Σημερινή

Κυριακή, 23/09/2018
RSS

Άλλο εθνισμός-εθνικισμός και άλλο φασισμός

| Εκτύπωση | 15 Απρίλιος 2018, 18:01 | Της Ανδρούλας Γκιούρωφ

Η ΠΑΡΑΝΟΗΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΕΣΚΕΜΜΕΝΕΣ ΚΑΤΑΧΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ… ΠΑΡΑΝΟΗΣΗΣ ΜΙΑΣ ΕΝΝΟΙΑΣ

Ο ΚΑΛΩΣ ΕΝ­ΝΟΟΥΜΕΝΟΣ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ ΕΧΕΙ ΩΣ ΠΡΩΤΟ ΒΑΣΙΚΟ ΓΝΩΡΙΣΜΑ ΤΗ ΦΙΛΟΠΑΤΡΙΑ. ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΑΥΤΗ ΑΠΟΡΡΕΟΥΝ Η ΕΠΙΔΙΩΞΗ ΓΙΑ ΑΠΟΚΑΤΑ­ΣΤΑΣΗ ΕΘΝΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΝ, ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΓΙΑ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΑΥΤΟΤΕΛΕΙΑ ΚΑΙ Η ΑΡΝΗΣΗ ΚΑΘΕ ΜΟΡΦΗΣ ΥΠΟΤΕΛΕΙΑΣ

Προέκταση όμως και όχι άρνηση του εθνισμού είναι ο διεθνισμός. Ο διεθνισμός δεν αντιστρατεύεται τις εθνικές παραδόσεις. Το αν κάποιοι αποστρέφονται τη μορφή εκείνη του διεθνισμού πίσω από την οποία κρύβονται κυριαρχικές βλέψεις ισχυρών κρατών σε βάρος των ασθενε­στέρων, ορθά την αποστρέφονται. Είναι η υγιής αντίδραση να διαφυλαχθεί η εθνική συνείδηση


H λέξη εθνισμός, εθνικισμός στις μέρες μας τείνει να πάρει αρνητικές έννοιες. Πλείστες φορές, επιχειρείται να ταυτιστεί με τον σoβινισμό και ακόμα χειρότερα με τον φασισμό, τις φυλετικές διακρίσεις και τον ρατσισμό.

Το πρόβλημα των σχέσεων του ανθρώπου με τους γύρω του απασχόλησε από αρχαιοτάτων χρόνων και τη φιλόσοφη διανόηση και τον κοινό νου.

Πρώτος ο Αριστοτέλης διαπίστωσε ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του «ζώον πολιτικόν», δηλαδή κοινωνικό και γι' αυτό αποστρέφεται τον μονήρη βίο κι επιθυμεί την κοινή μ' άλλους ανθρώπους διαβίωση. Από αυτήν την έμφυτη ροπή για κοι­νωνία και την αντικειμενική ανάγκη για συνεργασία προέκυψε η ιδέα της εθνότητας, που εκφράζει ένα σύνολο ανθρώπων που συνδέονται μεταξύ τους με ισχυρούς δεσμούς, όπως γλώσσα, θρησκεία, ήθη, πολιτισμός και παραδόσεις.

Ο καλώς εν­νοούμενος εθνικισμός έχει ως πρώτο βασικό γνώρισμα τη φιλοπατρία. Από την αγάπη αυτή απορρέουν η επιδίωξη για αποκατά­σταση εθνικών δικαίων, οι αγώνες για ανεξαρτησία και εθνική αυτοτέλεια και η άρνηση κάθε μορφής υποτέλειας. Ο εθνικισμός εμφανίστηκε ως μια πολιτική ιδεολογία από τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό και διαδόθηκε ως επαναστατική ιδεολογία με τη Γαλλική Επανάσταση το 1789.

Αποτέλεσε την κινητήριο δύναμη για υπόδουλους λαούς και εθνότητες να απαλλαγούν από τους ξένους δυνάστες τους και να συγκροτήσουν τα δικά τους κράτη. Αυτή η εθνικιστική, πατριωτική και δημοκρατική ιδεολογία διαμόρφωσε συνειδήσεις και όπλισε υποταγμένους λαούς, οι οποίοι πέτυχαν την ελευθερία τους με αιματηρές εξεγέρσεις και επαναστάσεις.

