Σημερινή

Τρίτη, 16/10/2018
RSS

Όταν η «ημετεροκρατία»… γλιστράει από τα κελιά

| Εκτύπωση | 07 Οκτώβριος 2018, 18:02 | Του Μιχάλη Παπαδόπουλου

«Η ΙΔΙΑ ΑΟΡΑΤΗ ΧΕΙΡ, Η ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΕΙ ΚΟΜΜΑΤΙΚΑ ΣΤΕΛΕΧΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΣΑΓΩΓΗ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΕΙ ΚΑΙ ΤΑ… ΑΤΥΧΗΣΑΝΤΑ ΣΤΕΛΕΧΗ ΠΟΥ ΚΑΤΕΛΗΞΑΝ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ. ΠΡΑΓΜΑ ΠΟΥ ΟΔΗΓΕΙ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΜΑΣ ΠΙΣΩ ΣΕ ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ. Η ΛΥΣΗ ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΟ ΜΑΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑ, ΠΟΥ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΤΑΙ ΩΣ ΚΟΜΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ, ΔΕΝ ΑΝΕΥΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟ ΤΩΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ»

Μαζί και με φόντο αυτήν την ενδημική και πολλαχώς διαβρωμένη πολιτική συγκρότηση οι πολίτες βρίσκονται, εσχάτως, ενεοί μπροστά και σε φαινόμενα μη καταλογισμού, ατιμωρησίας, αλλά και υπερβολικά ευμενούς μεταχείρισης καταδικασθέντων «επωνύμων», σε μια προφανή εφαρμογή «πολιτικής επιλεκτικών διακρίσεων», αναγκάζοντας και τον ίδιο τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας να παρέμβει δημόσια, ζητώντας την άμεση λήψη διορθωτικών μέτρων όσον αφορά τις διαδικασίες αποφυλάκισης


Το κυπριακό πολιτικό και πολιτειακό σύστημα φαίνεται πως κάνει ό,τι περνά από το χέρι του για να επιβεβαιώνει την ολοένα και πιο δύσθυμα εδραιωμένη πεποίθηση, ότι δεν αποτελεί τίποτε άλλο από μια -θεσμώ και έργω- επιβληθείσα ολιγαρχία, που νέμεται, προς ίδιον όφελος και εις βάρος της κοινωνίας, το κράτος και τους μηχανισμούς του.

Δεν είναι μόνον τα συνεχή φαινόμενα διαφθοράς, που βροχηδόν πλημμυρίζουν τη σκηνή της δημόσιας ζωής, οι εντεινόμενες καταγγελίες και αλληλοκατηγορίες για νεποτισμό και κατάχρηση εξουσίας, η εν αδίκω, άνιση κατανομή των δημόσιων και εξουσιαστικών αγαθών, η κακοδιαχείριση, ο κομματικός «ημετερισμός», η παραταξιακή φαυλότητα, η έλλειψη συλλογικών αναφορών, η τυφλή κυριαρχία του καιροσκοπισμού και της ιδιοτέλειας, η έκνομη συναλλαγή, με κυρίους αγωγούς τα ίδια τα κόμματα, που αντί να λειτουργούν ως «κύτταρα της δημοκρατίας», έχουν μετατραπεί σε αγωγούς φθοροποιού αυθαιρεσίας, κ.λπ.

Μαζί και με φόντο αυτήν την ενδημική και πολλαχώς διαβρωμένη πολιτική συγκρότηση οι πολίτες βρίσκονται, εσχάτως, ενεοί μπροστά και σε φαινόμενα μη καταλογισμού, ατιμωρησίας, αλλά και υπερβολικά ευμενούς μεταχείρισης καταδικασθέντων «επωνύμων», σε μια προφανή εφαρμογή «πολιτικής επιλεκτικών διακρίσεων», αναγκάζοντας και τον ίδιο τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας να παρέμβει δημόσια, ζητώντας την άμεση λήψη διορθωτικών μέτρων όσον αφορά τις διαδικασίες αποφυλακίσεων.

