Θεωρείτε, άρα, ότι θα όφειλε ο παραιτηθείς πρόεδρος του Κινήματος να διευκρινίσει στα συλλογικά όργανα τους λόγους της παραίτησής του, ώστε να απομακρυνθούν οι σκιές που σκεπάζουν το κόμμα;


Εγώ σέβομαι την απόφαση του Γ. Ομήρου. Προσωπικά εκτιμώ ιδιαίτερα και ως άνθρωπο τον Γ. Ομήρου, ήμουν εννέα χρόνια δίπλα του, ένας από τους πιο στενούς του συνεργάτες στο κόμμα. Διαφωνώ όμως με την τακτική που ακολούθησε. Θεωρώ ότι θα έπρεπε να μιλήσει ανοικτά και να διασαφηνίσει τους λόγους της παραίτησής του, ό,τι και να σήμαινε αυτό εντός του Κινήματος. Τουλάχιστον θα αναπτυσσόταν ένας σοβαρός ενδοκομματικός διάλογος, ο οποίος θα βοηθούσε και τη βάση του Κινήματος, αλλά και την κοινή γνώμη να αντιληφθούν τι πραγματικά συνέβη, και νομίζω και για τον ίδιο θα ήταν πολύ καλύτερα τα πράγματα. Αυτό που έπραξε, ωστόσο, είναι απολύτως σεβαστό.

Εμποτίσαμε το κόμμα με καθεστωτική νοοτροπία

Παρακολουθώντας, κάποιος, διαχρονικά την πορεία της ΕΔΕΚ ως πολιτικού κινήματος, μπορεί να επισημάνει συγκεκριμένους διασταθμούς όπου επιχειρήθηκαν προσπάθειες τόσο ιδεολογικοπολιτικής όσο και οργανωτικής ανασυγκρότησης, οι οποίες ωστόσο, εκ του αποτελέσματος, απέτυχαν. Για ποιον λόγο, κατά τη γνώμη σας, απέτυχαν, και τι θα διασφαλίσει ότι, αυτήν τη φορά, η προσπάθεια θα ευοδωθεί;


Απέτυχαν, γιατί παρέμειναν επιφανειακές και λειτούργησαν στο επικοινωνιακό επίπεδο, και όχι στο πολιτικό. Μιλούσαμε για οργανωτική ανασυγκρότηση και γινόταν οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό. Διαλύσαμε τις τοπικές επιτροπές για να πάμε στις περιφερειακές, και το αποτέλεσμα ήταν να διαλυθούν οι τοπικές και οι περιφερειακές να μη λειτουργήσουν ποτέ. Μιλούσαμε για ρήξεις ιδεολογικές, αλλά εμποτίσαμε το κόμμα με μια καθαρά καθεστωτική νοοτροπία.

Όταν ακούγαμε απόψεις ότι το Κίνημα σώνει και καλά πρέπει να συμμετέχει στα κυβερνητικά σχήματα, ή ακούγονταν φωνές ότι τώρα το κόμμα είναι ενωμένο, γιατί όλα τα υψηλόβαθμα κομματικά στελέχη έχουν κάποιο δημόσιο αξίωμα, ή κάποιοι επιχειρηματολογούσαν ότι το ρουσφέτι είναι αυτό που θα μεγαλώσει την ΕΔΕΚ, πώς θα γίνονταν ρήξεις; Νομίζω ότι όλα αυτά αποτελούν την κλασική συνταγή της πολιτικής αποτυχίας.

Να επανατάξουμε την ΕΔΕΚ στον ιστορικό της ρόλο

Περιγράφετε ένα πιο μικρό, ψιλοαριστερίζον ΔΗΚΟ, ή κάνω λάθος…


Κάπως έτσι... Εγώ δεν λέω ότι το Κίνημα δεν θα πρέπει να συμμετέχει. Ούτε η ΕΔΕΚ να μην υπερασπιστεί τους ανθρώπους της, οι οποίοι είχαν υποστεί διώξεις για πάρα πολλά χρόνια. Άλλο είναι όμως να υπερασπιστείς το δίκαιο απέναντι στην αδικία, και άλλο να συμμετέχεις στη διάπραξη αδικιών, διά της πρακτικής του ρουσφετιού κ.τ.λ. Δυστυχώς, αυτές οι νοοτροπίες πέρασαν και μέσα στο δικό μας το κόμμα. Και από Κίνημα ριζοσπαστικό και ανατρεπτικό, μετατραπήκαμε σ’ ένα συντηρητικό κομμάτι της εξουσίας. Όλα αυτά, τώρα τα βρίσκουμε μπροστά μας.

