Σημερινή

Παρασκευή, 16/11/2018
RSS

Στον καιρό της αποτεφρωμένης ελπίδας

| Εκτύπωση | 05 Αύγουστος 2018, 18:00 | Του Μιχάλη Παπαδόπουλου

ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ ΜΕΡΕΣ ΜΕΤΑ, ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΜΕΙΛΙΚΤΟ, ΑΝΑΠΑΝΤΗΤΟ «ΓΙΑΤΙ» ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΑΚΕΡΑΙΟ, ΣΑΝ Η ΘΛΙΜΜΕΝΗ ΕΠΩΔΟΣ ΕΝΟΣ ΙΣΟΒΙΟΥ ΠΕΝΘΟΥΣ, Η ΚΑΚΟΦΟΡΜΙΣΜΕΝΗ ΑΠΟΓΝΩΣΗ ΜΙΑΣ ΠΛΗΓΗΣ ΠΟΥ ΤΙΠΟΤΕ ΚΑΙ ΚΑΝΕΝΑΣ, ΠΟΤΕ, ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΠΟΥΛΩΣΕΙ

«Ένα αμείλικτο, αναπάντητο ‘γιατί’ ταλανίζει την καρδιά και τον νουν από την προπερασμένη Δευτέρα… Πώς, τούτη η απτή προέκταση του Παράδεισου επί Γης, έγινε, ακόμη μια φορά, Κρανίου Τόπος;

‘Ποιος’, για άλλη μια φορά, ‘αποφάσισε τα πτώματά μας;’.

Ογδόντα οκτώ νεκροί, δεκάδες αγνοούμενοι και τραυματίες, και μια ολόκληρη χώρα να κλαίει, πάνω στη στάχτη, τα παιδιά της, συντριμμένη από τον όλεθρο. Η Ελλάδα τού σήμερα, μοιάζει ερειπωμένο μαυσωλείο τού χθες. Που μέσα του βουίζει, βουβά, η πένθιμη ραψωδία του Τέλους.

Ενός Τέλους, που κανείς δεν ξέρει πότε και πώς θα τελειώσει.

‘Μορφή χωρίς σχήμα, σκιά δίχως χρώμα, παραλυμένη δύναμη, γνέψιμο χωρίς κίνηση’. Ποιος και πότε θα αναλάβει την ευθύνη; Ποιος και πότε θα αρθεί στο ύψος, όχι, πια, των ‘ιστορικών πεπρωμένων’, αλλά του αγώνα για την καθημερινή αξιοπρέπεια; Για τη σωτηρία του ελάχιστου ψιχίου υπόληψης; Ίσως, μοναδική ελπίδα μέσα στο καθιζάνον σκότος, να είναι τούτη η άκλειστη γοερή αγκαλιά που άνοιξε ο ένας προς τον άλλο τις στιγμές της ανείπωτης τραγωδίας. Ας κρατηθεί ορθάνοικτη, ως ένα ύστατο κέλευσμα προς το μέλλον».

Αυτό ήταν το πρωτοσέλιδο κείμενο της «Σ» την περασμένη Κυριακή, για την ανείπωτη τραγωδία που έπληξε στις 23 Ιουλίου την Ελλάδα…

Δεκαπέντε μέρες μετά, αυτό το αμείλικτο, αναπάντητο «γιατί» παραμένει ακέραιο, σαν η θλιμμένη επωδός ενός ισόβιου πένθους, η κακοφορμισμένη απόγνωση μιας πληγής που τίποτε και κανένας, ποτέ, δεν μπορεί να επουλώσει. Και πώς να της μιλήσεις, αν ίσως μόνον αφουγκραζόμενος τον αιμάσσοντα οδυρμό στην κεκαυμένη επιφάνεια του αμήχανου συλλογικού σώματος;

Η «Σ», μέσα στον αφοπλιστικό παροξυσμό αυτής της γενικευμένης αμηχανίας, ζήτησε από τέσσερεις πνευματικούς ανθρώπους (τρεις από Ελλάδα και έναν από Κύπρο) να αποπειραθούν ν’ αρθρώσουν την «απανθρακωμένη» της λυσιτέλεια, στην απογυμνωμένη φορά ενός λόγου που, πέρα από αυτοπαραμυθητικός, μπορεί να συμβάλει στο αίτημα μιας πάγκοινης συνέγερσης, για τα πολύτιμα κοινά που καίγονται…

