Σημερινή

Δευτέρα, 10/12/2018
RSS

Επιβεβλημένη η εγκατάλειψη της ΔΔΟ

| Εκτύπωση | 07 Οκτώβριος 2018, 17:00 | Του Μιχάλη Παπαδόπουλου

Μ. ΣΙΖΟΠΟΥΛΟΣ: ΝΕΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ, ΜΕ ΕΣΤΙΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΟΥ ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟΥ ΡΟΛΟΥ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

Η ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΑΜΕΡΟΥΣ ΔΙΑΣΚΕΨΗΣ ΣΤΟ CRANS MONTANA ΑΠΟΤΕΛΟΥΣΕ ΕΝΑΝ ΠΡΟΣΘΕΤΟ ΛΟΓΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΛΑΓΗ ΤΑΚΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΑ ΤΗΣ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗΣ ΜΙΑΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ, Η ΟΠΟΙΑ ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΑΠΟΔΕΙΧΤΗΚΕ ΑΝΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ, ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΔΕΝ ΕΦΕΡΕ ΤΗ ΛΥΣΗ ΕΝΑ ΒΗΜΑ ΠΙΟ ΚΟΝΤΑ ΜΑΣ, ΑΛΛΑ ΑΝΤΙΘΕΤΑ ΚΛΗΡΟΔΟΤΗΣΕ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ ΠΡΟΣΘΕΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΟΦΕΛΗ ΚΑΙ ΣΥΝΕΒΑΛΕ ΣΤΗ ΣΤΑΔΙΑΚΗ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΚΑΤΟΧΙΚΟΥ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ

* Έτοιμη η ΕΔΕΚ να στηρίξει μια ενδεχόμενη προσπάθεια απαγκίστρωσης της Κυβέρνησης από το υφιστάμενο πλαίσιο διαπραγμάτευσης

* Έχουμε, ως προς τούτο, κατ’ επανάληψιν καταθέσει ολοκληρωμένες προτάσεις στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αλλά και στο Εθνικό Συμβούλιο

* Δεν αποκλείεται η αυτόνομη κάθοδος της ΕΔΕΚ στις Ευρωεκλογές

Την αναγκαιότητα εγκατάλειψης της λύσης ΔΔΟ και τη διαμόρφωση μιας νέας στρατηγικής, βασισμένης στην αναβάθμιση του γεωστρατηγικού ρόλου της Κύπρου, υπογραμμίζει ο Πρόεδρος της ΕΔΕΚ, Μαρίνος Σιζόπουλος, εκφράζοντας, ταυτόχρονα, την ετοιμότητα του κόμματός του να στηρίξει μια ενδεχόμενη προσπάθεια απαγκίστρωσης της Κυβέρνησης από το υφιστάμενο διαπραγματευτικό πλαίσιο, προκειμένου να τοποθετηθεί το Κυπριακό στη
σωστή του βάση «ως πρόβλημα εισβολής, συνεχιζόμενης κατοχής και εθνοκάθαρσης».

Αναφορικά με τις Ευρωεκλογές και τις προσπάθειες σύμπηξης συνεργασίας μεταξύ των κομμάτων του ενδιάμεσου χώρου επισημαίνει ότι επιβάλλεται αυτές να είναι αξιόπιστες, τονίζοντας, ωστόσο, ότι ούτε η πρόταση της Αλληλεγγύης ούτε η πρόταση των Οικολόγων διασφαλίζουν πλήρως το συγκεκριμένο στοιχείο, ενώ δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο αυτόνομης καθόδου του Κινήματος.

Τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεων στη Νέα Υόρκη φαίνεται να εδραιώνουν στο Κυπριακό μια κατάσταση κρίσιμης αβεβαιότητας, ενώ επιχειρείται από ορισμένες πλευρές η αλλαγή του πλαισίου διαπραγμάτευσης. Θεωρείτε ότι ήρθε η ώρα για εφαρμογή μιας νέας στρατηγικής και εγκατάλειψη της λύσης ΔΔΟ;

Η Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία (ΔΔΟ) θα έπρεπε λογικά, αλλά και για σκοπούς τακτικής, να είχε εγκαταλειφθεί μετά την απόρριψη του σχεδίου Ανάν και να εγκαινιασθεί μια νέα τακτική, η οποία θα τοποθετούσε το Κυπριακό στη σωστή του βάση ως πρόβλημα εισβολής, συνεχιζόμενης κατοχής και εθνοκάθαρσης. Η κατάληξη της Πενταμερούς Διάσκεψης στο Crans Montana αποτελούσε έναν πρόσθετο λόγο για την αλλαγή τακτικής και κύρια της εγκατάλειψης μιας διαδικασίας, η οποία όχι μόνο αποδείχτηκε αναποτελεσματική, όχι μόνο δεν έφερε τη λύση ένα βήμα πιο κοντά μας, αλλά αντίθετα κληροδότησε στην Τουρκία πρόσθετα πολιτικά οφέλη και συνέβαλε στη σταδιακή αναβάθμιση του κατοχικού καθεστώτος.

