Σημερινή

Τετάρτη, 21/11/2018
RSS

Στο Μάτι της καταστροφής

| Εκτύπωση | 29 Ιούλιος 2018, 18:00 | Της Μικαέλλας Λοΐζου

ΟΙ ΣΠΑΡΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΧΑΣΤΟΥΚΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΜΑΣ

ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ ΝΑ ΜΗΝ ΠΡΟΣΠΕΡΑΣΟΥΜΕ ΤΙΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ. ΓΙΑΤΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΑΠΑΛΥΝΕΙ ΤΟΝ ΠΟΝΟ, ΑΛΛΑ Η ΛΗΘΗ ΤΟΝ ΠΕΡΙΦΡΟΝΕΙ. ΚΙ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΑΝΤΟΤΕ ΖΩΝΤΑΝΗ Η ΕΛΠΙΔΑ ΠΩΣ Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΑΘΕΙ ΑΠΟ ΤΑ ΛΑΘΗ ΤΟΥ

«Είδα κάτι να καίγεται και έριχνα νερό με το λάστιχο. Στο τέλος κατάλαβα ότι επρόκειτο για άνθρωπο»

«Το φουστανάκι της είχε πάρει φωτιά και τα πόδια της είχαν μισοκαεί. Πήδηξε για να σωθεί, αλλά δεν τα κατάφερε»

«Όταν θα καταφέρω να αναγνωρίσω και τα αγόρια μου -γιατί ο κρατικός μηχανισμός και σε αυτό έχει χάσει τον μπούσουλα- θα σας πω με βεβαιότητα ότι έχασα τα πάντα»

«Ήμασταν έξι, χάσαμε μια κυρία κι ένα παλληκάρι. Την ώρα που κολυμπούσαμε, είδαμε ένα πτώμα»


Οι λυγμοί πνίγουν την καρδιά. Πώς να κάνει αλλιώς; Το μυαλό αρνείται να επεξεργαστεί τις εικόνες που του στέλνουν τα μάτια, τους ήχους που του στέλνουν τ’ αφτιά. Η Ελλάδα -η δική μας Ελλάδα- φλέγεται. Φλέγεται κι αφήνει πίσω της αποκαΐδια ανευθυνότητας και κρατικής αναλγησίας. Κι ανθρώπους απανθρακωμένους, ανθρώπους πνιγμένους, ανθρώπους που πιθανόν το μόνο που απέμεινε από αυτούς να είναι η φωτογραφία μ’ εκείνο το «αγνοείται» από κάτω στις οθόνες.

Όσοι κατάφεραν να σωθούν, θα έχουν για πάντα τραύματα πολύ βαθύτερα από αυτά που τους άφησε η καταστροφή στο σώμα. Κι όσοι έμειναν πίσω, θα ζουν με τις συνέπειες του ασύγγνωστου ωχαδερφισμού που χαρακτηρίζει το αθηναϊκό κράτος, πλάι στις φωτογραφίες παιδιών που δεν έμελλε να μεγαλώσουν ποτέ, γιατί τα στοιχεία -η φωτιά, ο αέρας και το νερό- αποδείχθηκαν πιο δυνατά από την ανθρωπότητα σε έναν τόπο που υποβιβάζει τη ζωή σε αντικείμενο αυτοσχεδιασμού.

Οι σπαρακτικές ιστορίες ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο της καταστροφής χαστουκίζουν την κανονικότητά μας. Η φρίκη τους γίνεται δική μας φρίκη, ο πόνος τους δικός μας πόνος. Οφείλουμε να μην τις προσπεράσουμε. Να μην τις ξεχάσουμε, για να μην ξεχαστούν. Γιατί ο χρόνος απαλύνει τον πόνο, αλλά η λήθη τον περιφρονεί. Και γιατί είναι πάντοτε ζωντανή η ελπίδα πως ο Ελληνισμός μπορεί να μάθει απ’ τα λάθη του. «Η Ελλάδα, που λες, δεν είναι μόνο πληγή», έγραψε ο Γκανάς, και οι στίχοι του αντηχούν σαν λεκτικός επίδεσμος στο συλλογικό τραύμα. Ναι, δεν είναι μόνο πληγή η Ελλάδα, και τέτοιες ώρες πρέπει να το θυμόμαστε περισσότερο από ποτέ. Για να μπορούμε να προσβλέπουμε σε καλύτερες μέρες.

