Σημερινή

Τετάρτη, 21/11/2018
RSS

Ιστορικές χρεώσεις και η «σκέψη της διεξόδου»

| Εκτύπωση | 26 Αύγουστος 2018, 18:00 | Του Μιχάλη Παπαδόπουλου

Η συνθετότητα του γεωπολιτικού παιγνίου που εκτυλίσσεται στην περιοχή μας - Ανατολική Μεσόγειος, Μέση Ανατολή, Βαλκάνια -, οριζόμενη από τις… τεκτονικές μετατοπίσεις στις σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας, Τουρκίας-Ρωσίας, Ρωσίας-ΗΠΑ, είναι και αυτονόητη και αυταπόδεικτος.

Αποφάσεις, σχεδιασμοί και εκτελέσεις ερείδονται σε προφανείς γεωπολιτικές στοχεύσεις και επιλογές, που στην προκειμένη περίπτωση άπτονται της παγκόσμιας γεωπολιτικής αρχιτεκτονικής.

Ό,τι τεκταίνεται, λοιπόν, στην περιοχή, είναι το υπό διαμόρφωση περιεχόμενο ενός ευρύτερου περιέχοντος, που, ipso facto, επιβάλλει έναν ουσιαστικό αναστοχασμό όσον αφορά τις παγιωμένες «στρατηγικές» προκείμενες της πολιτικής μας.

Αν πολλά -αν ίσως όχι όλα- γύρω μας αλλάζουν, θα έπρεπε, με θεωρητικο-πρακτική συνέπεια, να εμβάλουν σε μια διαφοροποίηση και τα σχήματα με τα οποία αντιλαμβανόμαστε και προσλαμβάνουμε τον κόσμο. Ή, τουλάχιστον, να εξωθήσουν στη βάσανο μιας γόνιμης αντιπαραβολής με την εν τω γίγνεσθαι πραγματικότητα τους παγιωμένους τρόπους σκέψης, τις προσεγγίσεις και τις προτεραιότητές μας.

Ελάχιστες γνώσεις γεωπολιτικής χρειάζονται για να καταλάβει κάποιος ότι αυτήν τη στιγμή συντελείται ένα μείζον γεωπολιτικό παίγνιο αναδιανομής σφαιρών επιρροής και επικυριαρχίας, με κύριους πρωταγωνιστές τις δύο υπερδυνάμεις (ΗΠΑ-Ρωσία), την ΕΕ, την Κίνα, και σημαντικούς περιφερειακούς παίκτες, όπως η Τουρκία, το Ισραήλ και το Ιράν, που εξελίσσεται με φόντο τον έλεγχο των παγκόσμιων ενεργειακών ροών. Του οποίου οι δυναμικές και η προοπτική υπερβαίνουν, εξάπαντος, την περιλάλητη λύση του Κυπριακού, ιδία την περιβόητη «όποια λύση», εκκινούσα με βάση το υφιστάμενο διαπραγματευτικό περιεχόμενο.

Πάγια και διαχρονική αρχή της πολιτικής μας είναι ότι το Κυπριακό είναι ένα διεθνές πρόβλημα και όχι μια δικοινοτική διαφορά, εξ ου και η σωρεία αποφάσεων και ψηφισμάτων των Ηνωμένων Εθνών που εγκαλούν την Τουρκία για την εισβολή στην Κύπρο και την κατοχή του 37% του εδάφους της, τον βίαιο εκτοπισμό και την προσφυγοποίηση 200 χιλιάδων κατοίκων από τις πατρογονικές εστίες τους κ.λπ., ενώ ασμένως επιδιώκουμε τη λύση του εντός του πλαισίου των ευρωπαϊκών αρχών και αξιών.

Μια άλλη πτυχή, ωστόσο, του διεθνούς χαρακτήρα του, πέρα από τη νομικοπολιτική του διάσταση, είναι η άρρηκτη διασύνδεση με τις ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις που συντελούνται στο διεθνές επίπεδο, στον ορίζοντα της «κοσμοπολιτικής» και «κοσμο-οικονομίας». Ως τέτοιο, διαπερνιέται και επικαθορίζεται σε τέτοιο βαθμό από αυτές, ώστε η αντίληψη και η εργαλειοποίηση του στρατηγικού χαρακτήρα του δεν μπορεί να νοούνται ανεξάρτητα από την ένταξη στον ευρύτερο ορίζοντα της γεωπολιτικής κοσμο-εικόνας.