Στην κυπριακή κοινωνία υπήρχαν πάντοτε δύο κυρίαρχοι πολιτικοί πόλοι: Ο πόλος της δεξιάς και ο πόλος της παραδοσιακής αριστεράς. Κάποιος, για να γίνει ΕΔΕΚίτης, μακριά από τους δύο αυτούς πόλους και από τη λογική ενός καθιερωμένου κόμματος της εξουσίας, χρειαζόταν να έχει μιαν άλλην ιδεολογική ταυτότητα, αλλά και μια καλώς νοούμενη τρέλα, αν θέλετε, να βάζει σε δεύτερη μοίρα το προσωπικό συμφέρον και να παλεύει απέναντι στα κύματα.

Αυτά, ξαφνικά, χάθηκαν. Όταν έβλεπαν τα στελέχη και οι ψηφοφόροι μας σε περιφερειακό επίπεδο ότι η πάλη γινόταν για μια θέση εξουσίας μεταξύ των αξιωματούχων, εντός των κομματικών δωμάτων, γιατί να αφιερώσουν τη ζωή τους σ’ ένα τέτοιο κόμμα; Αν καταφέρουμε, λοιπόν, να ξεπεράσουμε όλα αυτά τα προβλήματα, με σεβασμό στις συλλογικές αποφάσεις και στις διαδικασίες, και με ρήξεις με τα καπετανάτα που δημιουργήθηκαν εντός του κόμματος, μπορούμε να επανατάξουμε την ΕΔΕΚ στον ιστορικό ρόλο και την αποστολή της, που είναι η προσφορά στον κυπριακό λαό.

Δεν τολμήσαμε τη ρήξη

Δεν θεωρείτε, όμως, ότι χάθηκε μια ιστορική ευκαιρία για την ΕΔΕΚ, μετά την κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού και την επέλαση του νεοφιλελεύθερου δόγματος, να καλύψει αφενός το ιδεολογικό κενό που άφησε η υποχώρηση της κομμουνιστικής ιδεολογίας και αφετέρου να λειτουργήσει ως ανάχωμα στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές;


Ναι, χάθηκε τότε μια ιστορική ευκαιρία, γιατί δεν τολμήσαμε να κάνουμε την ιδεολογική ρήξη με ό,τι εξέφραζε το καθεστώς του επελαύνοντος χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, ενόψει και της αλλαγής, σε παγκόσμιο επίπεδο, των ιδεολογικών ρευμάτων, μετουσιώνοντας σε πολιτική πράξη αυτήν τη ρήξη στο εσωτερικό της κυπριακής κοινωνίας. Βεβαίως, θα πρέπει να πούμε ότι και η ίδια η κυπριακή κοινωνία δεν είναι ιδιαίτερα δεκτική σε ρηξικέλευθες ιδεολογικοπολιτικές συζητήσεις, που θα μπορούσαν να διαμορφώσουν ζυμώσεις ρηξιγενών εξελίξεων. Κυριαρχεί, μάλλον, μια οπαδίστικη νοοτροπία, παρά ένα πνεύμα αμφισβήτησης.

Δεν είναι, όμως, ένα από τα καθήκοντα ενός ριζοσπαστικού κινήματος, να ριζοσπαστικοποιήσει την ίδια την κοινωνία, προς την κατεύθυνση νέων, πιο ριζοσπαστικών προσεγγίσεων;
Ναι, δυστυχώς δεν καταφέραμε τότε να κάνουμε πραγματικές ρήξεις.