Εντός και εκτός Κύπρου

Αφορμή για το παρόν άρθρο αποτέλεσε η πρόσφατη επανεκλογή, με συντριπτική πλειοψηφία, του Πρωθυπουργού της Ουγγαρίας Βίκτορ Όρμπαν. Μια συντριπτική νίκη που έστειλε ηχηρά μηνύματα στις Βρυξέλλες, προκαλώντας υστερία στους ηγέτες ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και αισθήματα οργής και απαρέσκειας, καθότι η χρηματοδοτούμενη προπαγάνδα του Ουγγρο-αμερικανού πολυεκατομμυριούχου Τζορτζ Σόρος κατέρρευσε και κατέληξε στα σκουπίδια ο πακτωλός εκατομμυρίων δολαρίων προς τις υποκινούμενες Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις του (N.G.O.).

Ο Όρμπαν είναι εκ των ηγετών χώρας μέλους της Ε.Ε. που αρνείται πεισματικά να αποδεχθεί τις ποσοστώσεις που επιβάλλει η Ε.Ε. για τους πρόσφυγες-μετανάστες. Είναι ο ίδιος που εξόργισε το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα, στέλνοντάς τους απ' εκεί που ήλθαν και κατάφερε να μη γονατίσει η χώρα του την περίοδο της οικονομικής κρίσης.

Είναι οι Ούγγροι εθνικιστές, θα διερωτηθεί ο κάθε σκεπτόμενος πολίτης που παρακολουθεί τις διεθνείς εξελίξεις και βρίσκεται, εν πολλοίς, σε σύγχυση, με όσα μεταδίδουν τα εκπορνευόμενα και υπόδουλα σε ισχυρά κέντρα εξουσίας Μ.Μ.Ε., που θέλουν τους λαούς να σκύβουν και να συμμορφώνονται προς τις υποδείξεις τους, τους αντιλαϊκούς σχεδιασμούς τους και στην επιβολή πολιτικών που κάθε άλλο παρά στοχεύουν στην ευημερία των λαών.

Όποιος γνωρίζει την ιστορία του ουγγρικού λαού, τη γλώσσα, τον πολιτισμό και τις παραδόσεις του θα απαντήσει: Ναι, είναι εθνικιστές, υπό την έννοια, όμως, του δημοκρατικού εθνισμού, της φιλοπατρίας και της αγάπης προς τη γενέθλια γη.

Ο γεωγραφικός χάρτης της σημερινής Ουγγαρίας δεν είναι ο ίδιος με αυτόν του 19ου και 20ού αιώνα. Η χώρα πολυτεμαχίστηκε με τη συμφωνία του Τριανόν, η οποία ήταν ο τραγικός επίλογος της πρώτης μετά τη Σοβιετική Ένωση εργατικής επανάστασης. Η Ουγγρική Σοβιετική Δημοκρατία της 21ης του Μάρτη του 1919 άντεξε μόνον 133 μέρες.

Οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, συσπειρωμένες γύρω από το Σύμφωνο Ειρήνης του Παρισιού, αντιλαμβάνονταν πολύ καλά τον κίνδυνο που παρουσίαζε το «Ουγγρικό ζήτημα». Η πιθανότητα ένοπλης επέμβασης αυξανόταν. Η υπαρκτή, όμως, εξασθένιση του ιμπεριαλισμού εκείνη τη στιγμή (μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο) φαίνεται από την αδυναμία του να επέμβει άμεσα ενάντια στην Ουγγρική Επανάσταση.

Αντί για τη Βρετανία, τη Γαλλία και τις ΗΠΑ, οι ιμπεριαλιστές στηρίχθηκαν στην τσεχική, τη ρουμανική και τη σερβική άρχουσα τάξη, προκειμένου να κάνουν τη βρόμικη δουλειά γι’ αυτούς. Στις 16 Απρίλη, οι Ρουμάνοι εξαπέλυσαν την επίθεσή τους, που φανέρωσε αμέσως την αδυναμία και την ανετοιμότητα της Ουγγρικής Σοβιετικής Δημοκρατίας. Ο «Κόκκινος Στρατός», αποτελούμενος από στρατιώτες κι αξιωματικούς του παλιού καθεστώτος, κατέρρευσε μπροστά στην επίθεση κι ένας αριθμός μονάδων προσχώρησαν στους αντιπάλους.