Το μεγαλείο της συλλογικής ευθύνης

ΜΑΡΙΑ ΣΥΡΡΟΥ (Ποιήτρια, ηθοποιός, δημοσιογράφος)

Τούτες τις μέρες τις στοιχειωμένες, του πένθους, του θρήνου και της οργής, μια βασανιστική αναρώτηση έχει εμμονικά καταλάβει τη σκέψη μου: Μήπως είναι πια καιρός να εμπνευστούμε έναν πιο στέρεο, πιο οργανωμένο, πιο ασφαλή τρόπο για να πορευτούμε σ’ αυτόν τον τόπο τον αειθαλή, σ’ αυτόν τον επίγειο παράδεισο όπου είχαμε την καλοτυχία να γεννηθούμε;

Αναλογιζόμενη ξανά και ξανά την εκατόμβη των θυμάτων, τις δεκάδες οικογενειακές τραγωδίες και την ολέθρια καταστροφή του οικοσυστήματος που άφησε πίσω της η φωτιά στην Ανατολική Αττική, αναρωτιέμαι πόσο εύκολο είναι να ξεριζώσουμε από τη ρουτίνα μας το σύνδρομο της κατ’ εξαίρεσιν ατομικής καλοτυχίας μας. Εμπεριέχει ρίσκο θανάσιμο ο εφησυχασμός μας ως πολιτών για κάθε παράλειψη, για κάθε παράβλεψη, για κάθε παράβαση. Αφημένοι στο έλεος μιας γενικευμένης απάθειας, απαίδευτοι, ανέτοιμοι να αντιμετωπίσουμε είτε προσωπικά είτε συλλογικά το έκτακτο, το απρόβλεπτο, το αναπόφευκτα αναμενόμενο, εθιστήκαμε να κατακτούμε -δεκαετίες τώρα- μακάβριες πρωτιές θυμάτων. Εγκλωβίσαμε τον αέναο πολιτισμό μας σε μουσεία, γκαλερί και βιβλιοθήκες, κι εγκαταλείψαμε εκτεθειμένα στην κάθε είδους βαρβαρότητα δρόμους, πλατείες, δάση, ακρογιαλιές, την πολύτιμη κοινή καθημερινότητά μας.

Οι ευθύνες για τον εφιάλτη που ξεκίνησε στις 23 Ιούλιου, αργά ή γρήγορα, θα αποδοθούν με τη συνδρομή όσων κατέχουν την ειδική επιστημονική γνώση και τη δικαστική αρμοδιότητα (σε ό,τι με αφορά, αρνούμαι να παίξω τον ρόλο του κατηγόρου στο λαϊκό δικαστήριο που έχει στηθεί με έδρα σε κάποια μέσα ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης). Μα, αρκούν, αλήθεια, η απόδοση ευθυνών και η τιμωρία των ενόχων για να αποτραπεί η επανάληψη του εφιάλτη;

Στις δύσκολες στιγμές που ζήσαμε πρόσφατα, η κοινωνία μας, για μία ακόμη φορά, φανέρωσε το αγαθό της πρόσωπο. Από την πρώτη κιόλας στιγμή, η οικονομική ενίσχυση και η συγκινητική συνδρομή σε εθελοντική εργασία, αίμα και είδη πρώτης ανάγκης κατέφθαναν αφειδώς στο Λεκανοπέδιο από κάθε γωνιά της Ελλάδας, της Κύπρου και της ελληνικής ομογένειας.

