Σημερινή

Τρίτη, 23/04/2019
RSS

Απόλυτη η προεδρική ασυλία

| Εκτύπωση | 24 Μάρτιος 2019, 18:03 | Της Νάταλης Μιχαηλίδου

Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΝΟΣΕΙ, ΔΙΑΜΗΝΥΕΙ Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΠΛΟΙΑΡΧΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

ΑΔΙΑΤΡΗΤΟ… ΜΑΝΔΥΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΠΑΡΕΧΕΙ ΠΛΕΟΝ ΣΤΟΝ ΕΚΑΣΤΟΤΕ ΠΡΟΕΔΡΟ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Η ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ, ΜΕΤΑ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΟΥ ΕΘΕΣΕ ΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΡΙΣΤΟΦΙΑ ΣΤΟ ΑΠΥΡΟΒΛΗΤΟ

· Αγγελίδης: Είναι η πρώτη απόφαση επί αυτού του ζητήματος, αλλά είναι σε πρωτόδικο επίπεδο, άρα δεν δεσμεύει κανέναν άλλο δικαστή

· Τριανταφυλλίδης: Αν επιβεβαιωθεί η απόφαση τελεσίδικα, τότε θα πρέπει σίγουρα να μελετήσουμε σοβαρά το ενδεχόμενο τροποποίησης του Συντάγματος

· Αραούζος: Δεν νοείται ο νόμος να είναι κάτω από πρόσωπα

Ποιο είναι το εύρος της αστικής ασυλίας που παρέχει το Σύνταγμα στον εκάστοτε Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας και σε ποιες περιπτώσεις μπορούν να εξεταστούν οι ενέργειές του, σε επίπεδο αστικής ευθύνης, μετά τη λήξη της θητείας του; Με δύο αποφάσεις τους -η πρώτη σε επίπεδο Ανωτάτου Δικαστηρίου σε αγωγή καταχωρισθείσα επί προεδρίας Δ. Χριστόφια και η δεύτερη, πρωτόδικη, σε αγωγή που καταχωρίστηκε μετά τη λήξη της θητείας του- τα κυπριακά δικαστήρια διαμόρφωσαν πλέον εγχώρια νομολογία, θέτοντας εκ νέου τα εν λόγω ερωτήματα στη σφαίρα της δημόσιας συζήτησης. Τις απόψεις τους παραθέτουν στη «Σ» έγκριτοι νομικοί, αλλά και η πλευρά των εναγόντων διά στόματος Νικόλα Ιωαννίδη και του δικηγόρου Δημήτρη Αραούζου. Το ενδεχόμενο τροποποίησης του Συντάγματος προτείνει ο Χρήστος Τριανταφυλλίδης, ενώ ο Ανδρέας Αγγελίδης σημειώνει ότι οι συγκεκριμένες διατάξεις «είναι θέμα ερμηνείας».

Η απόφαση

Το Δικαστήριο κλήθηκε να εξετάσει κατά πόσον ο εναγόμενος, Δημήτρης Χριστόφιας, απολαύει με βάση το Άρθρο 45(6) του Συντάγματος ασυλίας έναντι των αγώγιμων δικαιωμάτων της οικογένειας Ιωαννίδη, «έχοντας ως δεδομένο ότι η Αγωγή καταχωρίσθηκε σε χρόνο που ο Εναγόμενος είχε παύσει να είναι ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας».

Σημειώνεται ότι, βάσει του άρθρου 45 (6), «ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας δεν δύναται να εναχθή δι’ οιανδήποτε πράξιν ή παράλειψιν αυτού εν τη εκτελέσει του λειτουργήματός του ουδέν όμως των εν τη παρούση παραγράφω οριζομένων δύναται να ερμηνευθή ως αποστερούν καθ’ οιονδήποτε τρόπον οιονδήποτε πρόσωπον του δικαιώματος εναγωγής της Δημοκρατίας, ως ο νόμος προβλέπει».

Το ζητούμενο, σύμφωνα με το Δικαστήριο, ήταν κατά πόσον η προστασία που παρέχεται στον Πρόεδρο «επεκτείνεται χρονικά και μετά το σημείο που παύει να είναι Πρόεδρος της Δημοκρατίας ή κατά πόσον μετά τη λήξη της θητείας του παύει να υφίσταται η εν λόγω προστασία και δύναται πλέον να εναχθεί».