Ο ρουμανικός στρατός διείσδυσε βαθιά στο ουγγρικό έδαφος χωρίς να συναντήσει σοβαρή αντίσταση. Οι Σέρβοι, παρακινούμενοι από τους Συμμάχους, εισέβαλαν στη νότια Ουγγαρία, ενώ η «δημοκρατική» τσεχική άρχουσα τάξη επιτέθηκε από τα δυτικά, με στρατεύματα που διοικούνταν από Γάλλους και Ιταλούς αξιωματικούς.

Οι «Τάιμς» τον Μάρτη του 1919, απηχώντας τους σκοπούς των ιμπεριαλιστών, απαιτούσαν την παράδοση της Ουγγαρίας, τον αφοπλισμό του Κόκκινου Στρατού, την παραίτηση της Κυβέρνησης και την κατάληψη της χώρας από τα συμμαχικά στρατεύματα. Η επανάσταση κατέρρευσε και ακολούθησε μια ταπεινωτική συνθηκολόγηση.

Η Συνθήκη του Τριανόν

Με τη συνθήκη του Τριανόν, η οποία υπογράφτηκε το 1920 στο Παλάτι «Μεγάλο Τριανόν» (Palais Grand Trianon) στο άλσος των Βερσαλιών, η Ουγγαρία έχανε τα 3/4 του εδάφους της και το 65% του πληθυσμού της. Συγκεκριμένα, έχασε: * Την Κροατία και τη Σλοβενία, που προσαρτήθηκαν στο νέο βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων. * Τη Σλοβακία και τη Ρουθηνία, που παραχωρήθηκε στην Τσεχία. * Την Τρανσυλβανία και το Βάνατο του Τέμεσβαρ, αν και το Βάνατο διεκδικούσε και η Σερβία.

Γενικά, το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών της παραχωρήθηκαν στη Ρουμανία, στη Σερβία (που μετονομάσθηκε αργότερα σε Γιουγκοσλαβία) και στην Τσεχία (αργότερα Τσεχοσλοβακία). Με αυτήν τη συνθήκη η Ουγγαρία αποκλείσθηκε πλέον της θαλάσσιας εξόδου, καθώς και από τα πλούσια σε μεταλλεύματα και ξυλεία όρη της, διατηρώντας μόνο τις εύφορες πεδιάδες. Με την υπογραφή της συνθήκης αυτής η Ουγγαρία χαρακτηρίστηκε ως «η μεγάλη ανάπηρος της Ευρώπης», λόγω της ευρείας έκτασης των χερσαίων ακρωτηριασμών που υπέστη.

Κάνοντας αυτήν την ιστορική παρένθεση, είναι για να καταδείξουμε πως οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, διαχρονικά μέχρι και σήμερα, όχι μόνο δεν αφήνουν τους λαούς να αποφασίζουν για το μέλλον τους, αλλά επεμβαίνουν βίαια, προκειμένου να επιβάλλουν τα δικά τους οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα. Δεν ορρωδούν μπροστά σε τίποτα, προκειμένου να αλλάζουν τα γεωγραφικά σύνορα χωρών και με τη μέθοδο του πολυτεμαχισμού να δημιουργούν νέα «κράτη».

Ο Β. Όρμπαν είναι δεξιός πολιτικός με εθνικιστική ρητορική, όχι όμως σοβινιστής με αλυτρωτικές βλέψεις και διεκδικήσεις, όπως το άλλο ουγγρικό κόμμα Jobbik, το οποίο ηττήθηκε στις πρόσφατες εκλογές, όπως και τα αριστερά κόμματα. Προστατεύει τη χώρα του από μια νέα δημογραφική αλλοίωση. Αν λάβουμε υπ’ όψιν πως πάνω από τέσσερα εκατομμύρια Ούγγροι ζουν εκτός των συνόρων της σημερινής Ουγγαρίας και μιλούν καλύτερα τη γλώσσα απ’ ό,τι οι εντός των συνόρων, αντιλαμβανόμαστε την έκταση των εγκλημάτων που διέπραξε ο ιμπεριαλισμός και οι μεγάλες δυνάμεις σε βάρος λαών της Ευρώπης.

