Σημερινή

Σάββατο, 17/11/2018
RSS

«Τι είναι τ’ όνομα;»

| Εκτύπωση | 29 Ιούλιος 2018, 18:00 | Του Niyazi Kızılyürek

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Τ’ ΟΝΟΜΑ; ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΛΕΜΕ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ, ΚΙ ΑΛΛΙΩΣ ΝΑ ΟΝΟΜΑΖΟΤΑΝΕ, ΤΟ ΙΔΙΟ ΔΕΝ ΘΑ ΜΥΡΙΖΕ ΓΛΥΚΑ;
(WILLIAM SHAKESPEARE, ΡΩΜΑΙΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΕΤΑ, ΠΡΑΞΗ ΙΙ. ΣΚΗΝΗ ΙΙ., Σ. 157)


Ο Shakespeare ρωτά «Τι είναι τ’ όνομα;», για να απαντήσει: «Αυτό που λέμε τριαντάφυλλο, κι αλλιώς να ονομαζότανε, το ίδιο δεν θα μύριζε γλυκά;».
Είναι αλήθεια, όταν μιλάμε για τριαντάφυλλα, καθόλου σημασία δεν έχει το όνομα. Όμως, δεν είναι όλα τα πράγματα τριαντάφυλλα, δεν διαθέτουν όλα τη διακριτή, διαπεραστική, αυτόνομη και πέρα από τις λέξεις μοναδικότητα του τριαντάφυλλου. Γι’ αυτό είναι, εν μέρει, σημαντικό το πώς ονομάζουμε τα γεγονότα.

Ωστόσο, δεν είναι εύκολο να ονομάσουμε τα γεγονότα όπως αυτά συμβαίνουν στ’ αλήθεια. Πρωτίστως τίθενται επιστημολογικά ζητήματα. Για παράδειγμα, η επιστήμη της ιστορίας -«που καθήκον έχει να ονομάζει τα γεγονότα όπως αυτά έγιναν»- τίθεται αντιμέτωπη με διάφορες δυσκολίες. Δίνουμε την ίδια βαρύτητα σε όλα τα επιμέρους στοιχεία που συνθέτουν το γεγονός; Και αν το κάνουμε, είναι σημαντικό να αξιολογούμε το γεγονός μέσα στο πλαίσιο το οποίο συνέβη. Ως εκ τούτου, ακόμα και ο πιο αντικειμενικός ιστορικός σχολιάζει και συνάγει συμπεράσματα? δεν φθάνει στην αλήθεια.

Οι επιστήμες, άλλωστε, δεν παράγουν αλήθεια. Με αυτά ασχολούνται οι θρησκείες. Η επιστημονική γνώση είναι γνώση που μπορεί να διαψευσθεί, να αναιρεθεί και να ανασκευαστεί.

Υπάρχει και ένας άλλος σημαντικός παράγοντας: Ό,τι γνωρίζουμε για ένα γεγονός, όσα σκεφτόμαστε και νιώθουμε γι’ αυτό, δεν είναι έργο ενός ατόμου. Ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον και πραγματώνει τον εαυτό του μέσα στην κοινωνία. Η κοινωνία, όμως, δεν είναι μια κοινότητα ανθρώπων ίσων μεταξύ τους. Οι κοινωνίες είναι ιεραρχικές δομές και στην κορυφή της πυραμίδας βρίσκονται οι εξουσίες. Και αυτοί που καθορίζουν την κοινωνική μνήμη και το πώς ονοματίζουμε τα γεγονότα είναι τα κέντρα εξουσίας. Όπως και τον βαθμό της γνώσης και άγνοιας των ατόμων…

Τα συναισθήματα, οι γνώσεις και οι σκέψεις μαθαίνονται και εσωτερικεύονται μέσω της εκπαίδευσης, στο πλαίσιο που θέτουν οι εξουσίες. Ανάμεσα στα συναισθήματα και τη γνώση, την αναισθησία και την άγνοια υπάρχουν δεσμοί. Δεν είναι καθήκον του ενός να καθορίσει τι θα μάθουμε και τι θα αισθανθούμε ή να υποδείξει τι δεν θα μάθουμε ή δεν θα αισθανθούμε, αλλά των εξουσιών.

