Σημερινή

Τετάρτη, 21/11/2018
RSS

Οι μισές αλήθειες ενός διαιρεμένου νησιού

| Εκτύπωση | 12 Αύγουστος 2018, 18:00 | Του Niyazi Kızılyürek

Η επιλεκτική μνήμη των πολιτικών ελίτ, οι οποίες -μη έχοντας αναπτύξει επαρκώς την ενσυναίσθηση- εκθέτουν μόνον ένα μέρος της αλήθειας, αποτελεί μιαν άκρως ανησυχητική πραγματικότητα σε αυτήν τη χώρα και ένα μεγάλο εμπόδιο για την ειρήνη

ΠΑΡΑ ΤΑΥΤΑ, ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΑ ΕΠΙΣΗΜΑ ΑΦΗΓΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΝΑΠΑΡΑΓΟΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΔΥΟ ΠΛΕΥΡΕΣ, ΟΛΟΕΝΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΤΙΣ ΔΥΟ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ ΒΡΙΣΚΟΥΝ ΤΟ ΘΑΡΡΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΣΚΕΦΤΟΥΝ ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΚΑΙ ΝΑ ΤΟΠΟΘΕΤΗΘΟΥΝ ΚΡΙΤΙΚΑ. ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΥ ΣΥΝΤΗΡΟΥΝ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ ΣΤΟ ΑΝΕΛΠΙΔΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΛΙΤ


Στις δημοσιεύσεις μου συχνά-πυκνά θέτω το ζήτημα της ενσυναίσθησης στην Κύπρο, ιδιαίτερα στο μέτρο που αυτό αφορά στις πολιτικές ελίτ, οι οποίες διαρκώς κραυγάζουν τις δικές τους «αλήθειες». Ωστόσο, οι αλήθειες τους είναι μισές, όσο και η ίδια η χώρα. Καταγινόμενες συνεχώς με αλληλοκατηγορίες, οι πολιτικές ελίτ αναφέρονται στα γεγονότα επιλεκτικά. Στις εθνικές επετείους, ιδιαίτερα, η επιλεκτική μνήμη των ηγεσιών σημειώνει κρεσέντο.

Η πρόσφατη επέτειος της 20ής Ιουλίου δεν είχε να επιδείξει κάτι διαφορετικό. Για άλλη μια φορά, δημόσιες τοποθετήσεις, Τουρκοκύπριων και Ελληνοκύπριων αξιωματούχων, ξεπετάχτηκαν από το σώμα της μοιρασμένης Κύπρου για να εκφράσουν μονάχα ψήγματα της αλήθειας.

Επαναφέροντας στη μνήμη τις μαρτυρικές μέρες του Ιουλίου του 1974, οι Ελληνοκύπριοι καταδικάζουν την τουρκική εισβολή, ωστόσο είναι ωσάν να διαγράφουν από τη μνήμη τα όσα προηγήθηκαν. Αποφεύγουν να αναφερθούν στις προσπάθειες αναθεώρησης του Συντάγματος το 1963 και συγχρόνως λησμονούν τη θυματοποίηση των Τουρκοκυπρίων από υπόγειες ένοπλες ομάδες που συνέστησε ο ίδιος ο Πρόεδρος Μακάριος. Ουδείς θυμάται ότι σε μια περίοδο που η Ένωση ήταν συνταγματικά απαγορευμένη, οι Ελληνοκύπριοι βουλευτές ελάμβαναν αποφάσεις υπέρ της πραγματοποίησής της. Όπως κανείς δεν υπενθύμισε τη σκληρή στάση του Μακαρίου στις ενδοκυπριακές συνομιλίες της περιόδου 1968-74.

Μπορεί η ηγεσία της κοινότητας να μην έθιξε αυτά τα ζητήματα, ωστόσο δεν ήταν λίγος ο αριθμός των πολιτών που τοποθετήθηκαν κριτικά απέναντι σε αυτά. Ενδεικτικό παράδειγμα αμφισβήτησης του επίσημου ελληνοκυπριακού αφηγήματος αποτελούν οι ακροατές της πρόσφατης επετειακής εκπομπής στο ραδιόφωνο Άστρα με τον δημοσιογράφο Νεόφυτου Νεοφύτου.