Όταν στην ουγγρική μειονότητα της Ουκρανίας απαγορεύεται η εκμάθηση της μητρικής γλώσσας. Όταν παραβιάζονται κατάφωρα τα δικαιώματά τους στη Ρουμανία και συγκεκριμένα στην Τρανσυλβανία, όπου ζουν πάνω από 1,7 εκ. Ούγγροι, και η Ε.Ε. δεν ευαισθητοποιείται, παρά μόνο περιορίζεται να απειλεί με κυρώσεις τη χώρα, τότε είναι εξοργιστική η μέγιστη υποκρισία τους περί σεβασμού των αρχών δικαίου. Και δεν είναι τυχαία η άνοδος ακροδεξιών κομμάτων στην Ευρώπη με σοβινιστικές και φασιστικές τάσεις.

Είναι οι Έλληνες Κύπριοι εθνικιστές;

Στην Κύπρο επαναλαμβάνεται συνεχώς η επωδός πως η πλειοψηφία των Ελλήνων Κυπρίων είναι εθνικιστές, γι’ αυτό και δεν θέλουν λύση στη βάση μιας παραμορφωτικής ομοσπονδίας που διαχωρίζει τον κυπριακό λαό γεωγραφικά, θρησκευτικά και φυλετικά. Μιας λύσης που εμπεριέχει «εκσυγχρονισμένα» στοιχεία του απαρτχάιντ, με διαχωριστικές διατάξεις τόσο εύθραυστες, που περικλείουν κινδύνους να καταρρεύσουν εις τα εξ ων συνετέθησαν.

Δεν είναι λίγες οι φορές που γνωστοί πολιτικοί, οι οποίοι διατείνονται πως εμφορούνται από διεθνιστικά αισθήματα και κόπτονται για τις αρχές του διεθνισμού, κατηγορούν άλλους πολιτικούς ως εθνικιστές, επειδή έχουν διαφορετικές απόψεις από τις δικές τους σε σχέση με την πολιτική για λύση του Κυπριακού. Οξύμωρο και παρανοϊκό, για παράδειγμα, είναι να χαρακτηρίζεται η ευρωβουλευτής και πρόεδρος της Αλληλεγγύης, Ελένη Θεοχάρους, ως εθνικίστρια, υπό την αρνητική έννοια του όρου. Αυτό, όμως, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις πράξεις και ενέργειές της ως ιατρού, η οποία δεν περιορίστηκε στα σύνορα της πατρίδας της.

Πλείστες τόσες φορές βρέθηκε σε επικίνδυνες αποστολές στη γραμμή του πυρός και με κίνδυνο της ζωής της έσωσε με το νυστέρι και το στηθοσκόπιό της εκατοντάδες αλλόθρησκους, παιδιά και ενήλικες σε χώρες όπου πόλεμοι, λιμοί, επιδημίες και σεισμοί ισοπέδωναν τις περιοχές τους. Δεν είναι τυχαίο που στο Ναγκόρνο Καραμπάχ της Αρμενίας δόθηκε, τιμής ένεκεν, σε μια λεωφόρο το όνομά της.

Οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, οι οποίες επιδιώκουν να επιβάλλουν λύσεις σε χώρες και κράτη όπου υπάρχουν διενέξεις και συγκρούσεις τις οποίες οι ίδιες δημιούργησαν, στοχοποιούν ομάδες πληθυσμών με την αρνητική έννοια του εθνικισμού.

Προέκταση όμως και όχι άρνηση του εθνισμού είναι ο διεθνισμός. Ο διεθνισμός δεν αντιστρατεύεται τις εθνικές παραδόσεις. Το αν κάποιοι αποστρέφονται τη μορφή εκείνη του διεθνισμού πίσω από την οποία κρύβονται κυριαρχικές βλέψεις ισχυρών κρατών σε βάρος των ασθενε­στέρων, ορθά την αποστρέφονται. Είναι η υγιής αντίδραση να διαφυλαχθεί η εθνική συνείδηση. Γιατί, η άρνηση της εθνικής συνείδησης, είναι άρνηση της ψυχής και της αγάπης προς την πατρώα γη. Οι Κύπριοι, με εξαίρεση μια δράκα θερμοκέφαλων, δεν είναι σοβινιστές. Δεν έχουν αλυτρωτικές βλέψεις, δεν επιδιώκουν να βλάψουν άλλους λαούς. Την πατρίδα τους θέλουν να προστατεύσουν και τη γενέθλια γη, η οποία βρίσκεται υπό την κατοχή του τουρκικού στρατού εδώ και 44 χρόνια.