Σημερινή

Τετάρτη, 24/04/2019
RSS

Οι σύμμαχοι που έγιναν εχθροί…

| Εκτύπωση | 06 Ιανουάριος 2019, 18:03 | Του Μιχάλη Παπαδόπουλου

Η ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΗΓΕΣΙΑ ΔΕΝ ΦΕΙΔΕΤΑΙ ΧΡΟΝΟΥ ΚΑΙ ΕΥΚΑΙΡΙΩΝ ΓΙΑ ΝΑ ΕΡΓΑΛΕΙΟΠΟΙΕΙ ΤΙΣ «ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ» ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΕΙΣ ΜΕ ΤΟ ΤΕΛ ΑΒΙΒ,

ΣΤΟ ΝΑΔΙΡ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΪΣΡΑΗΛΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

Η… ΚΟΣΜΟΪΣΤΟΡΙΚΗΣ ΕΜΒΕΛΕΙΑΣ ΦΙΛΟΔΟΞΙΑ TOY ΕΡΝΤΟΓΑΝ NA ΑΝΑΔΕΙΧΘΕΙ ΣΕ ΗΓΕΤΗ ΤΟΥ ΙΣΛΑΜΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΟΔΗΓΕΙ ΣΕ ΔΙΑΡΡΗΞΗ ΤΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΜΕ ΤΟ ΙΣΡΑΗΛ


Νέα επιδείνωση στις σχέσεις Άγκυρας - Τελ Αβίβ επιφύλασσε το 2018, με τους δύο πάλαι ποτέ… αγαστούς συμμάχους και κύριους στρατηγικούς πυλώνες του «δυτικού συστήματος ασφάλειας» στην Ανατολική Μεσόγειο να βρίσκονται σε τροχιά μόνιμης αντιπαράθεσης, προβάλλοντας… αλληλοσυγκρουόμενα προτάγματα γεωπολιτικής ηγεμονίας.

Η… κοσμοϊστορικής εμβέλειας φιλοδοξία του Ρ. Τ. Ερντογάν να αναδειχθεί σε ηγέτη ολόκληρου του ισλαμικού κόσμου, με τις προσίδιες ηγεμονικές αποβλέψεις, στο πλαίσιο μιας αναδιαρθρωμένης συγκρουσιακής «ρευστότητας» όπου, μοιραία, το Ισραήλ δεν θα μπορούσε να βρίσκεται στην ίδια όχθη επιδιώξεων, στόχων και συμφερόντων, οδήγησε, σταδιακά, στη διάρρηξη του τουρκο-ισραηλινού άξονα, δημιουργώντας νέα, αποκλίνοντα σύνολα και υποσύνολα ισχύος στην περιοχή.

Στο πλαίσιο αυτό, το φυσικό αέριο και η ενεργειακή αρχιτεκτονική της Ανατολικής Μεσογείου αναδεικνύονται σε άλλον ένα καθοριστικό παράγοντα αντιπαράθεσης, με την Άγκυρα να διεκδικεί, με την ισχύ των όπλων και την ωμή επιθετικότητα, ρόλο και λόγο στο ενεργειακό παίγνιο στην περιοχή.

Συστημική αντιπαλότητα

Εννέα χρόνια μετά από την ισραηλινή επιδρομή στο Μαβί Μαρμαρά, λοιπόν, οι τουρκοϊσραηλινές σχέσεις βρίσκονται και πάλι στο ασθενέστερό τους σημείο, με σειρά γεγονότων να διαμορφώνουν το σκηνικό μιας νέας επιδείνωσης, που τείνει να διαλάβει, πλέον, τα χαρακτηριστικά συστημικής αντιπαλότητας για την επικυριαρχία στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Η αντι-ισραηλινή ρητορική του Τούρκου Προέδρου Ρ. Τ. Ερντογάν αλλά και άλλων Τούρκων πολιτικών αξιωματούχων βρίσκεται μονίμως στην ημερήσια τουρκική πολιτική ατζέντα, στο πλαίσιο μιας κλιμακούμενης επιθετικής «εξωστρέφειας» εναντίον του πρώην στρατηγικού συμμάχου.

Η τουρκική ηγεσία, μάλιστα, δεν φείδεται ούτε χρόνου, ούτε… ευκαιριών για να εργαλειοποιεί τις «ιδεολογικοπολιτικές» αντιπαραθέσεις με το Τελ Αβίβ, σε μια προσπάθεια να περιβληθεί το κύρος της ηγέτιδας δύναμης του μουσουλμανικού κόσμου εναντίον των «αλλόθρησκων δυνάμεων», στην κορυφή των οποίων βρίσκεται το «σιωνιστικό Ισραήλ».

