Σημερινή

Δευτέρα, 23/07/2018
RSS

Οδύσσεια για την έδρα της Λεμεσού

| Εκτύπωση | 13 Μάιος 2018, 18:00 | Της Μικαέλλας Λοΐζου

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΛΥΣΗ, ΜΕ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ, ΠΡΟΤΕΙΝΕΙ Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ

ΑΓΝΩΣΤΟ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΠΩΣ, ΤΕΛΙΚΑ, ΘΑ ΕΠΙΛΥΘΕΙ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ «ΟΡΦΑΝΗΣ» ΕΔΡΑΣ ΤΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ, ΜΕΤΑ ΚΑΙ ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΚΛΟΓΟΔΙΚΕΙΟΥ

Το ζήτημα απασχόλησε τη σύσκεψη αρχηγών ή εκπροσώπων κομμάτων την Παρασκευή στη Βουλή, οι οποίοι απέτυχαν να επιτύχουν συναίνεση και αποφάσισαν ότι μέσα στις επόμενες ημέρες θα το ξανασυζητήσουν στην παρουσία του Κώστα Κληρίδη


Σε νομικό λαβύρινθο με πολιτικές προεκτάσεις εξελίσσεται η υπόθεση της 56ης έδρας της Βουλής των Αντιπροσώπων, μετά τις αποφάσεις του Εκλογοδικείου. Κι αυτό γιατί πολλές εισηγήσεις για επίλυση του ζητήματος φαίνεται να ανοίγουν τον δρόμο για νέες δικαστικές διαμάχες, παρά να ξεκαθαρίζουν το θέμα μια και καλή. Χαρακτηριστικό είναι, άλλωστε, το γεγονός πως ο Γενικός Εισαγγελέας προτείνει, ουσιαστικά, ο γρίφος να λυθεί διά της οδού της πολιτικής συναίνεσης.

Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με τα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών του Μαΐου του 2016, το Κίνημα Αλληλεγγύη εδικαιούτο έδρα στην εκλογική περιφέρεια Λεμεσού. Η έδρα αυτή έπρεπε να αποδοθεί στην Ελένη Θεοχάρους, που έλαβε 3.788 σταυρούς προτίμησης, τους περισσότερους απ' όλους τους υποψηφίους της Αλληλεγγύης στη Λεμεσό. Όμως η κ. Θεοχάρους επέλεξε να παραμείνει στα έδρανα του Ευρωκοινοβουλίου και να μην καταλάβει τη βουλευτική έδρα που εδικαιούτο. Ακολουθώντας το πνεύμα του νόμου, αφού δεν υπήρχε σχετική νομοθετική πρόνοια ή προηγούμενο, ο Γενικός Έφορος Εκλογής αποφάσισε να ανακηρύξει ως βουλευτή τον πρώτο επιλαχόντα, που στην ουσία ήταν ο δεύτερος στην κατάταξη, Γιώργος Παπαδόπουλος, που έλαβε 767 σταυρούς προτίμησης.

Ο πρώην βουλευτής του ΔΗΣΥ Ανδρέας Μιχαηλίδης προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο, υπό την αρμοδιότητά του ως Εκλογοδικείο, αμφισβητώντας την απόφαση των αρμοδίων και προβάλλοντας τη θέση ότι θα έπρεπε να διεξαχθεί αναπληρωματική εκλογή. Για διόρθωση της κατάστασης, στο μεσοδιάστημα η Βουλή προέβη σε τροποποίηση του Νόμου, με πρόταση νόμου που κατέθεσε ο ίδιος ο Πρόεδρος του Σώματος. Η τροποποίηση προνοούσε όπως η κενωθείσα βουλευτική έδρα πριν από την έναρξη της βουλευτικής περιόδου, πληρώνεται με τον ίδιο τρόπο που πληρώνεται κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου.

Όμως ο κ. Μιχαηλίδης ζήτησε από το Εκλογοδικείο να κηρύξει την τροποποίηση ως αντισυνταγματική. Γι’ αυτό και υπάρχουν δύο αποφάσεις του Ανωτάτου και όχι μία για το θέμα αυτό. Σήμερα, δύο χρόνια μετά την ανακήρυξη και την ορκωμοσία του, ο Γιώργος Παπαδόπουλος, λόγω των αποφάσεων του Εκλογοδικείου, δεν είναι πλέον βουλευτής, ενώ μία έδρα του Κοινοβουλίου παραμένει «ορφανή».