Όσον αφορά στην τουρκοκυπριακή πλευρά, για ακόμα μια φορά, γιόρτασε την 20ή Ιουλίου με στρατιωτικά αγήματα και τιμητικούς πυροβολισμούς στον αέρα. O Mustafa Ak?nc? υπενθύμισε: «Η στρατιωτική επέμβαση της 20ής Ιουλίου δεν πραγματοποιήθηκε εξ απροόπτου. Για την ελληνοκυπριακή πλευρά η πρόσφατη ιστορία του νησιού αρχίζει ακριβώς στις 20 Ιουλίου 1974, όμως η αλήθεια είναι διαφορετική. Της 20ής Ιουλίου προηγήθηκε ένα πενθήμερο. Στις 15 Ιουλίου ο Μακάριος ανετράπη με πραξικόπημα που οργάνωσαν οι φασίστες αξιωματικοί της ελληνικής χούντας και στη θέση του τοποθετήθηκε ο Ελληνοκύπριος φασίστας Νίκος Σαμψών. Υπό τους ήχους ελληνικών στρατιωτικών εμβατηρίων, η ελληνοκυπριακή τηλεόραση μετέδιδε ότι έφτασε η ώρα της Ένωσης. Αν η Τουρκία δεν επενέβαινε εσπευσμένα, το πραξικόπημα θα εδραιωνόταν και σύντομα θα άρχιζε να γίνεται αποδεκτό από την παγκόσμια κοινή γνώμη».

Ως εδώ όλα καλά, τα πράγματα έγιναν κάπως έτσι. Πέντε μέρες πριν από την 20ή Ιουλίου η ελληνική χούντα και η ΕΟΚΑ Β μεθόδευσαν το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου. Υπάρχουν, όμως, και οι 5 μέρες που ακολούθησαν την 20ή Ιουλίου. Αυτές διαγράφηκαν από τη μνήμη του Mustafa Akinci. Ξέχασε ότι η Τουρκία, ως εγγυήτρια χώρα, είχε το νομικό δικαίωμα να παρέμβει μόνον αν σκοπός της ήταν η αποκατάσταση της διασαλευθείσας συνταγματικής τάξης στο νησί. Λησμόνησε ότι, μολονότι ο Γλαύκος Κληρίδης στη Γενεύη αποδέχθηκε την επιστροφή στη συνταγματική τάξη του 1960 -μάλιστα με παραχωρήσεις προς όφελος της τουρκικής πλευράς-, η Τουρκία, παραβιάζοντας τη Συνθήκη Εγγυήσεως, προχώρησε στην πρώτη και δεύτερη εισβολή μοιράζοντας το νησί στα δύο, διώχνοντας τους Ελληνοκύπριους από τα μέρη που κατοικούσαν για αιώνες και απαγορεύοντάς τους να επιστρέψουν.

Ευθύνες

Εδώ και χρόνια ο Akinci χρεώνει την αποτυχία εξεύρεσης λύσης στο κυπριακό πρόβλημα αποκλειστικά στους Ελληνοκύπριους. Παραπέμποντας στην κριτική που άσκησε στην ελληνοκυπριακή πλευρά ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Νίκος Ρολάνδης, ισχυρίζεται ότι «ένεκα της εσφαλμένης ελληνοκυπριακής στάσης, η λίστα των χαμένων ευκαιριών (επίλυσης του προβλήματος) είναι αρκετά διογκωμένη». Αυτό είναι ένα ακόμα παράδειγμα αναμασήματος της μισής αλήθειας. Περιοριζόμενος μόνο στην εύλογη άσκηση κριτικής του Ρολάνδη στην ελληνοκυπριακή κοινότητα, ο Akinci ξεχνά τη διαχρονική στάση του Denktas και, το σημαντικότερο, αδιαφορεί για τις σκέψεις του Ρολάνδη σχετικά με τις ευθύνες της τουρκοκυπριακής πλευράς.

Σε άρθρο του στις 3 Μαρτίου του 2008, ο Νίκος Ρολάνδης συνοψίζει μερικές σημαντικές διαπιστώσεις του σχετικά με την τουρκοκυπριακή πλευρά: Οι Τουρκοκύπριοι, αφενός αισθάνονται περηφάνια, γιατί στηρίζονται στην ισχύ του τουρκικού στρατού και, αφετέρου, η υποταγή τους στην Άγκυρα τρέφει ένα σύμπλεγμα κατωτερότητας. Αυτά τα δύο στοιχεία δεν υποβοηθούν τις προσπάθειες για λύση.

Η ανάλυση του Ρολάνδη έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Ο πολύπειρος πολιτικός αναφέρεται σε δύο χαρακτηριστικά των Τουρκοκυπρίων, την περηφάνια που απορρέει από την τουρκική στρατιωτική ισχύ και τη χαμηλή αυτοεκτίμηση που επιβάλλει η υποταγή της κοινότητας στην Τουρκία. Για τον Ρολάνδη, ο συνδυασμός τους αποτελεί τροχοπέδη στις προσπάθειες εξεύρεσης λύσης.