Όπως παρατηρεί το Δικαστήριο, αναφορικά με το ζήτημα της προεδρικής ασυλίας και της έκτασής της, πέραν της απόφασης που εξέδωσε το Εφετείο τον Απρίλη του 2018, «δεν υπάρχει άλλη νομολογία». Ανατρέχοντας στη νομολογία των ΗΠΑ, το Δικαστήριο κάνει αναφορά σε δύο αποφάσεις και χαρακτηρίζει ως «ιδιαίτερης σημασίας» το σκεπτικό του αμερικανικού Δικαστηρίου στην υπόθεση Nixon v. Fitzgerald (1982) «σε σχέση με τους λόγους ύπαρξης της προεδρικής ασυλίας», αναφέροντας ότι στη συγκεκριμένη απόφαση επισημάνθηκε ότι «είναι λειτουργικά επιβεβλημένη ως εκ της μοναδικής θέσης που κατέχει ο Πρόεδρος εκ του Συντάγματος και της διάκρισης των εξουσιών υποστηριζόμενης από την ιστορία και τη δημόσια πολιτική». Με άλλα λόγια, συνεχίζει η απόφαση, «η αρχή της διάκρισης των εξουσιών επιβάλλει την αναγνώριση της ασυλίας σε πολιτικές υποθέσεις του Προέδρου, έτσι που να μην παρεμποδίζεται η λειτουργία της Προεδρίας».

Παρόμοιες επισημάνσεις, σημειώνει το Δικαστήριο, έγιναν και στην υπόθεση Clinton v. Jones (1997) και παρατηρεί ότι με βάση τις δύο αυτές αποφάσεις συνάγεται ότι ο Πρόεδρος «ως ο Αρχηγός της Πολιτείας επιβάλλεται να θωρακίζεται από απόλυτη ασυλία (absolute immunity) για θέματα αστικής ευθύνης προκύπτοντα κατά την εκτέλεση του λειτουργήματός του», ώστε να μπορεί «να ασκεί απερίσπαστος τα καθήκοντά του χωρίς να επικρέμαται ο κίνδυνος ενδεχόμενης έγερσης στο μέλλον αγωγών εναντίον του».

Στ' αχνάρια του Ανωτάτου

«Εκείνο που έχει σημασία και δεσμευτική ισχύ για το παρόν Δικαστήριο είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου», καταγράφει στην απόφασή της η κ. Λένα Δημητριάδου, για να σημειώσει ότι, σύμφωνα με το Εφετείο, «ο μόνος διαχωρισμός, ο οποίος γίνεται, είναι μεταξύ της δημόσιας λειτουργίας του Προέδρου, η οποία καλύπτεται από ασυλία και η οποία καλύπτει κάθε πράξη ή παράλειψή του όταν αυτός λειτουργεί υπό την ιδιότητά του ως Πρόεδρος και της ιδιωτικής λειτουργίας του, η οποία δεν καλύπτεται από ασυλία, όταν, δηλαδή, ενεργεί ως ιδιώτης και οι πράξεις ή παραλείψεις του αφορούν σε συναλλαγές, δικαιοπραξίες κ.λπ. ιδιωτικής/προσωπικής φύσεως».

Στην απόφαση του Επαρχιακού σημειώνεται επιπλέον ότι, σύμφωνα με το Ανώτατο, «οι Ενάγοντες δεν παραμένουν χωρίς θεραπεία», εφόσον «τους παρέχεται η θεραπεία του Άρθρου 172 του Συντάγματος εναντίον της Δημοκρατίας», το οποίο διαλαμβάνει ότι «η Δημοκρατία ευθύνεται διά πάσαν ζημιογόνον άδικον πράξιν ή παράλειψιν των υπαλλήλων ή Αρχών της Δημοκρατίας εν τη ασκήσει των καθηκόντων αυτών ή κατ’ επίκλησιν ασκήσεως των καθηκόντων αυτών. Νόμος θέλει καθορίσει τα περί της ευθύνης της Δημοκρατίας».