Στην ουσία τα δύο πιθανότερα σενάρια αυτήν τη στιγμή είναι η τροποποίηση του Συντάγματος και συνεπακόλουθη νομοθετική ρύθμιση και οι επαναληπτικές εκλογές. Σημειώνεται ότι για τροποποίηση του Συντάγματος χρειάζεται ειδική πλειοψηφία των δύο τρίτων της Βουλής.

Στα πρότυπα της «κενωθείσας»

«Σύμφωνα με την πρόσφατη γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα αναφορικά με το θέμα της πλήρωσης της μη καταληφθείσας βουλευτικής έδρας στην εκλογική περιφέρεια Λεμεσού, αφού λήφθηκαν υπ' όψιν οι δύο αποφάσεις του Εκλογοδικείου και προς συμμόρφωση με αυτές, κρίθηκε ότι υπό τις περιστάσεις όπως έχουν διαμορφωθεί, η ασφαλέστερη νομικά οδός προσπέλασης του προβλήματος που έχει προκύψει είναι η προσθήκη στο Άρθρο 66 του Συντάγματος ρητής πρόνοιας, η οποία να αναφέρεται στην περίπτωση κατανεμηθείσας αλλά "μη καταληφθείσας" έδρας», ανέφερε σε ανακοίνωση που εξέδωσε την Πέμπτη ο Κώστας Κληρίδης.

Εξηγώντας τη θέση του, σημειώνει πως η εισήγηση αυτή έγινε ώστε να παρασχεθεί η συνταγματική δυνατότητα στη Βουλή να ρυθμίσει με νόμο τον τρόπο πλήρωσης μη καταληφθείσας έδρας με την ίδια διαδικασία που ρυθμίστηκε η «κενωθείσα» έδρα. Αυτή η αναγκαιότητα, προσθέτει, προέκυψε λόγω των επισημάνσεων στην δεύτερη απόφαση του Εκλογοδικείου, σύμφωνα με τις οποίες, ενώ στο Σύνταγμα υπάρχει ρητή αναφορά στην περίπτωση «κενωθείσας έδρας», «η έννοια της μη κατάληψης έδρας είναι ξένη προς τα Άρθρα 66 και 71».

Το προηγούμενο

Ο Γενικός Εισαγγελέας διαχώρισε, επίσης, τη θέση του από τις φωνές που ακούγονται εναντίον των τροποποιήσεων του Συντάγματος. «Ξενίζουν οι εκφρασθείσες αντίθετες απόψεις με το επιχείρημα ότι, επειδή το Σύνταγμα είναι η ασπίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας, δεν πρέπει ή δεν μπορεί να τροποποιείται για τα τέτοια ζητήματα. Αρκεί μόνο να υπενθυμιστεί ότι από το 1960 το Σύνταγμα τροποποιήθηκε άλλες δέκα φορές», υπέδειξε.

Στην ανακοίνωσή του κάνει συγκεκριμένη αναφορά στο 1996, όταν με τον περί της Τρίτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμο (Νόμος αρ. 115(I)/1996) και με επίκληση του Δικαίου της Ανάγκης, η Βουλή τροποποίησε το ίδιο και πάλι Άρθρο 66 του Συντάγματος, για να δώσει τη δυνατότητα νομοθετικής ρύθμισης για την πλήρωση κενωθείσας έδρας με απόδοσή της στον επιλαχόντα του ίδιου κόμματος αντί με αναπληρωματική εκλογή και με βασικό αιτιολογικό στο προοίμιο του Νόμου την επίκληση του αναλογικού συστήματος εκλογής.

Συνεπώς, ο Κώστας Κληρίδης θεωρεί πως κατά παρόμοιο τρόπο μπορεί να γίνει πρόβλεψη και για την περίπτωση της έδρας αυτής, προς κάλυψη ενός διαγνωσθέντος κενού, «εάν υπάρχει, βέβαια, η απαιτούμενη πολιτική προς τούτο βούληση των αντιπροσώπων του λαού».

Πάνε για… επαναληπτικό

Το ζήτημα απασχόλησε τη σύσκεψη αρχηγών ή εκπροσώπων κομμάτων την Παρασκευή στη Βουλή, οι οποίοι αποφάσισαν ότι μέσα στις επόμενες ημέρες θα το ξανασυζητήσουν στην παρουσία του Γενικού Εισαγγελέα, αφού απέτυχαν να καταλήξουν σε κάποια χειροπιαστή λύση. Σύμφωνα, μάλιστα, με πληροφορίες, η σύσκεψη έγινε σε υψηλούς τόνους, με εκατέρωθεν αιχμές. Πλέον κατέστη ξεκάθαρο ότι ο ΔΗΣΥ τραβά τον δικό του δρόμο, ενώ τα υπόλοιπα κόμματα δείχνουν διάθεση συναίνεσης, γεγονός που δεν αποκλείεται στο τέλος να προκαλέσει παρασκηνιακές αντιπαραθέσεις μεταξύ ΔΗΣΥ και Προεδρικού.

