Σημερινή

Τετάρτη, 19/09/2018
RSS

«Το Χαμένο Υποκείμενο»

| Εκτύπωση | 09 Σεπτέμβριος 2018, 18:00 | Του Niyazi Kızılyürek

ΣΥΖΗΤΕΙΤΑΙ ΣΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ ΚΑΤΑ ΠΟΣΟΝ ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΟΙ ΘΑ ΣΥΝΕΧΙΣΟΥΝ ΝΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΩΣ ΑΥΤΟΝΟΜΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ. ΑΥΤΗ Η ΑΝΗΣΥΧΙΑ ΚΑΘΡΕΦΤΙΖΕΤΑΙ ΣΕ ΜΕΓΑΛΟ ΒΑΘΜΟ ΣΤΙΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΛΥΣΗΣ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ

Οι Τουρκοκύπριοι, που στο πρόσφατο παρελθόν τόλμησαν ακόμα και να καταφύγουν στη βία προκειμένου να γίνουν «ορατοί», σήμερα, ευρισκόμενοι σε κατάσταση αφάνειας και σταδιακής εξάλειψης της ύπαρξής τους, αδυνατούν να πάνε πέρα από το παράπονο, το μουρμουρητό και τη μοιρολατρία


Το βιβλίο μου που κυκλοφόρησε πρόσφατα σε συνεργασία με την εφημερίδα Yeniduzen φέρει τον παραπάνω τίτλο. Όπως αναφέρω στον πρόλογο του βιβλίου, η τουρκοκυπριακή κοινότητα είναι πιθανότατα μια από τις κοινωνίες στις οποίες η λέξη «υποκείμενο» κυριαρχεί στις καθημερινές συζητήσεις. Έννοιες όπως το «να καταστούμε υποκείμενα» και «υποκειμενοποίηση» γίνονται συχνά αντικείμενα ευρύτερου σχολιασμού. Προφανώς, υπάρχει ένα ζήτημα. Αυτή η λέξη περιγράφει την ιδιότητα την οποία λαχταρούν οι Τουρκοκύπριοι. Εμπερικλείει αυτό που οι Τουρκοκύπριοι δεν είναι, αλλά επιθυμούν να είναι.

Στην πραγματικότητα αυτή η κατάσταση δεν είναι καινούργια, καθώς οι Τουρκοκύπριοι εδώ και χρόνια διαμαρτύρονται γιατί «δεν μπορούν να είναι υποκείμενα». Οι απαρχές αυτής της διεκδίκησης πάνε πίσω στο 1878, όταν η Κύπρος ενοικιάστηκε στην αποικιακή Βρετανική Αυτοκρατορία και οι Μουσουλμάνοι του νησιού απώλεσαν το καθεστώς της «Κυρίαρχης Κοινότητας» στο νησί.

Αυτόνομη κοινωνική οντότητα

Μπορούμε να μιλήσουμε και για ζήτημα το οποίο παρουσιάστηκε στη Νεωτερική Εποχή. Ενόσω η Κύπρος εκσυγχρονιζόταν, η τουρκοκυπριακή κοινότητα ήρθε αντιμέτωπη με σημαντικές δυσκολίες, καθώς δεν μπορούσε να διακριθεί και να πρωταγωνιστήσει στους τομείς της πολιτικής, της οικονομίας και της κουλτούρας. Το μείζον πρόβλημά της ήταν το γεγονός ότι αδυνατούσε να γίνει υποκείμενο. Το εν λόγω ζήτημα όχι μόνο δεν επιλύθηκε στο πρόσφατο παρελθόν, αλλά επιδεινώθηκε σε βαθμό, ώστε να απασχολεί έντονα την κοινότητα τα τελευταία χρόνια.

Δυστυχώς, στις μέρες μας συζητείται το θέμα του κατά πόσον οι Τουρκοκύπριοι, οι οποίοι στο πρόσφατο παρελθόν κατέβαλαν κάθε προσπάθεια για να γίνουν μια ξεχωριστή και αυτόνομη κοινωνική οντότητα, θα συνεχίσουν να υπάρχουν ως αυτόνομη κοινότητα. Αυτή η ανησυχία δεν επηρεάζει μόνο την εξέλιξη των πραγμάτων στο εσωτερικό της ίδιας της κοινότητας, αλλά, με διάφορες μορφές και ενίοτε κατ’ αντίστροφο τρόπο, καθρεφτίζεται σε μεγάλο βαθμό στις προσπάθειες λύσης του Κυπριακού και στις σχέσεις με την Τουρκία.