Κυνηγημένοι από τις φλόγες

Τα βιώματα των ανθρώπων, που βρέθηκαν στον δρόμο της φωτιάς, πρέπει να γίνουν μάθημα σε όλους μας. Να μη ζήσουμε ποτέ ξανά μια τέτοια καταστροφή στον Ελληνισμό. «Εγώ και ο άντρας μου πέσαμε στη θάλασσα για να σωθούμε. Είδα ένα κορίτσι περίπου 13 ετών να βουτάει στον γκρεμό. Μετά άκουσα μια κραυγή. Πήγαμε από πάνω της, αλλά δεν ανέπνεε, ήταν νεκρή. Το φουστανάκι της είχε πάρει φωτιά και τα πόδια της είχαν μισοκαεί. Πήδηξε για να σωθεί, αλλά δεν τα κατάφερε. Είπαν ότι προσπαθούσε να διαφύγει με το αυτοκίνητο μαζί με τον πατέρα και τον αδελφό της, αλλά τους πρόλαβε η φωτιά κι εκείνη άρχισε να τρέχει». Τα λόγια αυτά ανήκουν στη Μαρία Πίτσιου, η οποία μίλησε στον «Ελεύθερο Τύπο». Αυτόπτης μάρτυρας σε μια βουτιά θανάτου, λίγο μετά που παρά τρίχα γλίτωσε η ίδια.

Η γυναίκα αναφέρεται στην 13χρονη Εβίτα. Ο πατέρας της Γρηγόρης και ο 11χρονος αδερφός της Ανδρέας βρέθηκαν απανθρακωμένοι, ενώ ανάμεσα στους νεκρούς συμπεριλαμβάνεται και ένα συγγενικό βρέφος της οικογένειας. Τα σπαραχτικά λόγια της χαροκαμένης μητέρας και συζύγου, που δεν ήταν μαζί με την υπόλοιπη οικογένεια, όπως τα μετέφερε δημοσιογράφος του «Σκάι», συγκλονίζουν:

«Προσπαθώ να μοιάσω στην κορούλα μου, που ήταν πάντα μαχήτρια και κατάφερνε να το αποδεικνύει με κάθε τρόπο. Ξέρω ότι ο Γρηγόρης θα έκανε ό,τι καλύτερο για να σωθούν. Το ότι δεν τα κατάφερε ήταν απλώς θέληση του Κυρίου. Ακούω στ' αφτιά μου την γλυκά τρεμάμενη φωνούλα του Ανδρέα: "Φοβάμαι, μανούλα, ανησυχώ πολύ, θα φανώ δυνατός, αλλά εσύ μην έρθεις μαμά. Θέλω να μην έρθεις, είναι όλα κλειστά, δεν θα τα καταφέρεις". Προσπάθησα να φτάσω κοντά τους, τέσσερεις ώρες προσπαθούσα με κάθε τρόπο να πλησιάσω. Όταν εγκατέλειψα την προσπάθεια, σκεπτόμενη ότι θα ήταν καλύτερα να μην κινδυνεύσω κι εγώ, ώστε να μπορώ να βοηθήσω αν χρειαστεί. Δεν έχω λόγια. Όταν θα καταφέρω να αναγνωρίσω και τα αγόρια μου -γιατί ο κρατικός μηχανισμός και σε αυτό έχει χάσει τον μπούσουλα- θα σας πω με βεβαιότητα ότι έχασα τα πάντα. Να αγκαλιάζετε τα παιδιά σας κάθε μέρα».