Επίμαχο σημείο αντιπαράθεσης αλλά και αμφιλογίας, η τελευταία τροποποίηση της σχετικής Νομοθεσίας από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, η οποία έδωσε τη δυνατότητα στο Συμβούλιο Αποφυλακίσεων να προβεί σε «μαζικές αποφυλακίσεις» επωνύμων, προτού αυτοί εκτίσουν καν το ήμισυ της ποινής τους.

Έγκυροι νομικοί κύκλοι επισημαίνουν στην εφημερίδα μας ότι είναι απολύτως εύλογη η εντύπωση της κοινής γνώμης, ότι «η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση έγινε για να ‘ευνοηθούν’ ημέτεροι των κομμάτων», «μια πρακτική που ακολουθείται και διεθνώς όταν πρόκειται για υποθέσεις διαφθοράς δημοσίων προσώπων», και δεν θα αναμενόταν η Κύπρος να αποτελεί την εξαίρεση. Αυτό, ωστόσο, προσθέτουν, δεν «νομιμοποιεί», σε καμία περίπτωση, την κυπριακή Βουλή για την ενέργειά της, αλλά, εξ αντιθέτου, ενισχύει περισσότερο τις υποψίες για τα «δόλια κίνητρα» πίσω από αυτήν.

Σημειώνουν, περαιτέρω, ότι το ζήτημα που προέκυψε δεν αφορά το γεγονός αυτό καθαυτό της αποφυλάκισης, αφού «κανένας κρατούμενος δεν εκτίει το 100% της ποινής του», αλλά την υπερβολικά «χαριστική» επιείκεια που επιδείχθηκε προς συγκεκριμένους κρατουμένους.

Οι ίδιοι κύκλοι τονίζουν, ταυτόχρονα, ότι ο Νόμος, στο πλαίσιο του οποίου λειτουργεί το Parole [η νομοθεσία για τη λειτουργία του Θεσμού της αποφυλάκισης επ’ αδεία (Conditional release- Parole Board)], που θεσπίστηκε τον Απρίλιο του 2009, κατόπιν διεθνών δεσμεύσεων της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων (CPT) αλλά και ενώπιον του ΕΔΔΑ στην υπόθεση KAFKARIS v CYPRUS (Application no. 21906/04), ήταν εν τη γενέσει του προβληματικός, αφού προέβλεπε τη μείωση της ποινής για ανθρωποκτονία από τα 18 στα 12 χρόνια, ενώ θεσμοθετήθηκε η εξέταση των αιτήσεων για αποφυλάκιση κάθε ένα χρόνο, από τρία που ήταν προηγουμένως.

Η εν λόγω νομοθετική μεταρρύθμιση έδωσε, παράλληλα, τη δυνατότητα υποβολής αιτήματος αποφυλάκισης πριν από την έκτιση του μισού της ποινής, σε αντίθεση με ό,τι ίσχυε προηγουμένως, δημιουργώντας πολλές ερμηνευτικές αμφιλογίες «ως προς το τι σημαίνει μισή ποινή» - κάτι που συμβαίνει, επίσης, και στο θέμα της απονομής χάριτος.

Γεγονός το οποίο, όπως εξηγούν, αύξησε, σε πυκνότητα χρόνου, την «πίεση» προς το Συμβούλιο Αποφυλακίσεων να λαμβάνει, κατά το μάλλον ή ήττον, εγκριτικές αποφάσεις σε σχέση με τα υποβαλλόμενα αιτήματα, εγείροντας, παράλληλα, και το θέμα της προστασίας, εκ μέρους των αρμόδιων πολιτειακών θεσμών, της ίδιας της Επιτροπής, προκειμένου να επιτελεί απρόσκοπτα το έργο της.

Όσον αφορά τη δημόσια παρέμβαση του Γενικού Εισαγγελέα, τονίζουν ότι ήταν λογική και αναμενόμενη, υπερθεματίζοντας τη διάσταση που ανέδειξε, ότι, δηλαδή, με τη συγκεκριμένη διαδικασία, δεν ελέγχει η δικαστική εξουσία, ως αρμόδια πολιτειακή Αρχή, την πορεία της ποινής που επιβάλλει, άρα, επιτελείται ένα είδος «εκχώρησης της αρμοδιότητας του δικαστηρίου σ’ ένα άλλο σώμα».