Εναλλακτική πρόταση

Άρα, θεωρείτε, πέραν από τις εκλογές για ανάδειξη νέου Προέδρου, αποφασιστικής σημασίας, ένα ιδεολογικοπολιτικό συνέδριο, το οποίο θα κληθεί να επαναπροσδιορίσει, με σαφή τρόπο, την ιδεολογική ταυτότητα του Κινήματος…


Αυτήν τη στιγμή, και μετά την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, δημιουργείται στην Ευρώπη μια κοινωνική και ιδεολογική ζύμωση, σ’ ένα ιδιαίτερα ρευστό πολιτικό τοπίο, που μοιάζει να κινείται σαν κινούμενη άμμος. Οφείλουμε, σ’ αυτές τις συνθήκες, να επιλέξουμε, την κατάλληλη στιγμή, να βγούμε έξω από την κινούμενη άμμο, και να πούμε ‘είμαστε εδώ, στην έπαλξη των νέων ευρωπαϊκών κοινωνικών αγώνων’. Γιατί συντελείται αυτήν τη στιγμή στην Ευρώπη μια τεράστια ιδεολογική σύγκρουση, που δεν περιορίζεται σε τοπικό ή περιφερειακό επίπεδο.

Δεν είναι μόνον η Ελλάδα με τον ΣΥΡΙΖΑ ή η Ισπανία με το Podemos. H Ευρώπη σήμερα στενάζει κάτω από τις σκληρές νεοφιλελεύθερες λογικές, και οφείλει η δημοκρατική σοσιαλιστική παράταξη να εκφράσει μιαν άλλη πρόταση. Εδώ επικεντρώνεται και η συζήτηση που διεξάγεται εντός της Ομάδας των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών στο Ευρωκοινοβούλιο, και τοποθετούμαι κατ’ αυτόν τον τρόπο, γιατί υπάρχει ένας έντονος προβληματισμός. Ήρθε η ώρα η Ευρώπη να κινηθεί πιο προοδευτικά, προς τα αριστερά.

Δεν μπορεί να συνεχίσει να ελέγχεται από τους αριθμούς, τους τραπεζίτες και τις μονεταριστικές προσεγγίσεις. Θα πρέπει να ξαναμπεί στο επίκεντρο ο άνθρωπος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα επιστρέψουμε στον λαϊκίστικο σοσιαλισμό και στην ασυλλόγιστη παροχολογία, με τη διαμόρφωση ενός υπερδιογκωμένου κράτους, τις δυσλειτουργίες του οποίου θα πληρώνουν πάλιν οι πολίτες.

Ο σοσιαλισμός προσμετράται με το όφελος προς τον πολίτη

Σήμερα ο σοσιαλισμός προσμετράται με το όφελος που έχει ο πολίτης: Με πιο φθηνό ρεύμα, πιο φθηνό εισιτήριο, καλύτερη παιδεία, καλύτερη υγεία… Αυτά είναι τα μετρήσιμα κριτήρια της σοσιαλιστικής θεώρησης και όχι τα εύηχα τσιτάτα και η στείρα συνθηματολογία. Αν είσαι σοσιαλιστής, αυτό το αποδεικνύεις στην πράξη. Αν η σοσιαλιστική προσέγγιση αναδεικνύει, για παράδειγμα, την ανάγκη ιδιωτικοποίησης ενός δημόσιου φορέα, αυτή πρέπει να γίνει, όχι, βέβαια, αλόγιστα, αλλά μέσα στον επιβαλλόμενο κρατικό έλεγχο.

Από την άλλη πλευρά, δεν μπορούν να αφεθούν τα πάντα στον ιδιωτικό τομέα, όπου ισχύουν τα ποικιλώνυμα εταιρικά μονοπώλια, τα οποία σαρώνουν τις κοινωνίες κάτω από τη λογική του κέρδους. Υπάρχει, λοιπόν, η χρυσή τομή, και η ΕΔΕΚ, αξιοποιώντας τα εκατοντάδες ικανά στελέχη της, μπορεί να διευρύνει αυτόν τον προβληματισμό, καταθέτοντας μια εναλλακτική πρόταση στην κυπριακή κοινωνία.