Στο… δραστικό βεληνεκές, λοιπόν, του παιγνίου αυτού, αλλά και της αμερικανο-τουρκικής σύγκρουσης βρίσκονται ωσαύτως και τα εθνικά θέματα, με Αθήνα και Λευκωσία υποχρεωμένες να προβούν σε καθοριστικές στρατηγικές επιλογές. Με όλα τα κληροδοτημένα, ωστόσο, «κατάλοιπα» και «υπόλοιπα» - όπως θέλει μπορεί να τα χαρακτηρίσει κανείς - της Ιστορίας.

Η διαμόρφωση μιας «ιστορικής πολιτικής»

Θέλοντας και μη, η ιστορία μας είναι χρεωμένη την ήττα του ’74, η πολιτική μας τις λεγόμενες «συμφωνίες κορυφής» του ’77 και του ’79, καθώς επίσης τα επακόλουθα και τις συνεπαγωγές τους.

Από εδώ, ωστόσο, εκπηγάζει η δυσχέρεια διαμόρφωσης μιας ιστορικής πολιτικής, που να αποκρίνεται στην αναγκαιότητα άρσης των κατοχικών δεδομένων και διατήρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Ως τέτοιες, οι εν λόγω συμφωνίες αποτελούν το απαραβίαστο θέσφατο της πολιτικής μας, ένα αμετάθετο όριο το οποίο συνομολογήσαμε ότι δεν μπορούμε να υπερβούμε.

Αποδειχθήκαμε ανίκανοι, ωστόσο, να στοχαστούμε τις ιστορικές συνεπαγωγές τους:

Πού θα οδηγούσε, δηλαδή, η ύστατη υποχώρησή μας 36 χρόνια μετά. Πώς, με άλλα λόγια, η διαρροή του ιστορικού χρόνου θα διαφοροποιούσε τόσο την τροχιά, την κατεύθυνση αλλά και το περιεχόμενό της.

Κατέστημεν αδέξιοι να σκεφτούμε ότι η δυναμική αλληλοδιείσδυση ιστορίας και πολιτικής γεννά αποτελέσματα, συχνά απρόβλεπτα για έναν κοντόθωρο και περιορισμένο στα στενά όρια της συγκυρίας υπολογισμό.

Η υποχώρηση του ’77, δυστυχώς έχει άλλο νόημα σήμερα, απ’ ό,τι όταν διενεργήθηκε τότε.

Έγινε λόγος στο παρελθόν «για άνευ όρων αυτοδέσμευση στον ιστορικό εκείνο συμβιβασμό, ο οποίος εξέθρεψε την τουρκική διεκδικητικότητα», ενώ υπεδείχθη, με λελογισμένη επάρκεια, «ότι είναι καιρός να αποϊεροποιήσουμε τις παραχωρήσεις μας και να εγκύψουμε στα σφάλματα της σημερινής διαπραγματευτικής μας πορείας».

Ανεξαρτήτως τού αν συμφωνεί κανείς ή όχι με τη λογική ενός ολικού ή μερικού αναθεωρητισμού, θα ήταν χρήσιμο να αξιοποιήσει το ιστορικο-κριτικό απόθεμα που εγκαινιάζει ένας τέτοιος προβληματισμός, επιχειρώντας να αποδεσμεύσει πολιτικές επιλογές, που έγιναν, όντως, μέσα σε εξαιρετικά δυσχερείς περιστάσεις, από τη μυθοποιημένη διάσταση της ιστορικής αναγκαιότητας. Η οποία χρησιμοποιείται ως το ατράνταχτο άλλοθι μιας άρνησης για κριτική αποτίμηση του παρελθόντος. Ίσως θα μπορούσε τότε κάποιος να δει ότι η επιλογή εκείνη δεν επεβλήθη από την αδήριτη λογική των περιστάσεων, αλλά ήταν ένας λάθος υπολογισμός.

Το πρόβλημα, βεβαίως, είναι ότι, απ' εδώ και στο εξής, είναι δύσκολο να πείσεις ότι από ένα ιστορικό λάθος θα προκύψει ένα «καλό» τέλος, και, ακόμη πιο δύσκολο, να εμπνεύσεις ένα όραμα για το οποίο αξίζει τον κόπο να αγωνιστείς και να ζήσεις.