Όπως πολλές φορές τονίσαμε, η Κυβέρνηση πρέπει να ενισχύσει τη διαπραγματευτική της θέση αξιοποιώντας τα πολιτικά και διπλωματικά πλεονεκτήματα που διαθέτει η Κυπριακή Δημοκρατία. Ως τέτοια, μπορούν να θεωρηθούν αποφάσεις του ΟΗΕ, το ενεργειακό και η ιδιότητα του πλήρους μέλους της Ε.Ε.

Νέα διαδικασία στο Κυπριακό

Πολλοί, ενόψει ενός νέου, ενδεχομένως οριστικού, αδιεξόδου, επισημαίνουν τον κίνδυνο μετατροπής της de facto κατάστασης στην Κύπρο, σε de jure. Πώς απαντάμε σ’ αυτήν τη δυσοίωνη προοπτική; Είμαστε έτοιμοι, και πόσο, να διαχειριστούμε το ενδεχόμενο μιας περίπου «μόνιμης» κατάστασης μη λύσης;

Για να μετατραπεί η παράνομη εισβολή της Τουρκίας από de facto σε de jure, θα πρέπει να τύχει της συγκατάθεσης και της έγκρισης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτή η μετατροπή επιχειρήθηκε να επιτευχθεί με διάφορους τρόπους, αποκορύφωμα το σχέδιο Ανάν. Φαίνεται ότι στο παρασκήνιο κάποιες πλευρές επιχειρούν να αλλάξει το πλαίσιο διαπραγμάτευσης.

Αυτό το γεγονός μπορεί να αξιοποιηθεί και να προωθηθεί μια νέα διαδικασία με επίκεντρο την ανάγκη σύγκλησης Διεθνούς Διάσκεψης για το Κυπριακό, για να συζητηθεί η διεθνής πτυχή του προβλήματος, δηλ. ο τερματισμός της κατοχής, η αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων και των εποίκων. Η επίτευξη λύσης δεν εξαρτάται από τη δική μας πλευρά.

Η Τουρκία, μέσα από τις κωλυσιεργίες και την παρελκυστική τακτική που ακολουθεί, στοχεύει στην παράταση του χρόνου, με στόχο την εδραίωση δεδομένων που να βοηθούν στην εφαρμογή του τελικού της στόχου, που είναι η πλήρης ενσωμάτωση της Κύπρου στην τουρκική επικράτεια. Δεν ήταν τυχαία η αναφορά του αείμνηστου Αρχ. Μακαρίου στην τελευταία του ομιλία στις 20.7.1977, όπου ουσιαστικά είχε κηρύξει τον μακροχρόνιο αγώνα, τονίζοντας ότι η Τουρκία αξιοποιεί τον διακοινοτικό διάλογο για να εδραιώσει τα τετελεσμένα της εισβολής.

Κατανοούμε τους κινδύνους που ελλοχεύουν από την παράταση της σημερινής κατάστασης. Αυτό, όμως, δεν θα πρέπει να μας οδηγήσει σε πορεία που θα διευκολύνει στη νομιμοποίηση της διχοτόμησης και, σε τελικό στάδιο, στην προσάρτηση της Κύπρου στην Τουρκία.

Υπό αυτά τα δεδομένα, θα στηρίζατε μια ενδεχόμενη προσπάθεια απαγκίστρωσης της Κυβέρνησης από το υφιστάμενο πλαίσιο διαπραγμάτευσης;

Ασφαλώς και θα το στηρίζαμε. Γι’ αυτόν το σκοπό η ΕΔΕΚ κατ’ επανάληψιν έχει καταθέσει ολοκληρωμένες προτάσεις στους Προέδρους της Δημοκρατίας, αλλά και στο Εθνικό Συμβούλιο.