Πνιγμένοι στην τραγωδία

Ο θάνατος περικύκλωσε τους ανθρώπους. Δυο προτάσεις χρειάστηκε να πει ο Γιώργος Παππάς στον «Ελεύθερο Τύπο», για να περιγράψει το μέγεθος της τραγωδίας: «Είδα κάτι να καίγεται και έριχνα νερό με το λάστιχο. Στο τέλος κατάλαβα ότι επρόκειτο για άνθρωπο κι έπαθα σοκ». Τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα στη θάλασσα. Μιλώντας στο iefimerida.gr, ο Νίκος Σταυρίδης, ο οποίος κολυμπούσε για τέσσερεις ώρες, περιέγραψε πως κρατιόταν στη ζωή πλάι σε πτώματα:

«Πνίγονταν άνθρωποι δίπλα μας και δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα. Πέσαμε στη θάλασσα στον Κάβο Ραφήνας λίγο μετά τις 7. Πήγαμε πολύ μέσα, αλλά είχε πολύ ρεύμα. Δεν βλέπαμε τίποτα, ένα σκοτάδι παντού. Αφεθήκαμε στο ρεύμα και στις 11 τη νύχτα μάς μαζέψανε στη Λούτσα με μια μηχανότρατα. Ήμασταν πολλές ώρες στη θάλασσα. Χάσαμε ανθρώπους! Ήμασταν έξι, χάσαμε μια κυρία κι ένα παλληκάρι. Την ώρα που κολυμπούσαμε, είδαμε ένα πτώμα. Μία μεγάλη γυναίκα με άσπρα μαλλιά επέπλεε δίπλα μας. Δεν μπορούσαμε να βοηθήσουμε κανέναν».

Τα βασανιστικά ερωτήματα

Εξίσου βασανιστικά με τον θάνατο είναι τα ερωτήματα. Άνθρωποι που αγνοούνται. Που μπορεί να βρίσκονται ανάμεσα στις απανθρακωμένες σορούς κι αναμένουν ταυτοποίηση. Που μπορεί να βρίσκονται πνιγμένοι στη θάλασσα. Που μπορεί να σώθηκαν αλλά να μην τους έχει βρει κανείς. Λίστα σαφής δεν υπάρχει. Μέρες ολόκληρες μετά το κακό, το κράτος δεν μπορεί να πει με ασφάλεια πόσοι είναι οι αγνοούμενοι. Κι οι συγγενείς ελπίζουν…
Ίσως η πλέον ανατριχιαστική περίπτωση είναι αυτή των εννιάχρονων διδύμων Βασιλικής και Σοφίας Φιλιπποπούλου.

Βρίσκονταν στην περιοχή μαζί με τον παππού και τη γιαγιά τους και εξαφανίστηκαν. Μέχρι που εμφανίστηκαν ή τουλάχιστον έτσι πίστεψαν για μερικές ώρες οι γονείς τους. Τηλεοπτικά πλάνα που έδειχναν δύο κορίτσια, με παρόμοια χαρακτηριστικά, να αποβιβάζονται από μια βάρκα τροφοδότησαν την ελπίδα. Οι γονείς δήλωσαν πως αναγνώρισαν τις κόρες τους. Και ξεκίνησαν όλοι να τα ψάχνουν. Να βρουν πού βρίσκονται τα δύο παιδιά που κέρδισαν τη μάχη με τον θάνατο. Αποδείχθηκε, τελικά, ότι τα κορίτσια που διακρίνονταν δεν ήταν οι δίδυμες.

Η Σοφία και η Βασιλική, μαζί με έναν αδιευκρίνιστο αριθμό άλλων ανθρώπων, δεν διασώθηκαν από κανέναν και κανένας δεν ξέρει πού βρίσκονται και σε ποια κατάσταση. Ίσως, όσο περνούν οι μέρες και προχωρεί το μακάβριο έργο της ταυτοποίησης μέσω DNA, οι άνθρωποι αυτοί να σταματήσουν να είναι ερωτήματα. Μέχρι τότε, το μόνο που μπορούν να κάνουν οι δικοί τους είναι να ελπίζουν…