Σημερινή

Κυριακή, 18/11/2018
RSS

Παλιά μυαλά, σύγχρονα προβλήματα

| Εκτύπωση | 02 Σεπτέμβριος 2018, 18:00 | Της Νάταλης Μιχαηλίδου

ΚΟΛΛΗΜΕΝΟΙ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ, ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΟΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΝΤΕΧΝΙΕΣ. ΑΝΑΛΥΟΥΝ ΣΤΗ «Σ» Ο Γ. ΚΕΝΤΑΣ ΚΑΙ Ο Γ. ΚΟΛΟΚΑΣΙΔΗΣ

ΚΟΛΟΚΑΣΙΔΗΣ: «Η ανεύρεση χρυσής τομής στη διαφορά και ο καθένας να γυρίσει στη δουλειά του είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να συμβεί αυτήν τη στιγμή. Η παιδεία χρειάζεται τομές και όχι ‘σολομωνικές’»

ΚΕΝΤΑΣ: «Παρακολουθήσαμε έναν παλαιού τύπου συνδικαλισμό, που έχει, κατά την άποψή μου, αποθάνει. Ούτε η κοινωνία, ούτε η οικονομία, ούτε το κλίμα αντέχουν πλέον τέτοιου είδους συνδικαλισμό»

Mετά την κορύφωση της καμπάνιας των εκπαιδευτικών οργανώσεων κατά των μέτρων του Υπουργείου Παιδείας και συγκεκριμένα μετά την διαμαρτυρία της περασμένης Τρίτης, που θεωρείται μια από τις μεγαλύτερες εργατικές διαδηλώσεις της σύγχρονης ιστορίας, γεννάται το ερώτημα κατά πόσον υπάρχει πολιτικό βάθος στην κρίση που ταλανίζει τον τομέα της Παιδείας. Οι απόψεις διίστανται.

Μετά την μομφή της Κυβέρνησης για υποκίνηση της διαμαρτυρίας του εκπαιδευτικού κόσμου από το ΑΚΕΛ, η αντιπολίτευση τέντωσε το σχοινί εις απάντησιν του Προεδρικού, η κρίση πέρασε για τα καλά στη σφαίρα της μικροπολιτικής και «γέννησε» κομματικές έριδες με ένθεν και ένθεν κατηγορίες, που θυμίζουν προεκλογική περίοδο. Πώς, όμως, ένα συνδικαλιστικό θέμα μετεξελίχθηκε σε μείζονα πολιτική αντιπαράθεση και ποιο είναι το πολιτικοϊδεολογικό υπόβαθρο της κρίσης στην Παιδεία;

Οι πολιτικές διαστάσεις της σύγκρουσης εντοπίζονται σε τρία διαφορετικά επίπεδα, σύμφωνα με όσα δήλωσε στη «Σημερινή» της Κυριακής ο επίκουρος καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Τμήμα Ευρωπαϊκών Σπουδών και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, Γιώργος Κέντας, που κάνει λόγο για την «πρώτη σοβαρή και οργανωμένη αστική αντίδραση που σημειώθηκε στη νέα εποχή και στη νέα τάξη πραγμάτων μετά το μνημόνιο». Υπό διαφορετικό πρίσμα αναλύει τα τεκταινόμενα ο δικηγόρος Γιώργος Κολοκασίδης, ο οποίος απορρίπτει εκ προοιμίου την προσέγγιση της κρίσης στην Παιδεία με όρους ιδεολογικοποίησης του ζητήματος.

Επικοινωνιακό παιχνίδι

«Υπάρχει η διάσταση των δημόσιων οικονομικών, η διάσταση των σχέσεων συντεχνιών - κυβέρνησης στη νέα εποχή μετά τα μνημόνια και του τρόπου που αυτές αναπτύσσονται και η καθαρά επικοινωνιακή», αναφέρει στη «Σ» ο Γιώργος Κέντας.

Πραγματοποιήθηκε όλο αυτό το διάστημα ένα επικοινωνιακό παιχνίδι με ακροατήριο την ευρύτερη κοινή γνώμη και ζητούμενο το ποιος θα κερδίσει τις θετικές εντυπώσεις: οι εκπαιδευτικοί, οι επικριτές τους ή η Κυβέρνηση; Καθοριστικής σημασίας θεωρεί ο ίδιος όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε η αντιπαράθεση των εμπλεκομένων σε αυτό το επίπεδο, την παρέμβαση του Γενικού Ελεγκτή, Οδυσσέα Μιχαηλίδη, αμέσως μετά την κατάθεση της πρότασης της Κυβέρνησης στις 23 Αυγούστου.

«Είναι η πρώτη φορά που μπορεί να σημειώσει κάποιος ότι το tweet ενός ανεξάρτητου αξιωματούχου έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη μιας κρίσης. Η Κυβέρνηση κατέθεσε τη συγκεκριμένη πρόταση για να ‘κλείσει’ μια κρίση πριν εξελιχθεί περαιτέρω, αλλά και για να ‘εγκλωβίσει’ τους συνδικαλιστές σε μια εικόνα που θα προκαλούσε αντιπάθεια από την κοινή γνώμη, επιβεβαιώνοντας ήδη υπάρχουσες αρνητικές στερεότυπες αντιλήψεις για την τάξη των εκπαιδευτικών», συμπληρώνει.