Ενίσχυση γεωστρατηγικού ρόλου

Το επί θύραις διάστημα προβάλλει ως ιδιαίτερα σημαντικό για τους ενεργειακούς σχεδιασμούς της ΚΔ, με κορυφαία γεγονότα τη γεώτρηση της Exxon Mobil και την υπογραφή της συμφωνίας για τον EastMed. Θεωρείτε ότι αυτές οι εξελίξεις, οι οποίες αναβαθμίζουν, ipso facto, τον γεωστρατηγικό ρόλο της Κύπρου στην περιοχή, διαμορφώνουν ένα νέο πλαίσιο αντίκρισης και διαχείρισης του Κυπριακού;

Όπως έχουμε κατ’ επανάληψιν τονίσει, σε ένα τόσο σοβαρό διεθνές πρόβλημα όπως είναι το Κυπριακό, αλλά και με δεδομένη την επιθετικότητα της Τουρκίας, η επίτευξη λύσης θα μπορούσε να επιτευχθεί με αξιοποίηση του γεωστρατηγικού παράγοντα. Η προσπάθεια θα πρέπει να εστιασθεί στην ενίσχυση του γεωστρατηγικού ρόλου της Κύπρου. Η χάραξη κοινής πολιτικής με την Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά.

Ένας από τους πυλώνες της κοινής πολιτικής είναι ο ενεργειακός. Αυτός, ανάμεσα σε άλλα, πρέπει να περιλαμβάνει την περαιτέρω αναβάθμιση των Τριμερών Συμφωνιών που έχουν υπογραφεί με τις χώρες της περιοχής, την εμπλοκή και άλλων χωρών σε αυτές τις συμφωνίες, κυρίως ισχυρών χωρών μελών της Ε.Ε., και την έναρξη υλοποίησης του ενεργειακού προγράμματος με την αξιοποίηση του Φ.Α.

Η κατασκευή του αγωγού της Ανατολικής Μεσογείου θα προσδώσει ιδιαίτερη αναβάθμιση αυτού του ρόλου. Αποκλείει τον αγωγό μέσω Τουρκίας και, την ίδια στιγμή, προσφέροντας ενεργειακή επάρκεια στις χώρες της κεντρικής Ευρώπης, εξισορροπεί σε κάποιο βαθμό τα οικονομικά συμφέροντα που αυτές έχουν με την Τουρκία. Είναι, λοιπόν, λογικό η αξιοποίηση αυτών των δεδομένων να ενισχύει σημαντικά τη διαπραγματευτική θέση της Κύπρου, να διαφοροποιεί δεδομένα και να αυξάνει τις πιθανότητες οι συνομιλίες να καταλήξουν σε ένα θετικό αποτέλεσμα.

Μη ρεαλιστική η ένταξη στο ΝΑΤΟ

Πώς θα αντίκριζε η ΕΔΕΚ, μέσα στα διαμορφούμενα γεωπολιτικά και ενεργειακά συμφραζόμενα, με τις τριμερείς και οιονεί τετραμερείς συνεργασίες να βρίσκονται σε πλήρη ανάπτυξη, μια πιθανή πρόταση ένταξης στο ΝΑΤΟ;

Η ρεαλιστική διάσταση δεν θα πρέπει ποτέ να απουσιάζει από τους σχεδιασμούς μας, ειδικά όταν τα εμπλεκόμενα συμφέροντα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο. Η Τουρκία, όσο είναι μέλος του ΝΑΤΟ και οι στρατηγικοί της στόχοι σε σχέση με την Κύπρο βρίσκονται σε εξέλιξη, δεν πρόκειται να επιτρέψει την υλοποίηση ενός τέτοιου ενδεχομένου. Παράλληλα, θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι στην ανατολική Μεσόγειο και οι δύο υπερδυνάμεις έχουν συμφέροντα και παρουσία. Η μονομερής επιλογή ένταξης στο ένα από τα δύο στρατόπεδα, ενδεχομένως θα επιδεινώσει, δεν θα αναβαθμίσει τη θέση μας.

Γι’ αυτό και απαιτούνται προσεκτικοί και λεπτοί χειρισμοί. Κανένας δεν μπορεί να προβλέψει ποια θα είναι τα ανταλλάγματα, τα οποία, ενδεχομένως, οι ΗΠΑ θα προσφέρουν στην Τουρκία, στην προσπάθειά τους να προχωρήσουν σε πλήρη αποκατάσταση των σχέσεών τους μαζί της. Θα υπενθυμίσω όταν το 2001 επρόκειτο να πραγματοποιηθεί η ΝΑΤΟϊκή εισβολή στο Ιράκ, η Τουρκία, για να επιτρέψει τη χρήση της βάσης του Ιντσιρλίκ, ανάμεσα σε άλλα, ζήτησε στήριξη των τουρκικών θέσεων στο Κυπριακό.