Σε συνάφεια με τον βασικό σκοπό ύπαρξης της προεδρικής ασυλίας, ο περιορισμός της στο χρονικό διάστημα της προεδρικής θητείας, με βάση την απόφαση, «θα εξουδετέρωνε τον λόγο ύπαρξής της», αφού ο κίνδυνος «να αντιμετωπίσει στο μέλλον και όταν δεν θα ήταν πλέον Πρόεδρος αστικές αξιώσεις θα ήταν δυνατόν να επηρεάσει, κατά τη διάρκεια της θητείας του, τις αποφάσεις του στο πλαίσιο της λειτουργίας του ως Πρόεδρος».

Η απόφαση καταλήγει ότι «η προεδρική ασυλία με βάση το Άρθρο 45(6) του Συντάγματος ισχύει και μετά τη λήξη της θητείας του εκάστοτε Προέδρου της Δημοκρατίας».

Θέμα ερμηνείας

Υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για πρωτόδικη απόφαση, ο Α. Αγγελίδης αναφέρει στη «Σ» ότι «το Δικαστήριο έμεινε προσεκτικά έξω από τις πολλές λεπτομέρειες και από τα γεγονότα και περιορίστηκε μόνο εις το άρθρο 45 (6) του Συντάγματος». Επισημαίνει ότι «είναι η πρώτη απόφαση επί αυτού του ζητήματος», αλλά «είναι σε πρωτόδικο επίπεδο, άρα δεν δεσμεύει κανέναν άλλο δικαστή, που μπορεί να έχει διαφορετική άποψη αν τεθεί ενώπιόν του ένα ανάλογο θέμα».

Όσον αφορά τις διατάξεις του Συντάγματος, σημειώνει ότι «δεν είναι τόσο ξεκάθαρες» και συμπληρώνει ότι «είναι θέμα ερμηνείας και η ερμηνεία που έδωσε το Δικαστήριο είναι ότι εκεί όπου λειτουργεί ως Πρόεδρος και δημιουργήσει οποιαδήποτε ζημιά, αυτήν τη ζημιά την πληρώνει το Κράτος και όχι ο ίδιος». Το Δικαστήριο, συνεχίζει, «παρατήρησε ότι ήδη το Εφετείο είχε διακρίνει μεταξύ των ενεργειών του Προέδρου στο πλαίσιο της δημόσιας λειτουργίας του και εκείνου που είναι δυνατόν να έκανε στη σφαίρα της ιδιωτικής λειτουργίας του».

Όπως το έχει διακρίνει πιο εξειδικευμένα πλέον και ειδικά επί του θέματος, αναφέρει ο κ. Αγγελίδης, «το Δικαστήριο θεωρεί ότι όπως και αν ερμηνεύσουμε το άρθρο 45 (6), η ασυλία του Προέδρου επεκτείνεται επ’ αόριστον για ό,τι έχει διαπράξει κατά τη διάρκεια της θητείας του και από απόψεως αστικής ευθύνης».

Αναφέρει ότι επειδή δεν υπάρχει κυπριακή νομολογία επί του θέματος, η απόφαση στηρίχθηκε κατά κύριο λόγο σε δύο αμερικανικές αποφάσεις, ενώ επικαλείται και «άρθρο στο δικό μας Σύνταγμα, το 172, όπου κάθε πράξη που είναι ζημιογόνος προς κάποιο άτομο, που προέρχεται από οποιοδήποτε υπάλληλο του δημοσίου ή Αρχή της Δημοκρατίας, άρα και από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, υπεύθυνη για αποζημιώσεις είναι η Δημοκρατία».

Ως εκ τούτου, κατά τον κ. Αγγελίδη «θεώρησε ότι υπάρχει διπλή προστασία του Προέδρου -αφενός μεν ότι μόνο για αστικές υποθέσεις που έχουν σχέση με τις ιδιωτικές του ενέργειες μπορεί να κινηθεί αγωγή μετά που θα παύσει να είναι Πρόεδρος, ότι η ασυλία του επεκτείνεται και για αστικές υποθέσεις επ’ αόριστον και ότι για οποιαδήποτε πράξη του η οποία επέφερε ζημιά στον οποιοδήποτε, αυτήν είναι υπόχρεα πλέον να την αποζημιώσει η Κυπριακή Δημοκρατία, δυνάμει του 172». Αν και χαρακτηρίζει ως «καλά δεμένη» την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, εκφράζει καταληκτικά τη βεβαιότητα «ότι θα γίνει έφεση».