Αυτή η πλημμυρίδα της συλλογικής προσπάθειας να καταπραϋνθεί ο πόνος του συνανθρώπου και να αποκατασταθεί το συντομότερο δυνατόν η κανονικότητα στη ζωή του δρόσισε την ελπίδα στις καρδιές όλων μας πως ο Φοίνικας δεν έχει πάψει να ξαναγεννιέται μέσα από τις στάχτες του αιώνες τώρα. Αυτός ο καταμερισμός της συλλογικής ευθύνης που αναδύθηκε, ο σοφός περιορισμός του καθενός μας στο μερίδιο που του αναλογεί από τη συλλογική ευθύνη, συνοδευόμενος από μια ειλικρινή αναζήτηση και αποκατάσταση, αν χρειαστεί, τυχόν προσωπικών παραλείψεων, παραβλέψεων ή παραβάσεων, ίσως μας βοηθήσει να ανακαλύψουμε ξανά από την αρχή τη δύναμη της συνέχειας σ’ έναν καλά πλεγμένο κοινωνικό ιστό, που οδηγεί στην παράδοση, σ’ έναν υγιή πολιτισμό, άξιο να μεταλαμπαδεύεται από γενιά σε γενιά με σφρίγος και περηφάνια.

Στο χάος των ατομικών παραδείσων

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΕΜΦΥΛΛΗΣ (Ποιητής, ραδιοφωνικός παραγωγός, φιλόλογος)


«Η φρίκη δεν κουβεντιάζεται», έλεγε ο Σεφέρης στον «Τελευταίο Σταθμό». Απομένουν μόνο οι αφηγήσεις των επιζώντων να αποτυπώνουν το μέγεθος του τρόμου από τις ουρανομήκεις φλόγες που κατάπιναν τα πάντα, από τον καπνό που έπνιγε την ανάσα, από τον πανικό μπροστά στον όλεθρο που ασύλληπτος επέλαυνε.
Η τηλεόραση διαδοχικά άνοιγε και έκλεινε. Πάλι και πάλι. Το ίδιο και οι σελίδες των εφημερίδων με τις φωτογραφίες και τα ρεπορτάζ ή οι ιστοσελίδες από τα αρπακτικά του διαδικτύου. Από τη μια για να διαπιστωθεί το μέγεθος του φονικού και από την άλλη, γιατί αυτή η φρίκη δύσκολα αντέχεται.

Οι αριθμοί δεν λένε τίποτα. Οι αριθμοί απλώς παραπλανούν, γιατί μετατοπίζουν το βάρος και την ανείπωτη οδύνη της πραγματικότητας στην απρόσωπη στατιστική, χρήσιμη μόνο για τους τεχνοκράτες και τους μικροπολιτικούς, που υπολογίζουν τη δική τους επιβίωση με προσθαφαιρέσεις πνιγμένων ανθρώπων ή καμένων ανθρώπινων σωμάτων. Κουτοπόνηροι, λίγοι και επικίνδυνοι στην επικοινωνιακή διαχείριση τού «πότε», τού «πώς» και τού «πόσου» των νεκρών.

Ένα κράτος που επί δεκαετίες δεν λειτουργεί, λάθη επί λαθών, αδιαφορία επί αδιαφορίας, πολίτες με ατομικισμό στα όρια της εχθρότητας προς το κοινό καλό, καμία πρόνοια, καμία πρόληψη, καμία οργάνωση. Και μετά τρέχουμε και θρηνούμε, ανεπαρκείς εν τη απρονοησία μας και ολίγιστοι εν τη ψηφοθηρία μας.
Το ζήτημα δεν είναι να λύσουμε τα προβλήματα, αλλά να διαρκέσουμε περισσότερο από αυτά. Από τύχη να ζούμε και από τύχη να επιβιώνουμε. Και να επιβεβαιώνεται εκ της αντιστροφής πια, ότι ο Θεός είναι Έλληνας όχι γιατί μας θαυμάζει, αλλά γιατί μας λυπάται.

Ποιος θα τολμήσει να συγκρουστεί με τον κακό μας εαυτό, που σωρεύεται και γιγαντώνεται με τις δεκαετίες; Ποιος θα τολμήσει να βάλει μιαν ελάχιστη τάξη στην πολεοδομική αναρχία, να ανοίξει δρόμους που θα βγάζουν στη θάλασσα και όχι στα αδιέξοδα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, να κατεδαφίσει αυθαίρετες κατασκευές που λειτουργούν καταστροφικά για το συλλογικό καλό, να σχεδιάσει, να εφαρμόσει και να ασκηθεί στην αντιπυρική προστασία, να προνοήσει και να βάλει μια στοιχειώδη τάξη στο χάος στο οποίο θεμελιώσαμε τους ατομικούς παραδείσους, να εφαρμόσει τον νόμο, να κάνει επιτέλους τη δουλειά για την οποία εκλέχτηκε ή διορίστηκε;