Μόνο αξιόπιστες συνεργασίες στις Ευρωεκλογές

Ας έρθουμε στο θέμα των Ευρωεκλογών: Εμφανίζεται μια δυστοκία στα κόμματα του ενδιάμεσου χώρου για σύμπηξη συνεργασίας. Ως ΕΔΕΚ, αποκλείσατε μια ενδεχόμενη τετραμερή συνεργασία, με τη συμμετοχή και της Συμμαχίας Πολιτών, ενώ δυσκολίες παρουσιάζει και η προοπτική μιας νέας συνεργασίας με τους Οικολόγους. Πού έγκεινται, κατ’ εσάς, τα προβλήματα; Υπάρχει, δεδομένων τούτων, ενδεχόμενο για αυτόνομη κάθοδο του Κινήματος στις Ευρωεκλογές;

Η ΕΔΕΚ, μέχρι στιγμής, δεν έχει λάβει καμιάν απόφαση για τις Ευρωεκλογές. Αυτό αναμένεται να γίνει στην επόμενη σύνοδο της Κεντρικής Επιτροπής, η οποία θα πραγματοποιηθεί εντός Οκτωβρίου. Μέχρι στιγμής γίναμε δέκτες διαφόρων προτάσεων, που προέρχονται κύρια από τους Οικολόγους και την Αλληλεγγύη. Οι προτάσεις αυτές αξιολογούνται προσεκτικά, δεδομένου ότι η καθεμιά από αυτές έχει θετικά και αρνητικά.

Πρόσφατα ολοκληρώθηκε ο κύκλος ανταλλαγής απόψεων με τα στελέχη του κόμματος σε όλες τις επαρχίες, σε μια προσπάθεια σφυγμομέτρησης των απόψεών τους, με στόχο να ληφθεί η καλύτερη δυνατή απόφαση, η οποία να στηριχθεί, εάν είναι δυνατόν, από το σύνολο των στελεχών και να είναι ομόφωνη. Στόχος μας δεν είναι η σύσταση μιας ευκαιριακής συνεργασίας, η οποία, στη συνέχεια, είτε θα καταρρεύσει είτε θα δημιουργήσει προβλήματα. Για την ΕΔΕΚ προέχει η όποια συνεργασία να είναι αξιόπιστη όχι μόνο μεταξύ των εταίρων, αλλά και στην κοινή γνώμη.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι όλες τις συνεργασίες που συνήψε μέχρι σήμερα η ΕΔΕΚ, τις τίμησε με ιδιαίτερη σχολαστικότητα. Εκφράζοντας την προσωπική μου άποψη, εκτιμώ ότι κάποιες από τις προτάσεις δεν διασφαλίζουν αυτό το στοιχείο. Η εμπλοκή της Συμμαχίας Πολιτών σε αυτήν τη συνεργασία δεν αντιμετωπίζεται θετικά από τη συντριπτική πλειοψηφία των στελεχών του κόμματος, λόγω της πολιτικής συμπεριφοράς του Γ. Λιλλήκα τόσο μετά τις προεδρικές εκλογές του 2013, που δεν τίμησε τις υποσχέσεις που έδωσε, όσο και με τη στάση του στις πρόσφατες προεδρικές εκλογές.

Οφείλω να ομολογήσω ότι προβληματισμό προκάλεσε και η δήλωση του Γ. Περδίκη στις 5 Αυγούστου, ότι «προφανώς για τις Ευρωεκλογές δεν υπάρχει θέμα να συνεχισθεί αυτή η συνεργασία των 4 κομμάτων». Όμως, ανεξάρτητα από τα επιμέρους ζητήματα τα οποία έχουν προκύψει, οι τελικές αποφάσεις της ΕΔΕΚ θα ληφθούν από τα συλλογικά όργανα του κόμματος με πλήρη διαφάνεια. Στις προτάσεις, φυσικά, δεν αποκλείεται και η αυτόνομη κάθοδος.