Χρήζει τροποποίησης το Σύνταγμα

Η απόφαση, σύμφωνα με τον Χ. Τριανταφυλλίδη, «υιοθετεί προηγούμενη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου» και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «η ασυλία σχετικά με θέματα αστικής ευθύνης είναι απόλυτη και ενόσω υπηρετεί ως Πρόεδρος και μετά που θα λήξει η θητεία του», κατόπιν ερμηνείας του σχετικού άρθρου του Συντάγματος. «Εάν βεβαίως οι πράξεις του Προέδρου δεν είναι στο πλαίσιο άσκησης του λειτουργήματός του, δεν έχει ασυλία», διευκρινίζει. «Η άποψή μου είναι ότι η απόφαση, όπως ερμηνεύει τη σχετική διάταξη του Συντάγματος, είναι σωστή, διότι οι πράξεις αυτές έλαβαν χώραν κατά τη διάρκεια άσκησης του λειτουργήματος του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας», δηλώνει ο κ. Τριανταφυλλίδης, αλλά υπογραμμίζει ότι «αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ορθή και η νομική κατάσταση όπως τη διαγνώσκει το Δικαστήριο».

Εξ ου και θα πρέπει, σύμφωνα με τον ίδιο, «να εξεταστεί η πιθανότητα τροποποίησης του σχετικού άρθρου του Συντάγματος, ούτως ώστε τουλάχιστον ορισμένες πράξεις, που ενδεχόμενα οι συνέπειες είναι πολύ σοβαρές, όπως είναι η περίπτωση που ήταν υπό εξέταση που κατέληξε στον θάνατο 13 ανθρώπων, να μην υπάρχει αυτό το προνόμιο της ασυλίας από αστική ευθύνη».

Επί της ερμηνείας των σχετικών συνταγματικών διατάξεων, με βάση την αγόρευση Αραούζου «αν η πρόθεση της Συνταγματικής Επιτροπής ήταν να προστατεύσει διαχρονικά και για πάντα ένα πρώην Πρόεδρο, το λεκτικό του άρθρου 45.6 δεν θα περιοριζόταν στο ‘Ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας δεν δύναται να εναχθή…’ αλλά θα ήταν διαφορετικό, όπως π.χ. ‘Ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας δεν δύναται να εναχθή κατά τη διάρκεια της θητείας του ή και μεταγενέστερα δι’ οιανδήποτε πράξιν ή παράλειψιν αυτού εν τη εκτελέσει του λειτουργήματός του…’».

Έχοντας πλέον μίαν απόφαση του Ανωτάτου και μίαν απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος, «ξέρουμε τώρα ποια είναι η θέση της νομολογίας στην Κύπρο», σημειώνει ο κ. Τριανταφυλλίδης και διατυπώνει τη θέση ότι «αν εφεσιβληθεί και επιβεβαιωθεί, τότε θα έχουμε την τελική θέση της νομολογίας και τότε θα πρέπει σίγουρα να μελετήσουμε σοβαρά το ενδεχόμενο τροποποίησης».

«Ρηχές και επιδερμικές οι αποφάσεις των δικαστών»

Αφήνοντας εκ προοιμίου ανοιχτό το ενδεχόμενο να εφεσιβληθεί η πρωτόδικη απόφαση, ο δικηγόρος της οικογένειας Δ. Αραούζος διασαφηνίζει ότι «η φράση κλειδί στο σχετικό άρθρο του Συντάγματος είναι ‘εν τη ασκήσει του λειτουργήματός του’». Εκείνο που έπρεπε να ερμηνευτεί από τα δικαστήρια, λέει, «είναι κατά πόσον αυτή η φράση, σημαίνει ότι τυγχάνει προστασίας εάν και εφόσον αυτά τα οποία πράττει είναι εν τη ασκήσει του λειτουργήματός του και προκύπτει το ερώτημα: ποιο είναι το λειτούργημα του Προέδρου;».