Σεβασμός στην επιλογή

Τη θέση, πάντως, πως το θέμα, με όσα σφάλματα υπήρξαν, εάν υπήρξαν, διαδικαστικά και/ή στο Εκλογοδικείο, πρέπει να λυθεί με σεβασμό στην ήδη εκπεφρασμένη εκλογική επιλογή του κυρίαρχου λαού, εξέφρασε στη «Σημερινή» της Κυριακής ο δικηγόρος Ανδρέας Σ. Αγγελίδης, ο οποίος διαφωνεί με την τροπή που έλαβαν τα πράγματα, θεωρώντας ότι η δικαστική υπόθεση πρέπει να ανοίξει εκ νέου, για να εξεταστεί εάν όντως έπρεπε να καταχωρηθεί η αίτηση. Όπως εξήγησε, η συγκεκριμένη έδρα της Λεμεσού κατανεμήθηκε με τη δύναμη των ψήφων στην Αλληλεγγύη.

«Ουδείς δικαιούται να ανατρέψει αυτήν την εκλογή που προέκυψε στην προ διετίας εκλογική αναμέτρηση. Η όποια ιδέα για τροποποίηση του Συντάγματος, και μάλιστα κατά το δίκαιο της ανάγκης, θα πρέπει να αποκλειστεί ως αχρείαστη και μη προσφερόμενη με διαμορφωμένη και διατυπωθείσα ήδη μέσω εκλογών λαϊκή θέληση. Ας ζητηθεί με το κατάλληλο δικονομικό διάβημα το επανάνοιγμα της δικαστικής υπόθεσης για να εξεταστεί το εάν υπήρχε έννομο συμφέρον για καταχώρηση εκλογικής αίτησης.

Το Κράτος Δικαίου επιβεβαιώνεται όταν το ίδιο επιτυγχάνει να εξαφανίζει λάθη», τόνισε. Ως πολιτικό ζήτημα έχει η Βουλή το καθήκον να εξεύρει λύση που να εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, την αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών και κύρια τη λαϊκή κυριαρχία που ψήφισε ήδη ότι η μια έδρα της Λεμεσού ανήκει στην Αλληλεγγύη. Αφορά, λοιπόν, τα του οίκου της Βουλής, η οποία πρέπει να επιλύσει το θέμα κατά τις δημοκρατικές αρχές, υπέδειξε.

Όπως εξήγησε ο κ. Αγγελίδης, οι δύο διαδικασίες στο Εκλογοδικείο προσομοιάζουν με τα κριθέντα σε μιαν άλλη απόφαση, από απόψεως χρόνου καταχώρησης αλλά και από απόψεως νομιμοποίησης των αιτητών. Το ερώτημα, ανέφερε, έπρεπε να ήταν τέτοιο, ώστε να υπήρχε δικαστική κρίση για το εάν ήταν επιτρεπτή κατά τον νόμο αυτή η εκλογική αίτηση. Δεν ετίθετο θέμα ελέγχου της εκλογής που ο λαός αποφάσισε, υπογράμμισε.

Η αίτηση του Σπύρου

Η υπόθεση στην οποία αναφέρεται ο κ. Αγγελίδης χρονολογείται από το 1996 και, όπως επεσήμανε, κατέδειξε ότι, κατά το εκλογικό μας σύστημα, η επιθυμία, βούληση και η επιλογή του εκλογικού σώματος διατυπώνεται την ημέρα διεξαγωγής των εκλογών και δεσμεύει για ολόκληρη την προβλεπόμενη θητεία.

«Προφανώς κάθε άλλη εξουσία (Εκτελεστική, Νομοθετική και Δικαστική) και κάθε άλλο όργανο ή Αρχή στη Δημοκρατία, οφείλει σεβασμό στη λαϊκή αυτή επιλογή και στο ασκηθέν ατομικό δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι. Η όποια διαφορά ή αμφισβήτηση της εκλογής και του αποτελέσματος μπορεί να εγερθεί, ως ο Νόμος ορίζει, αμέσως και εμπρόθεσμα μετά τις εκλογές», τόνισε.