Ηθικές συμβάσεις

Οι εξουσίες διασφαλίζουν ότι το άτομο θα μάθει λανθασμένα τα γεγονότα και το πείθουν για την ορθότητα των όσων εσφαλμένων έμαθε. Μια άλλη ιδιαιτερότητα των εξουσιών είναι ότι δημιουργούν απροσδιόριστες ηθικές συμβάσεις εντός των κοινωνιών. Πρόκειται για ηθικές συμβάσεις, που είναι άρρητες και καθορίζουν τι είναι καλό και τι κακό. Πέραν τούτου, προσδιορίζουν το κατά πόσον η κακομεταχείριση που υπέστησαν κάποιοι είναι όντως κακομεταχείριση. Με αυτόν τον τρόπο μετατρέπουν το περί δικαίου αίσθημα σε πνευματική συνήθεια.

Τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα σε ολοκληρωτικά καθεστώτα ή σε περιβάλλοντα όπου κυριαρχεί μια ολοκληρωτική πολιτική κουλτούρα. Όπως παρατηρεί η Hannah Arendt, στα ολοκληρωτικά καθεστώτα τα ανθρώπινα συναισθήματα ισοπεδώνονται, τα συναισθήματα συμπόνιας και αλληλεγγύης για τα θύματα του συστήματος καταργούνται. Όμως, εφόσον ο άνθρωπος είναι μια συναισθηματική ύπαρξη, τη θέση της κατεστραμμένης συμπόνιας και αλληλεγγύης λαμβάνει το αίσθημα της αυτολύπησης.

Μπορεί η Κύπρος να μη βίωσε την εμπειρία ενός τυπικού ολοκληρωτικού καθεστώτος, ωστόσο, ευρισκόμενη για χρόνια στη μέγγενη του εθνοτικού εθνικισμού, δεν κατάφερε να ξεφύγει από την πολιτική κουλτούρα των ολοκληρωτικών καθεστώτων. Οι εθνικές κοινότητες όχι μόνο δεν ανέπτυξαν αμοιβαία αισθήματα ευσπλαχνίας και αλληλεγγύης, αλλά επίσης δεν βιώνουν κανένα τέτοιο αίσθημα για τα θύματα της ολοκληρωτικής κουλτούρας που δημιούργησε ο εθνοτικός εθνικισμός. Όπως δεν κατάφεραν να νιώσουν αλληλεγγύη και συμπάθεια για τα θύματα της κοινότητας που όρισαν ως «άλλη», έτσι δεν ανέπτυξαν τέτοια αισθήματα για τα θύματα που μέσα τους απέκλεισαν.

Κυριάρχησε η αυτολύπηση αντί της ευσπλαχνίας και της αλληλεγγύης, με αποτέλεσμα στην προσωπικότητα των κοινοτήτων να κυριαρχήσει μια «παθολογική» κατάσταση, σύμφωνα με την οποία «θύμα» είναι μόνο η ίδια.

Οι άνθρωποι που επιλέγουν την αυτολύπηση αντί την αντιμετώπιση του πόνου τους όχι μόνο δεν νιώθουν ευσπλαχνία, αλλά και το μίσος τους εύκολα δημιουργεί τον «άλλο» ο οποίος γίνεται «εχθρός». Ο Henry Miller λέει, ειρωνικά, «εντάξει, αλλά ποιος είναι ο εχθρός; Πρέπει οπωσδήποτε να είναι ένα τρομακτικό πλάσμα, ειδάλλως δεν είμαστε υποχρεωμένοι να το καταδιώκουμε διαρκώς», υπονοώντας την ανάγκη μας για εχθρούς.

Η επίδραση του εθνικισμού είναι πολύ πιο εμφανής σε τέτοια πλαίσια. Ο άνθρωπος που έχει απολέσει το αίσθημα της ευσπλαχνίας, αποφεύγει να αντιμετωπίσει τον ίδιο του τον εαυτό και σκορπίζει εύκολα το μίσος έναντι των άλλων, είναι το ιδανικότερο παράδειγμα ανθρώπου του εθνικισμού.
Και, δυστυχώς, αυτός ο τύπος ανθρώπου συναντάται σε μεγάλο βαθμό στην Κύπρο…

Η ενσυναίσθηση

Μπορούμε να εξέλθουμε από τα πνευματικά τείχη που μας κρατούν φυλακισμένους, χωρίς απαραίτητα να μάθουμε την «αλήθεια». Αυτό, εξάλλου, είναι αδύνατο. Αυτό που μας χρειάζεται είναι η ενσυναίσθηση.