Μπούμερανγκ η παρέμβαση

Ως αρχή, μια κρίση μεταφέρεται σε επίπεδο Προέδρου μόνον όταν έχει προηγηθεί παρασκηνιακή διαβούλευση που επιτυγχάνει συγκλίσεις σε τέτοιο βαθμό, που να του επιτρέπουν μέσω της παρέμβασής του απλώς να σφραγίσει μια συμφωνία, εξηγεί ο κ. Κέντας και σχολιάζει χαρακτηριστικά ότι «είναι σπάνιο να παρεμβαίνει Πρόεδρος σε μια κρίση και να αποτυγχάνει».

«Ενδεχομένως να υπήρξε και κακή συνεννόηση με τους συνεργάτες του. Η απόρριψη της πρότασης από τους εκπαιδευτικούς και η πορεία που ακολούθησε είναι η πιο σοβαρή αμφισβήτηση κυβερνητικής πολιτικής που έχουμε δει μέχρι στιγμής», συμπληρώνει. Αξιοσημείωτη θεωρεί και την ανάληψη πρωτοβουλίας από τον αρχηγό του κυβερνώντος κόμματος, Αβέρωφ Νεοφύτου, αμέσως μετά την παρέμβαση Νίκου Αναστασιάδη, αναφέροντας ότι «θα μπορούσε να εκληφθεί από έναν κακόπιστο παρατηρητή ως προσπάθεια επισκίασης του Προέδρου».

Γερμανικό μοντέλο διακυβέρνησης

Όσον αφορά τη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών, στην Ε.Ε. ακολουθείται πλέον μια λογική του λεγόμενου «εξορθολογισμού», μια προσέγγιση διόρθωσης των δημόσιων οικονομικών και δαπανών με τρόπο που οι ανελαστικές και πάγιες δαπάνες (όσες δηλαδή δεν είναι αναπτυξιακές), να περικόπτονται όσο γίνεται, εξηγεί ο κ. Κέντας.

«Πρόκειται για το μοντέλο που επέβαλε η Γερμανία στη διακυβέρνηση των δημόσιων οικονομικών, όπου πια οι δαπάνες θα πρέπει να είναι πολύ καλά σχεδιασμένες και στοχευμένες και όπου υπάρχουν στεγανά και άσκοπες δαπάνες να περικόπτονται και να αναπροσαρμόζονται και αφορά στη γενικότερη συζήτηση περί νεοφιλελεύθερης οικονομίας. Σε αυτό το πλαίσιο, οι συντεχνίες και γενικά οι οργανωμένοι εργαζόμενοι θα πρέπει να είναι εταίροι αυτής της προσπάθειας εξορθολογισμού και να μην καταφεύγουν σε αντιλήψεις παλαιοσυνδικαλισμού», αναφέρει.

Τονίζει, όμως, ότι μια τέτοια προσέγγιση χρειάζεται και πολύ λεπτούς πολιτικούς χειρισμούς: «Δεν είναι το τι πάει να κάνει μια κυβέρνηση, αλλά το πώς το κάνει και ποια ρητορική χρησιμοποιεί. Χρειάζεται να συμβάλουν στον εξορθολογισμό των δημόσιων οικονομικών οι συνδικαλιστές (όχι μόνο των εκπαιδευτικών) και χρειάζεται διαβούλευση με θετική και όχι αμυντική στάση. Η σύγχρονη μορφή διακυβέρνησης δεν αντιμετωπίζει τους εμπλεκόμενους φορείς (stake holders όπως ονομάζονται) ως υπαλλήλους, αλλά ως εταίρους στη διαδικασία».

Σχέση συντεχνιών - Κυβέρνησης

Το παζλ της πολιτικής διάστασης της κρίσης στην Παιδεία συμπληρώνεται κατά τον Γιώργο Κέντα από τις συντεταγμένες της σχέσης των συντεχνιών με την Κυβέρνηση.

«Παρακολουθήσαμε έναν παλαιού τύπου συνδικαλισμό που έχει, κατά την άποψή μου, αποθάνει. Ούτε η κοινωνία, ούτε η οικονομία, ούτε το κλίμα αντέχει πλέον τέτοιου είδους συνδικαλισμό. Ο οργανωμένοι εργαζόμενοι θα πρέπει να συνεισφέρουν στην αντιμετώπιση των κορυφαίων πολιτικών και οικονομικών ζητημάτων με τρόπο που να μας μπάσει στη νέα εποχή -η περιχαράκωση πίσω από κεκτημένα δεν θα μας πάρει πολύ μακριά.