Σ’ αυτό το πλαίσιο, υποδεικνύουν, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο θεσμοθέτησης μίνιμουμ ποινών για κάθε έγκλημα, ενώ θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με διακριτική σοβαρότητα κάποια είδη εγκλημάτων, όπως ο βιασμός, η παιδεραστία κ.λπ., αλλά και να λαμβάνεται υπ’ όψιν η γνώμη ανεξάρτητων υπηρεσιών του Κράτους, όπως, λ.χ. το Γραφείο της Επιτρόπου Προστασίας του Παιδιού, όταν πρόκειται για προσίδια εγκλήματα.

Η «Σ» ζήτησε, επιπρόσθετα, από δύο έγκριτους νομικούς να καταθέσουν τις απόψεις τους για το θέμα, υποβάλλοντας, ταυτόχρονα, ενδεχόμενες εισηγήσεις για τη θεραπεία του φαινομένου.

Δώρος Ιωαννίδης: Υπερβολικές οι εξουσίες του ΣΑ

Την άποψη ότι το Συμβούλιο Αποφυλακίσεων έχει επενδυθεί με υπερβολικές εξουσίες διατυπώνει ο Πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, Δώρος Ιωαννίδης, επισημαίνοντας ότι, προς βελτιστοποίηση της υφιστάμενης διαδικασίας και προκειμένου να μην επαναληφθούν ανάλογα φαινόμενα, επιβάλλεται να εισαχθούν συγκεκριμένοι διαδικαστικοί κανονισμοί στην εφαρμογή των αποφάσεων.

Η νομοθεσία του Θεσμού της αποφυλάκισης επ’ αδεία (Conditional release- Parole Board), αναφέρει, έγινε κατόπιν πολλών πιέσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, μετά την προσφυγή συγκεκριμένου ισοβίτη. Σκοπός της ήταν να επιλαμβάνεται περιπτώσεων όπου κάποιος, ο οποίος εξέτιε πάνω από το μισό της ποινής του και επεδείκνυε καλή διαγωγή, θα μπορούσε να αποφυλακιστεί. Προνοείτο και ένα τρίτο στάδιο, που αφορούσε την εξωϊδρυματική απασχόληση κάποιου καταδίκου.

Τελικά, η Βουλή, σημειώνει ο κ. Ιωαννίδης, «αποδέχτηκε ότι η αίτηση αποφυλάκισης μπορεί να γίνεται και χωρίς την έκτιση του μισού της ποινής, με αποτέλεσμα να παρατηρείται σήμερα αυτό το φαινόμενο, το οποίο συνιστά, κατά τη γνώμη μου, παρέμβαση στην επιβληθείσα ποινή, μέσα από μια υπερβολική, ενδεχομένως, χρήση της εξουσίας του Συμβουλίου Αποφυλακίσεων, το οποίο, κατά μία έννοια, τίθεται και υπεράνω του ίδιου του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ο οποίος, Πρόεδρος, έχει το δικαίωμα απονομής χάριτος σε καταδίκους μόνο κατόπιν εισηγήσεως του Γενικού Εισαγγελέα».

Ως εκ τούτου, προσθέτει, ίσως θα ήταν ωφελιμότερο, αν γινόταν η εισαγωγή κάποιων διαδικαστικών κανονισμών, ως κατευθυντηρίων γραμμών, οι οποίοι να διέπουν την εφαρμογή των αποφάσεων, προκειμένου να αποτρέπονται τέτοια φαινόμενα.