Μια ενδεχόμενη μη εκλογή ευρωβουλευτή στις προσεχείς Ευρωεκλογές, θα θεωρηθεί αποτυχία για το Κίνημα;

Η μη εκλογή ευρωβουλευτή σίγουρα αποτελεί μιαν ανεπιθύμητη εξέλιξη, δεδομένου ότι το πλήγμα θα είμαι μεγαλύτερο για την πατρίδα μας απ’ ό,τι για την ΕΔΕΚ. Δεν είναι δυνατό να απουσιάζουμε από τη δεύτερη μεγαλύτερη ομάδα του Ευρωκοινοβουλίου. Όμως, η απουσία έχει σχέση και με το τελικό ποσοστό του κόμματος.

Και το 2004 η ΕΔΕΚ απέτυχε να εκλέξει ευρωβουλευτή. Αυτός, όμως, δεν ήταν αποτρεπτικός παράγοντας στην πάρα πέρα πορεία του κόμματος. Αντίθετα, στις βουλευτικές εκλογές που ακολούθησαν, τα ποσοστά της ΕΔΕΚ αυξήθηκαν περίπου 2,5%. Για την ΕΔΕΚ, οι ευρωεκλογές δεν είναι αγώνας μόνο για το κόμμα. Είναι κυρίως αγώνας για την Κύπρο.

Πολυφωνικό κόμμα η ΕΔΕΚ

Πώς είναι οι σχέσεις σας με τον ευρωβουλευτή της ΕΔΕΚ, Δημήτρη Παπαδάκη; Διάφορα δημοσιεύματα το τελευταίο διάστημα τις φέρουν να είναι διαταραγμένες.

Ως Πρόεδρος, οφείλω να διατηρώ καλές σχέσεις με το σύνολο των στελεχών του κόμματος, συμπεριλαμβανομένων των βουλευτών και του ευρωβουλευτή. Η διαφορετική προσέγγιση σε επιμέρους θέματα είναι λογική και ενδεχομένως αναπόφευκτη. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι όποιες διαφωνίες μεταφράζονται και σε επίπεδο προσωπικών σχέσεων.

Εδώ διατηρούμε χρηστές σχέσεις με στελέχη άλλων κομμάτων και ποτέ δεν έχουμε προσωποποιήσει τις πολιτικές μας διαφωνίες, πόσω μάλλον όταν πρόκειται για συναγωνιστή. Όμως, είναι κοινή γνώση ότι εξωκομματικοί κύκλοι, για τους δικούς τους λόγους, επιχειρούν, όταν υπάρχουν διαφορετικές απόψεις, να τις μεταφέρουν σε άλλο επίπεδο με διογκώσεις και επεκτάσεις. Η ΕΔΕΚ είναι ένα πολυφωνικό κόμμα. Οι συνεδριάσεις των συλλογικών οργάνων είναι ανοικτές ακόμα και στα ΜΜΕ.

Εξορθολογισμός της νομοθεσίας για αποφυλακίσεις

Υπάρχουν έντονες αντιδράσεις στην κοινή γνώμη όσον αφορά το θέμα των πρόσφατων αποφυλακίσεων, με τα κοινοβουλευτικά κόμματα να επικρίνονται διαρρήδην για την ψήφιση της σχετικής νομοθεσίας. Με ποιο σκεπτικό η Βουλή προχώρησε στη συγκεκριμένη ψήφιση; Υπό το βάρος των αντιδράσεων, αλλά και της παρέμβασης του Γεν. Εισαγγελέα, προτίθεστε να αναλάβετε πρωτοβουλίες για αλλαγή της νομοθεσίας;

Η ψήφιση της σχετικής πρότασης νόμου, η οποία εκκρεμούσε από αρκετά χρόνια και κάποια στιγμή θα έπρεπε να συζητηθεί και να εγκριθεί ή να απορριφθεί, ουσιαστικά αφορούσε τη μείωση του χρόνου όπου κάποιος κατάδικος θα είχε δικαίωμα να υποβάλει αίτηση αποφυλάκισης. Τη σχετική ευθύνη την έχει η αρμόδια επιτροπή, η οποία θα κρίνει, εάν και κατά πόσο πληροί τα κριτήρια, και να υποβάλει την πρότασή της προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Στους καταδικασθέντες περιλαμβάνονται και άτομα για αστικά αδικήματα, όπως οφειλών προς το κράτος (π.χ. ΦΠΑ). Η ευθύνη για τις αποφυλακίσεις δεν βαραίνει τη Βουλή. Από την πλευρά της ΕΔΕΚ είμαστε έτοιμοι, εάν οι αρμόδιοι και πλέον ειδικοί κρίνουν ότι πρέπει να γίνουν αλλαγές, με στόχο να κλείσουν κάποια «παράθυρα» και να γίνει εξορθολογισμός της νομοθεσίας, να συνδράμουμε την προσπάθειά τους.