»Από την άλλη, η Κυβέρνηση πρέπει να αντιληφθεί ότι αυτή η νέα εποχή χρειάζεται διαβούλευση και μια νέα διαδικασία δημόσιας διακυβέρνησης. Θεωρώ, όμως, πως ούτε η κοινωνία ούτε το πολιτικό προσωπικό είναι δυνατό στο παρόν στάδιο να λειτουργήσουν με τέτοια λογική». Παράλληλα, όπως υποστηρίζει, παρακολουθήσαμε και μία «παλαιού τύπου αντιπολίτευση, που ήθελε απλώς να προκαλέσει ζημιά στην Κυβέρνηση.

»Όποιο κόμμα ή πολιτική παράταξη περιμένει ότι θα κεφαλαιοποιήσει ψήφους από αυτήν την κρίση, θα απογοητευτεί. Δεν υπάρχει πια αυτός ο συνειρμός και ο αυτοματισμός ‘κακή κυβέρνηση - ψηφίζω αντιπολίτευση για να την τιμωρήσω’. Τα αντανακλαστικά των πολιτών δεν λειτουργούν με βάση αυτό το απλοϊκό σκεπτικό. Λειτουργούν πιο σύνθετα και αναζητούν απαντήσεις σε πολύπλοκα ερωτήματα».

Η «απειλή» για το δημόσιο σχολείο

«Δεν αντιλαμβάνομαι την ιδεολογικοποίηση του ζητήματος της Παιδείας» αναφέρει στη «Σ» ο Γιώργος Κολοκασίδης, που υπογραμμίζει ότι δεν πρόκειται για σύγκρουση δύο επιλογών, νεοφιλελεύθερης ιδιωτικοποίησης αφενός και προστασίας του δημόσιου σχολείου αφετέρου.

«Κατ’ ουσίαν το δημόσιο σχολείο έχει ιδιωτικοποιηθεί εν τοις πράγμασι», δηλώνει και συνεχίζει: «Το βούλιαγμα στη μετριότητα που υφίσταται η δημόσια Παιδεία εδώ και χρόνια έχει οδηγήσει στον καταποντισμό του δημόσιου σχολείου και στην έκρηξη των ιδιωτικών σχολών. Αυτό είναι μια κάκιστη εξέλιξη, για την οποία ευθύνονται διαδοχικές κυβερνήσεις αλλά και ο υπερβάλλων συνδικαλισμός που παρατηρείται στον χώρο. Γι' αυτόν τον λόγο δεν αντιλαμβάνομαι το σύνθημα ‘όχι στη διάλυση του δημόσιου σχολείου’. Δεν καταλαβαίνουμε ότι το δημόσιο σχολείο έχει ήδη διαλυθεί; Μόνο μια εξέταση της κατάταξής μας σε παγκόσμιους διαγωνισμούς επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές».

Όσον αφορά την επιλογή της παρούσας Κυβέρνησης να επικεντρωθεί στον εξορθολογισμό των διδακτικών περιόδων των εκπαιδευτικών, ο κ. Κολοκασίδης διερωτάται:

«Αυτή ήταν η επιλογή της Κυβέρνησης. Είναι όμως αυτό το μόνο πρόβλημα της Παιδείας μας; Ό,τι και να λέγει η Διεθνής Τράπεζα. Διότι η Διεθνής Τράπεζα υιοθετεί μια λογιστική αξιολόγηση των πραγμάτων. Η Κυβέρνηση οφείλει να προωθήσει σφαιρική δέσμη μέτρων που να αφορά την ποιότητα στην εκπαίδευση: Μεταξύ άλλων την υιοθέτηση εθνικών επιπέδων, την αντιμετώπιση της απειθαρχίας, τη βελτίωση του επιπέδου διδασκαλίας, την αναδόμηση των αναλυτικών προγραμμάτων.

»Θα πρέπει να αναλογιστεί ακόμη και την πιθανότητα επίσπευσης της πλήρους εισαγωγής των εξετάσεων για πρόσληψη στη εκπαίδευση από την επονείδιστη διευθέτηση για εισαγωγή τους το 2027. Εν πάση περιπτώσει, η ανεύρεση χρυσής τομής στη διαφορά και ο καθένας να γυρίσει στη δουλειά του είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να συμβεί αυτήν τη στιγμή. Η Παιδεία χρειάζεται τομές και όχι ‘σολομωνικές’.

»Οι δε εκπαιδευτικοί θα πρέπει να αναλογιστούν ότι η διατήρηση ικανοποιητικών όρων εργασίας σε μια φθίνουσα πορεία δεν μπορεί να συνεχιστεί επ’ αόριστον. Διότι κάποια στιγμή οι απολαβές θα συγκριθούν με την ποιότητα του παραγόμενου προϊόντος, και πού θα πάει; Κάποια στιγμή ο φορολογούμενος θα κάνει την έκρηξή του. Επιστρέφοντας από εκεί που ξεκινήσαμε. Μόνο η ποιοτική ανάκαμψη της δημόσιας Παιδείας θα ανασχέσει την πορεία προς την πλήρη ιδιωτικοποίηση».