«Προφανώς, άποψή μου είναι ότι δεν μπορεί μια ποινή να αλλάζει άρδην, έπειτα από απόφαση ενός εξωδικαστικού σώματος, αλλά ούτε και να αποτελεί μοναδικό κριτήριο η καλή διαγωγή, η οποία, συνήθως, επιδεικνύεται από τη συντριπτική πλειοψηφία των κρατουμένων. Και, σε τελική ανάλυση, αυτό, πρωτίστως, είναι ένα θέμα που αφορά εκείνους που εφαρμόζουν τον Νόμο», κατέληξε ο Δ. Ιωαννίδης.

Γιώργος Κολοκασίδης: Αποσπώνται δικαστικές αρμοδιότητες

Το γεγονός της απόσπασης, με την υφιστάμενη νομοθεσία, μιας κατ’ αρχήν δικαστικής αρμοδιότητας, αυτής του καθορισμού της ποινής, και της απόδοσής της σε ένα διοικητικό σώμα, όπως είναι αυτό του Συμβουλίου Αποφυλάκισης, επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ο έγκριτος νομικός, Γιώργος Κολοκασίδης, και η ψήφισή της από τα κοινοβουλευτικά κόμματα, παραπέμπει τον πολίτη στο φαινόμενο της «κομματικοποίησης των πάντων», αφού, φυσιολογικώ τω τρόπω, «γεννάται στους πολίτες μια εύλογη δυσπιστία».

Ως εκ τούτου, υπογραμμίζει, μοναδική λύση τού εν γένει πολιτειακού μας προβλήματος είναι «η αποκοπή της κομματικής επιρροής, η οποία διαχέεται παντού».
«Το δικαίωμα των κρατουμένων για πρόωρη αποφυλάκιση ήλθε ξανά στο προσκήνιο μετά την αποφυλάκιση των πολιτικών και άλλων προσώπων που είχαν καταδικαστεί για ποινικά αδικήματα συνιστώντα διαφθορά. Το φως που έπεσε στον θεσμό αυτό δεν ήταν καθόλου θετικό. Οι λοιποί κρατούμενοι των φυλακών διαμαρτυρήθηκαν για ευνοϊκή μεταχείριση επώνυμων κρατουμένων και ο Γενικός Εισαγγελέας ζήτησε άμεσα διορθωτικά μέτρα, για να αποφευχθεί η αποφυλάκιση καταδικασθέντων για αδικήματα διαφθοράς», σημειώνει, για να προσθέσει: «Αξίζει να θυμηθεί κανείς ότι ανάλογη δυσφορία είχε ξεσηκωθεί όταν αποφυλακίστηκε ισοβίτης, παρά το ειδεχθές του εγκλήματος που είχε διαπράξει και παρά την παράλειψή του να αποκαλύψει τον ηθικό αυτουργό του εγκλήματος».

Ο νέος τροποποιητικός περί Φυλακών νόμος Ν37(Ι)/2009 είναι αυτός που εισήγαγε το νέο άρθρο 14 και τον θεσμό Συμβουλίου Αποφυλάκισης, το οποίο αποφασίζει επί αιτήσεων κρατουμένων για πρόωρη αποφυλάκιση «επ’ αδεία». «Αυτό το ‘επ’ αδεία’», εξηγεί, «είναι για να τονιστεί η υποτιθέμενη θεωρητική συνέχιση της κράτησης. Μόνο που συνεχίζεται εκτός φυλακής. Αυτό, όμως, είναι άχρηστη θεωρητική κατασκευή, καθώς ο πολίτης, εύλογα, κρατά μόνον ότι ο κρατούμενος απολύθηκε πρόωρα. Ολίγον ενδιαφέρει, αν στα χαρτιά η ποινή συνεχίζει να εκτίεται εν οίκω.

Διότι, βασικό στοιχείο της τιμωρίας της φυλάκισης είναι ο εγκλεισμός. Αν ελλείπει αυτό το στοιχείο, τότε η τιμωρία εκμηδενίζεται. Ως θεσμός, η πρόωρη αποφυλάκιση υπό όρους δεν είναι κακή. Εξάλλου, ήταν και υποχρέωση της Κυπριακής Δημοκρατίας, υπό το φως της απόφασης του ΕΔΑΔ Vinter et al v UK (αιτήσεις 66069/09, 130/10 και 3896/10), που ακριβώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η διά βίου φυλάκιση συνιστά απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση κατά παράβαση του άρθρου 3 της Σύμβασης, καθότι δεν υπάρχει προοπτική αποφυλάκισης».