Η απόσυρση των ΗΠΑ από τη συμφωνία με το Ιράν, η μεταφορά της αμερικανικής πρεσβείας στην Ιερουσαλήμ και τα τελευταία αιματηρά γεγονότα στη Γάζα έδωσαν άλλη μια ευκαιρία στον Ερντογάν να επιτεθεί στο Τελ Αβίβ, χαρακτηρίζοντας το Ισραήλ κράτος-απαρτχάιντ και προσφέροντας αμέριστη στήριξη στη Χαμάς, το «αντιστασιακό κίνημα που υπεραμύνεται της πατρίδας των Παλαιστινίων από τη δύναμη κατοχής», όπως την αποκάλεσε χαρακτηριστικά.

Χαμάς και Ιερουσαλήμ

Από την πλευρά του, το Ισραήλ ανταπαντά στους ίδιους τόνους, εγκαλώντας την Άγκυρα για την κατοχή της Κύπρου και τις επιθετικές ενέργειές της εναντίον των Κούρδων στη Συρία αλλά και στο εσωτερικό της ίδιας της χώρας, ενώ τους τελευταίους μήνες ήχθη ενώπιον της Κνεσέτ νομοσχέδιο για την αναγνώριση της γενοκτονίας των Αρμενίων, που αποτελεί ζήτημα-ταμπού για την Τουρκία.

Θεωρεί, παράλληλα, ότι η Άγκυρα παίζει ύπουλα «παρεμβατικά» παιγνίδια εναντίον του, με αφορμή τους ιερούς τόπους της παλιάς πόλης των Ιεροσολύμων, για την προστασία των οποίων το ισραηλινό κράτος έχει λάβει αυστηρά μέτρα ασφαλείας.

Ταυτόχρονα, ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου, σε διαδοχικά του tweets, απαντά δηκτικότατα στις αιτιάσεις του Ερντογάν, χαρακτηρίζοντάς τον εκ των μεγαλύτερων υποστηρικτών της Χαμάς και κάποιον που «καταλαβαίνει την τρομοκρατία και τη σφαγή. Προτείνω να μη μας κάνει μαθήματα ηθικής». Η κρίση στις διπλωματικές σχέσεις των δύο χωρών κορυφώθηκε τον περασμένο Μάιο με τις αμοιβαίες απελάσεις πρέσβεων και ειδικά την ταπεινωτική αντιμετώπιση του Ισραηλινού διπλωμάτη στο αεροδρόμιο «Ατατούρκ», που καλύφθηκε και τηλεοπτικά.

Ο τουρκικός αναθεωρητισμός

Σημείο τομής για τον επιθετικά εκφερόμενο τουρκικό αναθεωρητισμό στην περιοχή υπήρξε το αποτυχόν πραξικόπημα του Ιουλίου 2016, το οποίο σηματοδότησε τη γεωστρατηγική στροφή της Άγκυρας σ’ έναν αμφίπλευρο προσανατολισμό «λελογισμένης» απομάκρυνσης από τη Δύση και προσέγγισης με τη Ρωσία (και το Ιράν, δευτερευόντως), με επίκεντρο την κρίση στη Συρία και, ειδικότερα, τη διαχείριση του Κουρδικού, που δεν αποτελεί για την Τουρκία ένα οιοδήποτε πρόβλημα, αλλά υπαρκτικής σημασίας ζήτημα που άπτεται της ίδιας της κρατικής της υπόστασης και της συνέχειάς της ως κράτους.

Η Τουρκία, έμπρακτα, με τη χρήση της ωμής στρατιωτικής ισχύος, και εκμεταλλευόμενη την ή και αντιδρώντας στην μεταψυχροπολεμική γεωπολιτική αστάθεια, σ' ένα ρευστό, πολυπολικό και βίαιο διεθνές περιβάλλον, με συνεχείς αλλαγές και μετατοπίσεις στους συσχετισμούς ισχύος, εκδιπλώνει τις αναθεωρητικές επιδιώξεις της σε όλα τα γεωπολιτικά υποσυστήματα της περιοχής, επιχειρώντας να ενισχύσει αλλά και να «επιβάλει» δικούς του συντελεστές κυριαρχίας.

Συμπεριφορά που, αναπόδραστα, την έφερε αντιμέτωπη με το Τελ Αβίβ, πολλώ μάλλον που προσέδιδε σ’ αυτήν έναν καθαρά νεο-οθωμανικό προσανατολισμό, με σαφείς ηγεμονικές βλέψεις.

Καταλύτης ο Ερντογάν

Καταλύτης για την πορεία των τουρκο-ισραηλινών σχέσεων τα τελευταία χρόνια υπήρξε ο ίδιος ο Τούρκος Πρόεδρος, επισημαίνει ο διεθνολόγος, Μιχάλης Κοντός, σημειώνοντας πως οι σχέσεις των δύο χωρών θα πρέπει να ιδωθούν μέσα από το πρίσμα των συνεχών διακυμάνσεων της τουρκικής πολιτικής στην περιοχή. «Οι σχέσεις Τουρκίας - Ισραήλ, τα τελευταία χρόνια, προσδιορίζονται από έναν καθοριστικό παράγοντα: Είναι η αλλαγή της τουρκικής πολιτικής, μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν», εξηγεί.