Στις βουλευτικές εκλογές του 1996, όπως εξήγησε, το ΔΗΚΟ εξασφάλισε μεταξύ άλλων μια έδρα στην εκλογική περιφέρεια Κερύνειας. Η αναδειχθείσα βουλευτής σε μεταγενέστερο χρόνο διαφώνησε, παραιτήθηκε από το ΔΗΚΟ και προσχώρησε στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του Δημοκρατικού Συναγερμού. Η ενέργεια αυτή προφανώς αλλοίωσε τη δύναμη των ποσοστών που ο κυρίαρχος λαός προσέδωσε διά της ψήφου του, για την εκπροσώπηση του εκλογικού σώματος στα διάφορα κόμματα της Βουλής. Ανατράπηκε, δηλαδή, έμμεσα το σύστημα εκλογής που καθόρισε την κατανομή των εδρών της Βουλής κατά την αναλογία των ποσοστών που κάθε κόμμα εξασφάλισε κατά την επιθυμία των εκλογέων. Υπήρξε τότε κατ’ εντολήν του αείμνηστου Σπύρου Κυπριανού, εκλογική αίτηση που περιέλαβε δύο αιτήματα:

(α) Να κριθεί η αύξηση του αριθμού των εδρών του ΔΗΣΥ κατά μία έδρα ως αντισυνταγματική και παράνομη.

(β) Όπως η εν λόγω βουλευτής που εκλέγηκε με ψήφους του ΔΗΚΟ δεν μπορεί να παραμείνει βουλευτής άλλου κόμματος, ενώ η έδρα τής κατανεμήθηκε κατά τις ψήφους στο ΔΗΚΟ.

Η απόφαση του 1996

«Τα αιτήματα αυτά προφανώς δεν αφορούσαν σε εμπρόθεσμη προς τις γενικές εκλογές διαφορά, αφού προέκυψαν μεταγενέστερα της έναρξης της νέας βουλευτικής θητείας. Δεν αφορούσαν την εκλογή - επιθυμία των ψηφοφόρων, αλλά τη μεταβολή του αριθμού βουλευτών που η ψήφος ανέδειξε για κάθε κόμμα», σημείωσε περαιτέρω ο κ. Αγγελίδης. Με πλήρη σύνθεση 13 Δικαστών, το Ανώτατο Δικαστήριο, ως Εκλογοδικείο, αποφάσισε μεταξύ άλλων ότι:

«Ο καθορισμός του βάθρου της αίτησης αποκαλύπτει άμεσα πόσο αποξενωμένο είναι το αίτημα που υποβλήθηκε από το αντικείμενο εκλογικής αίτησης όπως διαγράφεται στο Σύνταγμα και προσδιορίζεται στον περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων, Νόμο». Προφανώς και κύρια η αναφερθείσα «αποξένωση» του αιτήματος σε σχέση με το Νόμο, αφορούσε και στον χρόνο που παρήλθε από τις εκλογές, σε σχέση και με το αντικείμενο της εκλογικής αίτησης.

Προχώρησε μάλιστα το Δικαστήριο και ανέφερε ότι: «Αντικείμενο της δικαιοδοσίας του Εκλογοδικείου είναι η θεώρηση της εγκυρότητας εκλογής και του αποτελέσματός της». Εξουσία που προφανώς είναι δυνατό να ασκηθεί εάν υπάρξει εμπρόθεσμη σε σχέση με τις εκλογές, υποβολή εκλογικής αίτησης μετ’ εννόμου συμφέροντος.

Καταλήγοντας, ο Ανδρέας Σ. Αγγελίδης εξήγησε: «Το Εκλογοδικείο τελικά έκρινε (νομίζω κατά τρόπο που αφορά και το ήδη προκύψαν ζήτημα με τη μια βουλευτική έδρα της Λεμεσού), ότι: «Το αντικείμενο της αίτησης που εξετάζουμε δεν είναι η υποβολή ένστασης σε εκλογή ή θεώρηση του αποτελέσματός της. Ουσιαστικό αντικείμενό της είναι η έκδοση οδηγιών ή απαγορευτικών διαταγμάτων αναφορικά με τη λειτουργία του κοινοβουλευτικού σώματος, αίτημα καταφανώς εκτός του πεδίου της δικαιοδοσίας του Εκλογοδικείου. Εκτός θέματος είναι και οι θεραπείες οι οποίες επιδιώκονται, πασιφανώς άγνωστες στον εκλογικό νόμο. Η αίτηση την οποία εξετάζουμε μόνο κατ’ όνομα συνιστά εκλογική αίτηση. Η αίτηση δεν εντάσσεται στο πεδίο της δικαιοδοσίας του Εκλογοδικείου. Κρίνεται ανυπόστατη και απορρίπτεται».