Ανησυχούμε για την υλοποίηση του ΓεΣΥ

Η ΕΔΕΚ διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο για την ψήφιση της νομοθεσίας για το ΓεΣΥ. Εκτιμάτε ότι, τελικά, η μεταρρύθμιση θα προχωρήσει, ή θα προσκρούσει, ακόμη μια φορά, στον τοίχο «διαπλεκόμενων συμφερόντων»;

Οφείλουμε, γι' ακόμα μια φορά, να διατυπώσουμε τις ανησυχίες και τις επιφυλάξεις μας για τον τρόπο με τον οποίο η Κυβέρνηση και ειδικά η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Υγείας χειρίζεται τα θέματα υλοποίησης του ΓεΣΥ. Οι ανησυχίες αυτές όχι μόνο δεν διασκεδάστηκαν μετά την τελευταία ενημέρωση που είχαμε στη Βουλή από τον Υπουργό, αλλά αντίθετα αυξήθηκαν.

Συγκεκριμένα, ενώ η Κυβέρνηση και όλα τα κόμματα υποστηρίζαμε ότι η σωστή αυτονόμηση των δημόσιων νοσηλευτηρίων σε διοικητικό, επιστημονικό και οικονομικό επίπεδο πρέπει να προηγηθεί της έναρξης εφαρμογής του ΓεΣΥ, η Κυβέρνηση εγκαταλείπει αυτήν την αρχή και η ολοκλήρωση της αυτονόμησης θα ολοκληρωθεί μετά την έναρξη εφαρμογής.

Την ώρα που είναι γνωστά τα προβλήματα, οι ελλείψεις και η αδυναμία αποτελεσματικής λειτουργίας σε διάφορους τομείς της δημόσιας Υγείας, απουσιάζει μια συνολική μελέτη για τις ανάγκες του δημόσιου τομέα σε κλινικές, εξοπλισμό και προσωπικό, ώστε να μπορέσει να προσφέρει υπηρεσίες ομοιόμορφα σε ολόκληρη την επικράτεια.

Ενώ η νομοθεσία προβλέπει κάλυψη των ελλειμμάτων των δημόσιων νοσηλευτηρίων μόνο για τα 5 πρώτα χρόνια της αυτονόμησης, η καθυστέρηση ολοκλήρωσής της ενδέχεται να μειώσει την ανταγωνιστικότητά τους και άρα τη δημιουργία ελλειμμάτων. Γι’ αυτό το πολύ σημαντικό στοιχείο, το Υπουργείο δεν εξασφάλισε προηγουμένως γραπτώς τη θέση της Ε.Ε., με κίνδυνο η αδυναμία κάλυψης των ελλειμμάτων να οδηγήσει σε ιδιωτικοποίηση του δημόσιου τομέα υγείας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον πολίτη και ειδικά αυτόν που δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να εξασφαλίσει ικανοποιητική περίθαλψη με άλλους τρόπους.

Η ΕΔΕΚ, το κόμμα που διαχρονικά στήριξε με αποφασιστικότητα την εφαρμογή του ΓεΣΥ, κατέθεσε συγκεκριμένες προτάσεις, καθώς και χρονοδιάγραμμα για τη σωστή υλοποίησή του. Αυτές προβλέπουν αποσυμφόρηση και αναδιοργάνωση των δημόσιων νοσηλευτηρίων, σωστή αυτονόμηση, για να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις νέες συνθήκες ανταγωνισμού που θα υπάρχουν και εισαγωγή του ΓεΣΥ.

Μεγάλες είναι, τέλος, οι ανησυχίες μας και για τη σύνθεση του Δ.Σ. του Οργανισμού για την αυτονόμηση των νοσοκομείων, καθώς και για τον τρόπο επιλογής των Διευθυντών των αυτονομημένων νοσοκομείων. Παρ’ όλα αυτά, θα συνεχίσουμε τις προσπάθειές μας για την κατοχύρωση συνθηκών που να επιτρέπουν την προσφορά, μέσω του ΓεΣΥ, υψηλού επιπέδου ιατρικής περίθαλψης στους πολίτες σε ολόκληρη την επικράτεια και κύρια σε αυτούς που δεν μπορούν να την εξασφαλίσουν με άλλον τρόπο.