«Η στήριξη της Άγκυρας προς τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της περιοχής, με τη φιλοδοξία να καταστεί, υπό νεο-οθωμανικό μανδύα, η ηγέτιδα δύναμη του μουσουλμανικού κόσμου, οδήγησε στη διάλυση της συμμαχίας των δύο χωρών. Αρχής γενομένης με το επεισόδιο στο Μαβί Μαρμαρά και την επιτεινόμενη, προκλητική για το Τελ Αβίβ, αντι-ισραηλινή ρητορική του Ταγίπ Ερντογάν.

Παρότι το Ισραήλ προσπάθησε, αρχικά, να περιορίσει τη ζημιά στις σχέσεις του με την Άγκυρα, στη συνέχεια επιχείρησε να δημιουργήσει εναλλακτικά σχήματα συνεργασιών και συμμαχιών στην περιοχή, ίδε τριμερή σχήματα με Ελλάδα και Κύπρο, ιδία στα θέματα της ενέργειας και της ασφάλειας. Εφεξής, λοιπόν, οι τουρκο-ισραηλινές σχέσεις προσλαμβάνουν εχθρικό χαρακτήρα».

Γεωπολιτικό πλαίσιο αντιπαράθεσης

Πέραν, ωστόσο, των διμερών σχέσεων που ολοένα οξύνονται, έχουν λάβει χώρα και εξελίξεις, οι οποίες τείνουν να διαμορφώσουν ένα άλλο συστημικό, γεωπολιτικά, πλαίσιο αντιπαράθεσης, σημειώνει.

«Έχουμε, αφενός, την ταύτιση του Ισραήλ με τις ΗΠΑ, τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και τη σύμπλευση της Τουρκίας με τη Ρωσία και το Ιράν. Δημιουργείται, έτσι, μια περιφερειακή ισορροπία δυνάμεων, με εν δυνάμει δομικά χαρακτηριστικά, στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, στο πλαίσιο της οποίας ανα-διαρθρώνονται οι σχέσεις των δύο πάλαι ποτέ συμμάχων».

Όσον αφορά στην παρουσία των Αμερικανών στη Συρία, συνεχίζει ο κ. Κοντός, «πρέπει να επισημάνουμε ότι ήταν μεν σημαντική, αλλά δεν είχε ηγεμονικά χαρακτηριστικά. Ήταν μάλλον υποβοηθητική και δεν λειτούργησε ως πραγματικό αντίβαρο στη ρωσική ανάμειξη». Με άλλα λόγια, εξηγεί, η απόφαση του Αμερικανού Προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, για αποχώρηση των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων από τη Βόρεια Συρία δεν προκαλεί κενό ισχύος, ούτε συνιστά ίδιας σημασίας γεγονός με την αποχώρηση των Αμερικανών από το Ιράκ.

Με τα δεδομένα που διαμορφώνονται τώρα, βλέπουμε να περιπλέκονται οι σχέσεις κάποιων περιφερειακών παικτών, όπως η Τουρκία, η οποία επιχειρεί να συμπεριφερθεί ως περιφερειακή δύναμη και να επιτεθεί κατά των Κούρδων. Δημιουργείται, έτσι, ένα εν δυνάμει πεδίο σύγκρουσης μεταξύ Τουρκίας-Ρωσίας, που δεν ξέρουμε ακόμη πώς θα εξελιχθεί.

Η αποχώρηση των Αμερικανών

Η αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων από την περιοχή της Ιεράπολης θα μπορούσε, ασφαλώς, να χαρακτηριστεί ως… προσφορά καρότου της Ουάσιγκτον προς την Άγκυρα, μετά την επιδείνωση στις σχέσεις των δύο χωρών. Καθώς το Κουρδικό ήταν και παραμένει ένα υπαρξιακό πρόβλημα για την Τουρκία, που αφορά στην ίδια την κρατική της υπόσταση, με ορατό τον κίνδυνο διάχυσης αστάθειας και αποσταθεροποιητικών διεργασιών στο εσωτερικό της και εντός του τουρκικού εδάφους.

«Άρα, θα μπορούσε να ειπωθεί πως η Ουάσιγκτον, με την κίνηση αυτή, έδωσε κάτι στην Τουρκία, στο πλαίσιο, ασφαλώς, της υφιστάμενης ισορροπίας δυνάμεων και υπό την επίγνωση του γεγονότος ότι, σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο, δεν υπάρχουν φιλίες και μόνιμες συμπλεύσεις».