Είναι χρήσιμο να υπομνησθεί στο σημείο αυτό, συμπληρώνει, ότι το ευρωπαϊκό δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχει διανύσει πολύ δρόμο στο θέμα των σκληρών ποινών. Προηγήθηκε με το πρωτόκολλο 13 η κατάργηση της θανατικής ποινής. Τώρα, με αποφάσεις όπως την πιο πάνω, ακόμα και η μη αναθεωρήσιμη διά βίου φυλάκιση, συνιστά παράβαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτό ας συγκριθεί με τις ΗΠΑ, όπου σε αριθμό πολιτειών η θανατική ποινή εφαρμόζεται και μάλιστα με βάναυση θεατρικότητα.

Έκπτωση κύρους

«Εν πάση περιπτώσει», σημειώνει περαιτέρω ο κ. Κολοκασίδης, «η Κύπρος διατηρεί προβάδισμα υιοθετώντας και το πρωτόκολλο 13, αλλά και τη διαδικασία πρόωρης αποφυλάκισης. Χωρεί, όμως, μια κριτική προσέγγιση στο θέμα. Κατ’ αρχάς, μια μικροσκοπική κριτική. Τα κριτήρια αποφυλάκισης παρατίθενται στο άρθρο 14Η του νόμου. Μεταξύ των κριτηρίων δεν περιλαμβάνεται η πλήρης συνεργασία με τις Αρχές για αποκάλυψη όλων των συνεργών ή και αυτουργών στο έγκλημα ή και άλλων στοιχείων του εγκλήματος ή και άλλων εγκλημάτων στα οποία πιθανώς να ενέχεται ο κρατούμενος. Περιλαμβάνεται, βεβαίως, μεταξύ των κριτηρίων η έμπρακτη μεταμέλεια, αλλά θα έπρεπε να περιληφθούν ρητώς και τα πιο πάνω. Λόγου χάριν, ο ισοβίτης Καυκαρής αποφυλακίστηκε παρά τη μη αποκάλυψη του ηθικού αυτουργού του ειδεχθούς εγκλήματός του. Αυτό από μόνο του είναι ασύλληπτο».

Πέραν τούτου όμως, υποδεικνύει, ενδείκνυται και μια μακροσκοπική προσέγγιση του θεσμού, αφού «όσο και αν ο θεσμός της πρόωρης αποφυλάκισης είναι διεθνώς διαδεδομένος, είναι γεγονός ότι αποσπάται μια κατά βάση δικαστική αρμοδιότητα, αυτή του καθορισμού της ποινής, και αποδίδεται σε ένα διοικητικό σώμα, όπως είναι αυτό του Συμβουλίου Αποφυλάκισης. Αυτό παλαιότερα θα μπορούσε να θεωρηθεί παράβαση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών Αίτηση Δημητράκης Χατζησάββας (1992)1 ΑΑΔ 1134. Ψιλά γράμματα, θα πει κανείς.

Και όμως. Στο κυπριακό πολιτειακό τοπίο το ζήτημα έχει τις προεκτάσεις του. Τα διοικητικά όργανα, τα οποία διορίζονται, γενικώς, επί τη βάσει κομματικών κριτηρίων, στα μάτια των πολιτών έχουν χάσει το κύρος τους. Η δικαστική εξουσία, κατ’ αντίθεση, σε μεγάλο βαθμό θεωρείται ακόμη εκτός κομματικού ελέγχου και κατά βάση άμεμπτη. Όταν λοιπόν αποσπάται μια αρμοδιότητα από τη δικαστική εξουσία και αποδίδεται σε διοικητικό σώμα, γεννάται στους πολίτες μια εύλογη δυσπιστία. Αυτή η δυσπιστία, δυστυχώς, επιβεβαιώθηκε με τις πρόσφατες αποφυλακίσεις των πολιτικών προσώπων».