Ενσυναίσθηση, σε επίπεδο αντίληψης, είναι να αντιληφθούμε την αλήθεια του άλλου και να καταφέρουμε να νιώσουμε τον κόσμο του άλλου σαν σπίτι μας. Είναι η δυνατότητα να βηματίσουμε στον κόσμο του άλλου, να αισθανθούμε τα όσα ζει και να συμμεριστούμε τα δεινοπαθήματά του, όπως για παράδειγμα των γονιών που έχασαν το παιδί τους. Δεν είναι απαραίτητο να έχουμε παρόμοιες εμπειρίες. Αντίθετα, εμείς μπορεί να ζούμε μια χαρούμενη ζωή με τα παιδιά μας. Παρά ταύτα, ενσυναίσθηση είναι να μπορούμε να ενστερνιστούμε τον πόνο των άλλων.

Σε κάθε πλευρά του κόσμου υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν και άλλοι που τα καταφέρνουν να αναπτύξουν την ενσυναίσθηση. Σε φυσιολογικά περιβάλλοντα αυτό είναι κάτι που εξαρτάται από την ψυχοσύνθεση και το γνωστικό υπόβαθρο του καθενός. Ωστόσο, η απουσία της ενσυναίσθησης στην Κύπρο οφείλεται σε ιστορικούς, πολιτικούς και ιδεολογικούς λόγους. Ο εθνικισμός σακάτεψε τα μυαλά και τη συνείδηση των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, ώστε κανείς δεν καλεί κανέναν στον «κόσμο της αλήθειας του άλλου».

Επιβάλλεται να καλέσουμε ο ένας τον άλλο στον κόσμο της αλήθειας μας. Ας γίνει ο άλλος, φιλοξενούμενος στον κόσμο σας κι ας γίνετε εσείς φιλοξενούμενοι στον δικό του κόσμο. Μπορούμε να μάθουμε πράγματα ακόμα και για κάποιον που κάθεται σε ένα παγκάκι στο δάσος, φτάνει να καθίσουμε δίπλα του για να μας τα διηγηθεί. Την ίδια στιγμή, θα μάθουμε πράγματα και για τον ίδιο μας τον εαυτό…

Ωστόσο, εμείς στην Κύπρο διαγωνιζόμαστε για το ποιος πόνεσε περισσότερο, αντί να μοιραζόμαστε τον πόνο μας. Δεν πρόκειται να αναπτύξουμε την ενσυναίσθηση χωρίς να εγκαταλείψουμε την πνευματική μας συνήθεια.

Η ενσυναίσθηση δεν απαιτεί να έχουμε ταύτιση απόψεων και εμπειριών. Ούτε ζητά να δίνουμε στα γεγονότα το ίδιο όνομα!

Ας δώσω ένα παράδειγμα: Έχουμε αναπτύξει διαφορετικές απόψεις σχετικά με τα όσα έγιναν την περίοδο 1963-64. Όπως και να ονοματίσουμε τα γεγονότα, είτε «Τουρκανταρσία» είτε «Μαύρα Χριστούγεννα», η πραγματικότητα είναι ότι τη συγκεκριμένη περίοδο οι Τουρκοκύπριοι θρήνησαν πολλά θύματα. Αρκεί μόνο να μπούμε στον κόπο να δούμε τους αριθμούς. Το ερώτημα είναι: Μπορούμε ή όχι να βιώσουμε την ενσυναίσθηση για τους ανθρώπους που έγιναν θύματα; Αν δεν μπορούμε να το πράξουμε, σημαίνει ότι είτε δεν έχουμε αναπτύξει την ικανότητα της ενσυναίσθησης είτε αυτή έχει ακρωτηριαστεί.

Ερχόμενοι στο 1974, ας δοθεί όποιο όνομα επιθυμεί ο καθένας. Ποιος όμως μπορεί να αμφισβητήσει τα μεγάλα δεινά που υπέστησαν και τα πολυάριθμα θύματα που έκλαψαν οι Ελληνοκύπριοι; Ό,τι όνομα και να δοθεί, η αλήθεια δεν αλλάζει, γιατί η «μυρωδιά» της είναι διαπεραστική όσο του τριαντάφυλλου…

Ναι, κύριο πρόβλημά μας είναι η απουσία ενσυναίσθησης…