Και ανάλογα με το πώς θα μιλήσεις, θα σε τοποθετήσουν στην πλευρά των αντιπολιτευομένων ή των κυβερνώντων. Όστις μη μεθ’ ημών, καθ’ ημών. Και μη χειρότερα. Όταν μια κοινωνία ανακαλύπτει παντού και διαρκώς προδοσίες, έχει προδώσει πρώτα απ’ όλα η ίδια τον εαυτό της.

Και το ζήτημα είναι, πια, οι άνθρωποι που χάθηκαν. Οι ζωές των παιδιών που δεν πρόλαβαν να ζήσουν, οι οικογένειες που κάηκαν αγκαλιασμένες, στη δική μας θλιμμένη Πομπηία. Το ζήτημα είναι η ανείπωτη φρίκη.

Το πρόβλημα σ’ αυτήν τη χώρα είναι η βραχεία μνήμη ή η κακώς εννοούμενη εθελουσία λήθη. Βιαζόμαστε να ξεχάσουμε. Ίσως ντρεπόμαστε, ίσως δεν θέλουμε να θυμόμαστε οικεία κακά. Από τη μια είναι ένας κατανοητός μηχανισμός επιβίωσης. Από την άλλη, όμως, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στο να ξαναθρηνήσουμε με τους ίδιους όρους και για τους ίδιους λόγους στο μέλλον. Τι θα επιλέξουμε ως στάση ζωής; Θα αποκλειστούμε διά παντός στο μοιραίο δίστιχο του Βάρναλη «Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα / προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!» ή θα αποδράσουμε επιτέλους από αυτό;

Σιωπή…

ΠΑΜΠΟΣ ΚΟΥΖΑΛΗΣ (Ποιητής, στιχουργός, φιλόλογος)

Χάρτινος ο κόσμος μας κι έγινε στάχτη γι' άλλη μια φορά. Κι επιστρέψαμε στα πρώτα και βασικά: Ξαναμάθαμε αριθμητική. Στην αρχή μετρούσαμε με τα δάχτυλα, μα ύστερα ο αριθμός των θυμάτων ξεπέρασε τους δέκα, ο πόνος δεν χώραγε πια στις παλάμες, μας διαπέρασε και συλλαβίζαμε όλοι μαζί το είκοσι και το σαράντα, το πενήντα και πια τα χέρια και ο νους παρέλυσαν με τον καταιγισμό λεπτομερειών για το πόσοι και πώς.

Με το άκουσμα της φοβερής είδησης ότι πυρκαγιά πλησιάζει τον Μαραθώνα, τα πράγματα είχαν σχήμα κι όνομα. Ο Πέτρος, ο αδελφός μου, με τη σύζυγο και τα τέσσερα παιδιά του, μόνιμοι κάτοικοι της περιοχής, είναι καλά; Ναι, με βεβαιώνει με ανησυχία και θλίψη, γιατί ακούστηκε ότι ένας άνθρωπος έχασε τη ζωή του. Ένας… Έτσι αρχίζει πάντα το μέτρημα. Κι ύστερα η φωτιά κατάργησε και όνομα και σχήμα. Άσχημα όλα, πανάσχημα. Θέρισε κορμιά, κορμούς, σπίτια και ψυχές. Σιωπή…

Εδώ ψηλά στη Λεμύθου, περιτριγυρισμένος από τα πεύκα του Τροόδους που με κοιτούν αμήχανα και φοβισμένα, ακούω το μακρινό ουρλιαχτό και το φρικιαστικό βουητό από τις γιγάντιες φλόγες, κάθε τόσο σκουπίζω τη στάχτη που εξακολουθεί να πέφτει στο πρόσωπό μου και μικραίνω, κουλουριάζομαι, συρρικνώνομαι, σιωπή... Πώς να ορίσεις το ασύλληπτο και πώς εκ του ασφαλούς να μιλήσεις για ξένο πόνο; Ναι, ξέρω, και δική μας η οδύνη, θα πεις, αλλά όταν το βράδυ πάμε για ύπνο, πιστεύουμε ότι αύριο μας περιμένουν η μέρα και το φως. Για όσους βίωσαν το κακό, όμως, κι αύριο η νύχτα θα ξημερώσει.