Το απόστημα της κομματοκρατίας

Για τις αντιδράσεις της κοινής γνώμης ο Γ. Κολοκασίδης επισημαίνει ότι αυτές είναι απολύτως εύλογες, καθώς «ο πολίτης, με το δίκαιό του, βλέπει πολύ χονδρικά αυτά τα πράγματα... Η ίδια αόρατη χειρ, η οποία προστατεύει κομματικά στελέχη από την προσαγωγή ενώπιον της δικαιοσύνης», καταγγέλλει, «προστατεύει και τα… ατυχήσαντα στελέχη που κατέληξαν στη φυλακή. Πράγμα που οδηγεί τη συλλογιστική μας πίσω σε βασικές αρχές. Η λύση στο πολιτειακό μας πρόβλημα, που περιγράφεται ως κομματοποίηση των πάντων, δεν ανευρίσκεται στον πολλαπλασιασμό των διοικητικών οργάνων. Η μόνη λύση είναι η επίθεση στη ρίζα. Η αποκοπή της κομματικής επιρροής, η οποία διαχέεται παντού. Μόνον έτσι θα δούμε καλές μέρες. Εύκολο να το πεις. Πανδύσκολο να το κάνεις».

Και δικαστικό «σκάνδαλο»

Την ίδια ώρα, μια άλλη σοβαρή υπόθεση, που ταράζει τα «ήρεμα νερά» της Δικαιοσύνης, ήρθε στο φως της δημοσιότητας.

Έπειτα από εντολή του Γενικού Εισαγγελέα, η Αστυνομία προέβη στη διεξαγωγή ποινικής έρευνας εναντίον εν ενεργεία Δικαστή. Η έρευνα άρχισε κατόπιν καταγγελίας για αλλοίωση πρακτικών του δικαστηρίου σε υπόθεση αντιδικίας μεταξύ μετόχων εταιρείας. Το ενδιαφέρον, όμως, της υπόθεσης είναι η καταγγελία του παραπονουμένου, ότι ο αδελφός τού εν λόγω δικαστή είναι αναμεμειγμένος στην αντιδικία, καθώς εργάζεται ως υπάλληλος του αντιδίκου στη διαδικασία. Ο παραπονούμενος καταγγέλλει, επίσης, αλλοίωση πρακτικών της διαδικασίας.

Η πρωτοφανής αυτή υπόθεση απασχόλησε και το Ανώτατο Δικαστήριο, ο Πρόεδρος του οποίου, Μύρων Νικολάτος, δήλωσε στο ΣΙΓΜΑ πως παρακολουθεί τις εξελίξεις.

«Πριν από έξι μήνες υποβλήθηκε στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο συγκεκριμένο παράπονο εναντίον δικαστή. Έκρινε πως δεν έπρεπε να πάρει οποιαδήποτε απόφαση, καθώς εκκρεμεί η εκδίκαση έφεσης για την ίδια υπόθεση. Ταυτόχρονα, το Δικαστικό Συμβούλιο εξέτασε εκ πρώτης όψεως την καταγγελία και αποφάνθηκε πως δεν διαπράχθηκε οποιοδήποτε πειθαρχικό αδίκημα από τον Δικαστή. Θα γίνει σε βάθος εξέταση μόλις ολοκληρωθεί η έφεση. Θα πρέπει να επισημανθεί, πως το Ανώτατο ενημέρωσε τον παραπονούμενο ότι, εάν θεωρεί πως έχουν διαπραχθεί οποιαδήποτε ποινικά αδικήματα, μπορεί να το καταγγείλει στην Αστυνομία», ανέφερε ο Πρόεδρος του Ανωτάτου.

Να σημειωθεί ότι, σε ανάλογη ανακοίνωση προέβη προχθές Παρασκευή και το ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο.

Η όλη καταγγελία απασχόλησε πρόσφατα και τη Βουλή, με την αρμόδια Επιτροπή να απορρίπτει αίτημα του ΕΛΑΜ για εγγραφή του θέματος για συζήτηση.