Η μόνη περίοδος κατά την οποία οι Τουρκοκύπριοι κατέστησαν ενεργητικά υποκείμενα -με την πραγματική σημασία της έννοιας- και διασφάλισαν συνταγματικά την αυτονομία τους ήταν τα χρόνια που ακολούθησαν την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Όμως, αυτό δεν κράτησε για πολύ. Όταν με τις δικοινοτικές συγκρούσεις του 1963-64 οι Ελληνοκύπριοι άρχισαν να μονοπωλούν το κυπριακό κράτος, οι Τουρκοκύπριοι παρέμειναν συνταγματικά υποκείμενα μόνο στα χαρτιά. Στην πράξη, υποβαθμίστηκαν σε «ομοεθνή κοινότητα», η οποία θεωρείτο οργανικό μέρος του τουρκικού έθνους.

«Οργανικό κομμάτι» του έθνους

Μετά το 1974 η Κυπριακή Δημοκρατία παρέμεινε ένα κράτος υπό την αποκλειστική διοίκηση των Ελληνοκυπρίων. Η Τουρκία και η διχοτομική τουρκοκυπριακή ηγεσία επιδίωξαν οι Τουρκοκύπριοι να μη διατηρούν οποιαδήποτε ταύτιση με το κυπριακό κράτος, αλλά να παραμείνουν «οργανικό κομμάτι» του έθνους. Το «κράτος» που ιδρύθηκε στον κυπριακό Βορρά επί εδαφών που κατακτήθηκαν με τη βία όχι μόνο δεν διασφάλισε ότι οι Τουρκοκύπριοι θα γίνουν ενεργά υποκείμενα, αλλά τους μετέτρεψε σε «αόρατη κοινότητα», η οποία ζει υπό ένα καθεστώς που δεν αναγνωρίζεται από το διεθνές δίκαιο.

Οι Τουρκοκύπριοι σήμερα ζουν σε έναν κόσμο όπου οι κανόνες δεν καθορίζονται από τους ίδιους. Βρίσκονται εκτός διεθνούς δικαίου, εμπορίου και πολιτικής και έχουν μετατραπεί σε κοινότητα εκτάκτου ανάγκης, πλήρως εξαρτώμενη από την Τουρκία. Με την πάροδο του χρόνου έγινε κοινωνία που «δεν λαμβάνεται υπόψη» και παραμένει αμέτοχη ακόμα και από διαδικασίες οι οποίες την αφορούν άμεσα. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αυτό που λαχταρούν: κοινότητα ενεργών πολιτών.

Οι Τουρκοκύπριοι, που στο πρόσφατο παρελθόν τόλμησαν ακόμα και να καταφύγουν στη βία προκειμένου να γίνουν «ορατοί», σήμερα, ευρισκόμενοι σε κατάσταση αφάνειας και σταδιακής εξάλειψης της ύπαρξής τους, αδυνατούν να πάνε πέρα από το παράπονο, το μουρμουρητό και τη μοιρολατρία. Μένοντας νωρίς εκτός του κυπριακού κράτους και ζώντας για χρόνια χωρίς να ασκήσουν κρατική εξουσία, οι Τουρκοκύπριοι σήμερα είναι πλήρως ανήμποροι και αδύναμοι. Δυσκολεύονται να βρουν εξόδους διαφυγής από αυτήν την τραγική κατάσταση -στην πραγματικότητα αρνούνται να συνειδητοποιήσουν την τραγικότητα- και γίνονται ολοένα και πιο κυνικοί.

«Διπλός» κυνισμός

Με την πάροδο του χρόνου ενδυναμώνονται και κυριαρχούν στην προσωπικότητα της κοινότητας δύο ειδών κυνισμοί:

Α) Ο Κυνισμός του «Εν μπορούμεν/Εν γίνεται ρε παιδκιά»

Σε αυτό το είδος του κυνισμού δεν υπάρχει η δύναμη για να γίνει το ορθό. Αντί να γίνει στροφή προς την εξέγερση, υιοθετείται ένας αρνητικός πραγματισμός που βασίζεται στην εσωτερίκευση της αδυναμίας. Αποτέλεσμα είναι η υποταγή μπροστά στη δύναμη που εμποδίζει τη στροφή προς το σωστό. Με άλλα λόγια, ενώ κάποιος γνωρίζει τι είναι ορθό και τους λόγους που οφείλει να το πράξει, εντούτοις, υποκύπτοντας στη δύναμη που τον εμποδίζει, δεν κατονομάζει το ορθό και δεν επιχειρεί να το πράξει γιατί είναι «ακατόρθωτο».

Β) Ο Κυνισμός του «Άι σιχτίρ»

Και σε αυτό το είδος κυνισμού εσωτερικεύεται η ανημπόρια και η αδυναμία, ωστόσο αντί της εύνοιας προς την εξουσία, η κατάσταση ξεδιπλώνεται και εκτυλίσσεται ανοικτά και κακόβουλα. Όμως κι εδώ η αδυναμία είναι το αίσθημα που κυριαρχεί. Δεν γίνεται κάτι ουσιαστικό ώστε η κατάσταση να αλλάξει, απλώς υπάρχει ένα ψίθυρος γύρω από αυτήν και αναπαράγονται καθησυχαστικά συνθήματα.