Ο Akinci αναμασά το πολυχρησιμοποιημένο κλισέ σχετικά με το «πρόβλημα νοοτροπίας»: «Επιβάλλεται μια πραγματική αλλαγή νοοτροπίας στην ελληνοκυπριακή πλευρά. Το τονίζω σε κάθε περίσταση. Δυστυχώς, όμως, αρνούνται να καταλάβουν». Το χειρότερο είναι ότι ο Αναστασιάδης λέει τα ίδια πράγματα για τον Akinci. Τραγικό δεν είναι;

Αλλαγή νοοτροπίας

Είναι ξεκάθαρο ότι αμφότερες οι πλευρές οφείλουν να αλλάξουν νοοτροπία.

Με την ευκαιρία της 20ής Ιουλίου τοποθετήθηκε δημόσια και ο Tufan Erhurman, κάνοντας λόγο για την «Επιχείρηση Κύπρος, η οποία πραγματοποιήθηκε μετά το φασιστικό πραξικόπημα της ελληνικής χούντας στις 15 Ιουλίου και την άσκηση του δικαιώματος (παρέμβασης) που παρέχει η Συνθήκη Εγγυήσεως στην Τουρκική Δημοκρατία». Όπως ο Akinci, έτσι και αυτός, αρνείται ότι η Τουρκία παραβίασε τη Συνθήκη Εγγυήσεως και εθελοτυφλεί μπροστά στις αδικίες που υπέστησαν οι Ελληνοκύπριοι. Ισχυριζόμενος ότι «οι Τουρκοκύπριοι κατέβαλαν κάθε προσπάθεια για την εξεύρεση μιας συνολικής, δίκαιης και μόνιμης λύσης», ο Erhurman λησμονεί την αδιάλλακτη -και ανάλογη της σκληρής στάσης του Μακαρίου πριν από το 1974- στάση των Denktas και Βαθέος Κράτους κατά την τριαντάχρονη περίοδο 1974-2004 και τις προσπάθειές τους να τορπιλίσουν τη διαδικασία λύσης του Κυπριακού στη βάση του Σχεδίου Ανάν.

Ο Erhurman διατείνεται ότι το «κυριότερο εμπόδιο στην προσπάθεια κατάληξης σε μια συνολική, δίκαιη και μόνιμη λύση του κυπριακού προβλήματος είναι η άρνηση των Ελληνοκυπρίων να συνδιοικήσουν το νησί και να μοιραστούν τις δυνατότητές του μαζί με τους Τουρκοκύπριους, εφόσον θεωρούν ότι η πάροδος του χρόνου και η διατήρηση του στάτους κβο λειτουργεί προς όφελός τους». Μάλιστα, συμπληρώνει ότι «η πάροδος του χρόνου με το υφιστάμενο στάτους κβο ζημιώνει όχι μόνο τους Τουρκοκύπριους, αλλά και τους Ελληνοκύπριους. Αυτό οφείλουν να το αντιληφθούν όσο είναι καιρός».

Είναι γεγονός ότι η συνέχιση του στάτους κβο εξυπηρετεί τα συμφέροντα συγκεκριμένων κοινωνικών και πολιτικών τμημάτων της ελληνοκυπριακής κοινότητας. Επιπλέον, είναι αλήθεια ότι η διατήρηση του στάτους κβο ζημιώνει αμφότερες τις κοινότητες σε πολλούς τομείς. Ωστόσο, αυτή είναι η μισή αλήθεια, καθώς παραβλέπεται το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος της τουρκοκυπριακής κοινότητας ευνοείται από το στάτους κβο και ορθώνει εμπόδια στις προσπάθειες για λύση.
Η επιλεκτική μνήμη των πολιτικών ελίτ, οι οποίες -μη έχοντας αναπτύξει επαρκώς την ενσυναίσθηση- εκθέτουν μόνον ένα μέρος της αλήθειας, αποτελεί μιαν άκρως ανησυχητική πραγματικότητα σε αυτήν τη χώρα και ένα μεγάλο εμπόδιο για την ειρήνη.

Παρά ταύτα, πέρα από τα επίσημα αφηγήματα που αναπαράγονται στις δύο πλευρές, ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι στις δύο κοινότητες βρίσκουν το θάρρος για να σκεφτούν ελεύθερα και να τοποθετηθούν κριτικά. Είναι οι άνθρωποι που συντηρούν την ελπίδα στο ανέλπιδο περιβάλλον που δημιουργούν οι πολιτικές ελίτ.

*Αυτό το άρθρο κυκλοφόρησε στην τουρκική γλώσσα στην εφημερίδα Yeniduzen στις 22 Ιουλίου 2018.