Ύστερα βγήκανε σε δρόμους και οθόνες κριτές και δικαστές, με ζυγαριά ακριβείας να ζυγίσουν πόσα είπες, αν μίλησες, γιατί δεν μίλησες, για πόσο φόρεσες το πένθος, αν έτρεξες να συνδράμεις, αν έστειλες πακέτο με στεγνή ξηρά τροφή, αν στέγνωσε η ψυχή σου κι αν σου φαίνεται, αν έγινες φωτογραφία με άλλους εθελοντές, αν βρέθηκες στη μαύρη γη με πάλλευκο πουκάμισο. Αυτόκλητοι διαχειριστές του πένθους με καλοσιδερωμένο λινό κοστούμι επικαλούνται λέξεις βαριές και προτάσεις μακρόσυρτες, γιατί δεν αντέχουν τον τρόμο του κενού και την εκκωφαντική σιωπή της μάνας γης. Ήταν όλοι τους παιδιά της, όλα τα πλάσματα και τα γεννήματα της φύσης εκείνη τα ανάγιωσε. Τώρα βουβή, μας παρακολουθεί κι αναμένει να σηκωθούμε για να φανεί το αληθινό μπόι μας.

Οι αφηγήσεις, οι περιγραφές κι όσα οι εικόνες κατέγραψαν δεν αρκούν για να συλλάβουμε το ατομικό δράμα του καθενός συνανθρώπου μας, που αναμετρήθηκε με τη φωτιά. Το άθροισμα ωστόσο παρηγορεί, γιατί πιάσαμε ξανά το χέρι του διπλανού και μοιραστήκαμε ό,τι ο καθένας αντέχει, ξέρει, θέλει και μπορεί. Θα μου πεις, η αλληλεγγύη μας δεν πρέπει να είναι στιλβωμένη, ούτε να φωνασκεί και θα σου πω, έχεις δίκιο. Είδα όμως ξανά το βλέμμα το ταπεινό να συλλυπάται και να καίγεται από το δάκρυ, είδα το χέρι το διακριτικό να δίνει και την άδολη αγάπη να δωρίζεται.

Σ’ ένα κουκούλι από πηλό κρύβω τις ελπίδες και τους σπόρους μου καλά προφυλαγμένους, να μην μπορέσουν άνθρωποι, πουλιά και τρωκτικά να τα πειράξουν. Σκορπώ τους σβώλους στην καμένη γη και προσδοκώ βροχές ευεργετικές να με συντρέξουν μέχρι στο χώμα πράσινο χρώμα να ξεφυτρώσει. Ως τότε, σιωπή…

Σχεδιάσματα σιωπής
Μνήμη ανωνύμων καιόμενων

Δεν μπορώ. Όχι, δεν μπορώ. Είναι αργά. Είναι νωρίς. Είναι μάταιο.
- Ευθύνεται το δέντρο που καίγεται.
- Ο άνεμος που τρέχει.
- Ο νόμος.
- Ο παραβιάσας τον νόμο.
- Οι Αρχές.
- Ο δρόμος που ανοίγει στη θάλασσα.
- Ο δρόμος που κλείνει τη θάλασσα.
- Ο Δήμαρχος.
- Ο Αντιδήμαρχος.
- Η φωτιά που βράζει τη θάλασσα.
- Ο Απών.
- Ο Παρών.
- Ο Εύφλεκτος.
- Η βροχή που δεν ήρθε.
- Ο Άλλος.
- Το μάτι που τυφλώθηκε.
- Μάτι που δεν υπάρχει πια.
Δεν μπορώ. Όχι, δεν μπορώ. Βγάλτε επειγόντως τον σκασμό οι πάντες αρμοδίοι.

29-7-2018, περίπου 40 χιλιόμετρα μακριά

Αριστέα Παπαλεξάνδρου