Το ζητούμενο του «υποκειμένου»

Παρατηρούμε και μιαν άλλη ανεπαρκή κοινωνική διεκδίκηση στο πεδίο της ταυτότητας. Πρόκειται για μια τάση συρρικνωμένης ταυτότητας, η οποία αν και δεν κατονομάζεται επακριβώς, γίνεται ολοένα και πιο διαδεδομένη. Αυτή θα μπορούσε να εκφραστεί καλύτερα με το σύνθημα «Τι χαρά σ’ αυτόν που λέει ότι είναι Τουρκοκύπριος». Μπορεί αυτό να μην είναι σλόγκαν που θα το βρει κανείς γραμμένο σε κάθε τοίχο, ωστόσο είναι κάτι που εκφράζει τη μεγάλη πλειοψηφία των Τουρκοκυπρίων. Είναι μια κατάσταση τουρκοκυπριωτικότητας, η οποία εκφράζει μια προσπάθεια αποστασιοποίησης τόσο από την Τουρκία και/ή τους Τούρκους εποίκους όσο και από τους Ελληνοκύπριους.

Σε μερικούς κύκλους λαμβάνει μια μορφή μικρο-εθνικισμού. Ωστόσο, το πρόβλημα του υποκειμένου είναι αρκετά μπερδεμένο και πολύπλοκο, ώστε να μην μπορεί να επιλυθεί με μια πολιτική της ταυτότητας που αποκλείει τα ξένα στοιχεία. Η άσκηση πολιτικής στο όνομα της ταυτότητας και η υιοθέτηση μιας πολιτικής στάσης βάσει μιας έννοιας που στην ουσία της είναι πλουραλιστική και ευμετάβλητη, ισοδυναμεί με ουσιοκρατική ερμηνεία των δυναμικών και πολύπλευρων χαρακτηριστικών της. Συνεπώς, κατ’ αυτόν τον τρόπο, η ταυτότητα υποβαθμίζεται σε κάτι μονόπλευρο.

Όπως όλες οι ταυτότητες, έτσι και η τουρκοκυπριακή διαμορφώνονται και εξελίσσονται σε ένα διαλογικό πλαίσιο. Οι Τουρκοκύπριοι ζουν σε ένα πλαίσιο επικοινωνιακής έντασης, στο οποίο συμμετέχουν τόσο οι Ελληνοκύπριοι όσο και η Τουρκία/ο πληθυσμός εκ Τουρκίας. Όπως όλες οι κοινότητες, έτσι και η Τουρκοκυπριακή διαμόρφωσε μια ταυτότητα αυτόνομη, διαφορετική και δυναμική, η οποία διαρκώς αναδιαμορφώνεται. Ωστόσο, είναι γεγονός ότι όταν σε ένα μέρος γίνεται συζήτηση περί ταυτότητας, σημαίνει, όπως λέει ο Bauman, ότι «εκεί υπάρχει σύγκρουση».

Οι Τουρκοκύπριοι ζουν σε ένα περιβάλλον σημαντικών προβλημάτων τόσο με την Τουρκία όσο και με τους Ελληνοκύπριους. Σημαντικότερο ζήτημα είναι αυτό της αναγνώρισης. Δηλαδή, της αντιμετώπισής τους ως ίσου και αυτόνομου υποκειμένου. Αυτό αποτελεί και μια από τις μεγαλύτερες δυσκολίες που έχουν να αντιμετωπίσουν οι Τουρκοκύπριοι. Ουδείς επιθυμεί την εσωστρέφεια και την έλλειψη αλληλεπίδρασης της κοινότητας με τον έξω κόσμο. Αυτό είναι αδύνατο και, εξάλλου, δεν αποτελεί τη λύση στο πρόβλημα.

Το σημαντικό είναι η τουρκοκυπριακή κοινότητα να κατορθώσει να καταστεί υποκείμενο, το οποίο να μπορεί να ανταγωνιστεί τόσο με την Τουρκία όσο και με τους Ελληνοκύπριους, με τους οποίους μοιράζεται το ίδιο πλαίσιο για ιστορικούς λόγους. Με άλλα λόγια, το υποκείμενο διαμορφώνεται μόνο μέσα σε μια σχέση επικοινωνίας και έντασης με άλλα υποκείμενα. Δεν είναι δυνατό να διαμορφωθεί ένα υποκείμενο χωρίς να προηγηθεί η διυποκειμενική επικοινωνία και ο ανταγωνισμός.