Η απάντηση βρίσκεται στο Σύνταγμα, συνεχίζει, «το οποίο οριοθετεί ποιο είναι το λειτούργημα του Προέδρου, τι μπορεί και τι δεν μπορεί να κάνει». Στην αγόρευσή του δε, τόνισε επί τούτου ότι με βάση το Σύνταγμα «οι πιο σημαντικές εκτελεστικές εξουσίες παραχωρούνται για τους ιστορικούς λόγους που όλοι γνωρίζουμε στο Υπουργικό Συμβούλιο που θα απαρτιζόταν από Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους Υπουργούς».

«Δεν συγκεντρώνονται όλες οι εξουσίες σε έναν Πρόεδρο ή στην απουσία του στον Αντιπρόεδρο, όπως συμβαίνει στην Αμερική ή σε άλλα κράτη», δηλώνει στη «Σ», για να συμπληρώσει ότι «ένας πρωτοετής φοιτητής της Νομικής, όταν διαβάσει το Σύνταγμα, δεν δυσκολεύεται να το αντιληφθεί αυτό το πράγμα, ότι ζητήματα ασφάλειας, ζητήματα διαχείρισης περιουσίας του κράτους, ζητήματα εξωτερικής πολιτικής καθορίζονται από το Υπουργικό Συμβούλιο».

Αν και ο ρόλος του Προέδρου αναβαθμίστηκε εκ των πραγμάτων μετά το 1974, δεν σημαίνει ότι πρέπει να ξεχνούμε ότι η πραγματική εκτελεστική εξουσία έχει παραμείνει στο υπουργικό συμβούλιο», υποδεικνύει. Παραπέμποντας στο πόρισμα Πολυβίου, θυμίζει ότι ο κ. Χριστόφιας «δεν πήρε απόφαση να πάρει το θέμα στο Υπουργικό και στο τέλος της μέρας, διαχειρίστηκε de facto την τύχη της περιουσίας του κράτους και ουσιαστικά έθεσε σε κίνδυνο την ασφάλεια των ανθρώπων, την ασφάλεια της χώρας μας». Ο τρόπος με τον οποίο «χειριστήκαμε το λάθος του Προέδρου», δημιούργησε κατά τον ίδιο «στρέβλωση πάνω στην στρέβλωση».

Εκφράζοντας απογοήτευση για την έκβαση της υπόθεσης, κάνει λόγο για «ρηχές και επιδερμικές αποφάσεις των δικαστών μας» και προσθέτει ότι η δικαστική εξουσία πρέπει να είναι πάνω απ’ όλους και να ελέγχει τους πάντες. «Δεν νοείται ο νόμος να είναι κάτω από πρόσωπα», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Βολές κατά Γενικού Εισαγγελέα

Ο κ. Αραούζος επαναφέρει και το ζήτημα της ποινικής δίωξης, αφήνοντας σαφείς αιχμές εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα. «Ενώ έλεγε ότι θα επανεξέταζε το θέμα της ποινικής δίωξης μετά τις εφέσεις Μ. Κυπριανού και Κ. Παπακώστα, μετά το πέρας της υπόθεσης μάς ενημέρωσε ότι δεν είναι προς το δημόσιο συμφέρον και ότι πέρασε πολύς χρόνος», δηλώνει στη «Σ», για να προσθέσει ότι «δεν άφησε ούτε ιδιωτικά να καταχωρισθεί ποινική αγωγή, δεν έδωσε άδεια και το απαγόρευσε».

Αναφέρει επίσης ότι όσον αφορά την αγωγή που καταχωρίσθηκε το 2011 και εκκρεμεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, αναμένεται απάντηση από τη Γενική Εισαγγελία να αποφασίσει κατά πόσον θα πληρώσει τις αποζημιώσεις για την πρόκληση θανάτου, ώστε «να παραμείνει προς εκδίκαση μόνο το σημείο της παραβίασης της Κυπριακής Δημοκρατίας ως προς το άρθρο 2 της Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, δηλαδή το σκέλος που αφορά την υποχρέωση διερεύνησης των αιτιών της πρόκλησης θανάτου κατά πάντων, περιλαμβανομένου και του Προέδρου».

Το χρονικό της υπόθεσης

Το 2011, μετά τα τραγικά γεγονότα στο Μαρί, η οικογένεια Ιωαννίδη καταχώρισε αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εναντίον, μεταξύ άλλων, και του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας, Δημήτρη Χριστόφια, για πράξεις και παραλείψεις του που προκάλεσαν τον θάνατο του Πλοιάρχου Ανδρέα Ιωαννίδη. Ο κ. Χριστόφιας με αίτησή του ζήτησε τη διαγραφή του από διάδικος, ένεκα ασυλίας, κάτι που δέχθηκε το Δικαστήριο με απόφαση που εξέδωσε στις 30 Ιουλίου 2012.

Ακολούθως, η απόφαση αυτή εφεσιβλήθηκε από την οικογένεια Ιωαννίδη, ωστόσο το Ανώτατο Δικαστήριο, σχεδόν 6 χρόνια μετά την πρωτόδικη απόφαση και συγκεκριμένα στις 23 Απριλίου 2018, επιβεβαίωσε την απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου. Το 2014, μετά τη λήξη της θητείας του κ. Χριστόφια, η οικογένεια Ιωαννίδη καταχώρισε αστική αγωγή εναντίον του στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, όπου τέθηκε το προδικαστικό ερώτημα κατά πόσον έχει ασυλία και μετά την ολοκλήρωση της θητείας του. Στην απόφασή του, στις 19 Μαρτίου 2019, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο κ. Χριστόφιας καλύπτεται από ασυλία και μετά τη λήξη της θητείας του και απέρριψε τη ρηθείσα αγωγή.

Ν. Ιωαννίδης: Όνειδος η εφ’ όρου ζωής ασυλία

Τα δικαστήρια απέφυγαν να μελετήσουν επισταμένα και να εκφέρουν τεκμηριωμένη άποψη για το ακανθώδες ζήτημα της προεδρικής ασυλίας, δηλώνει στη «Σ» ο Νικόλας Ιωαννίδης. Σύμφωνα με τον γιο του Πλοιάρχου, Ανδρέα Ιωαννίδη, «τα κυπριακά δικαστήρια είχαν μια ιστορική ευκαιρία να αποσαφηνίσουν τις εξόχως αμφίσημες συνταγματικές διατάξεις περί ασυλίας, ωστόσο επέδειξαν ατολμία και απροθυμία να το πράξουν» και «οι ολιγοσέλιδες αποφάσεις και η επιδερμική ανάλυση του θέματος καταδεικνύουν του λόγου το αληθές και κάθε άλλο παρά τιμή περιποιούν για την κυπριακή Δικαιοσύνη». Εάν υποθέσεις όπου ανθρώπινες ζωές χάθηκαν με τέτοιο βάναυσο τρόπο αντιμετωπίζονται με τόση προχειρότητα, δεν είναι να απορεί κανείς γιατί η Δικαιοσύνη νοσεί.

Ο κ. Ιωαννίδης στέλνει, παράλληλα, ένα ηχηρό μήνυμα σε πολλαπλούς αποδέκτες, εκφράζοντας την ελπίδα ότι «αφ’ ης στιγμής η Δικαιοσύνη δεν ήρθη στο ύψος των περιστάσεων, η Πολιτεία θα αναλάβει πρωτοβουλία για απλοποίηση και διασαφήνιση των σχετικών συνταγματικών διατάξεων διά νομοθετικής ρύθμισης». Προσθέτει ότι «τα δικαιώματα των πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας αξίζουν τη βέλτιστη δυνατή προστασία και, ειδικά, η κορωνίδα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ήτοι το δικαίωμα στη ζωή».

«Αποτελεί όνειδος για την κοινωνία μας να έχει δικαστήρια που κρίνουν ότι ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει ασυλία εφ’ όρου ζωής για όλες τις πράξεις ή παραλείψεις του κατά τη διάρκεια της θητείας του», λέει, καλώντας «την κοινωνία εν γένει, όπως και την ακαδημαϊκή και δικηγορική κοινότητα» να αναλάβουν τις ευθύνες τους.