Σημερινή

Παρασκευή, 19/10/2018
RSS

Ίδιο σκηνικό, ίδιο έργο

| Εκτύπωση | 07 Ιανουάριος 2018, 18:00 | Του Μιχάλη Παπαδόπουλου

ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΕΧΟΥΝ ΑΛΛΑΞΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΟΥ 2013

ΕΤΣΙ, ΣΧΕΔΟΝ ΑΠΟΚΟΜΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΑΝΙΚΑΝΟΣ ΝΑ ΕΜΠΝΕΥΣΕΙ, ΝΑ ΠΕΙΣΕΙ Ή ΝΑ ΠΗΔΑΛΙΟΥΧΗΣΕΙ, Ο ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΟΜΟΙΑΖΕΙ ΝΑ ΑΝΑΛΙΣΚΕΤΑΙ ΣΕ ΜΙΑ ΝΑΡΚΙΣΣΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΔΕΙΞΗ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΤΟΥ, ΕΞΑΝΤΛΟΥΜΕΝΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΗ ΕΚΝΕΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΣΥΜΠΤΩΤΩΝ ΜΟΝΟΛΟΓΩΝ, ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΗΜΕΝΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΑ, ΠΟΥ ΕΚΠΝΕΟΥΝ ΣΕ ΜΙΑ ΕΞ ΑΠΟΣΤΑΣΕΩΣ ΑΠΟΔΟΜΗΣΗ ΑΛΛΗΛΩΝ, ΧΩΡΙΣ, ΣΤΗΝ ΟΥΣΙΑ, ΝΑ ΔΡΟΥΝ ΕΠΙΤΕΛΕΣΤΙΚΑ, ΩΣ ΦΟΡΕΙΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ, ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗΣ «ΚΟΙΝΗΣ ΓΝΩΜΗΣ»

Το προεκλογικό θέαμα προσαρμόζεται, λοιπόν, στη γενικευμένη απάθεια, ενίοτε και δυσφορία, η οποία, με τη σειρά της, ως επίκτητη συμπεριφορά, προσνηώνεται στο διάτρητο κατάστρωμα μίας εν πλω αγοραίας ζήτησης, στον ωκεανό του πληκτικά επαναλαμβανόμενου και τετριμμένου

Σ’ αυτό το διάκενο των αδιαφοριών δραματικότερη εμφανίζεται η αποστασιοποίηση των νέων, η εγγεγραμμένη εκλογική παρουσία των οποίων μειώνεται, ανά πενταετία, με ολοένα αυξανόμενους ρυθμούς.

Απομάκρυνση, η οποία συμβάλλει, κατά το μάλλον ή ήττον, στη διαμόρφωση ενός δυσπραγούς σκηνικού πολιτικής γήρανσης, στο οποίο η έλλειψη πραγματικής πολιτικής φαντασίας αποτελεί την κυρίαρχη δεσπόζουσα, πέραν και πάνω από τις νευρωσικές φαντασιώσεις πολιτικής κυριαρχίας των μόνιμων ενοίκων του πολιτικού συστήματος

Σε μια κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα όπου οι εκλογές αν άλλαζαν κάτι θα απαγορεύονταν διά νόμου, σύμφωνα με την περίφημη ρήση της Έμα Γκόλντμαν, τι πραγματικά έχει αλλάξει σ’ αυτή την εκλογική αναμέτρηση;

Μια μόλις καταγραφική ματιά σε πρόσωπα και πράγματα δεικνύει πως ακόμα και οι «πρωταγωνιστές» τής, άλλη μια φορά, «εθνοσωτήριας» εκλογικής διαδικασίας, παραμένουν οι ίδιοι -, αποθαρρυντικά, θα έλεγε κανείς, ίδιοι -, αφού οι τρεις από τους πέντε βασικούς υποψηφίους των εκλογών, αποτέλεσαν τους τρεις κύριους διεκδικητές της Προεδρίας και στις εκλογές του 2013. Δεν έχει γίνει, δηλαδή, βήμα, έκτοτε, ούτε καν σε επίπεδο προσώπων, πόσο μάλλον σε επίπεδο «ιδεών», «προτάσεων», κ.λπ.

Ούτε, προφανώς, οι υποψηφιότητες των κ. Παπαδόπουλου και Χρίστου μπορούν να επαγγέλλονται το «καινούργιο» ή το «διαφορετικό», αφού αποτελούν συνεκδοχές του ίδιου πολιτικού συστήματος, των προσίδιων πρακτικών του, των δομήσεων, της κεντρικής φαντασιακής του θέσμισης.

Σ’ αυτό το ανεμπνεύστως παραλλαγμένο σκηνικό, δεν προκαλεί ουδεμία έκπληξη η πρωτοφανής αποστασιοποίηση της συντριπτικής πλειοψηφίας των πολιτών, από μια εκλογική αναμέτρηση η οποία διαζωγραφίζεται, απ’ όλους τους πρωταγωνιστές - υποψηφίους, εκλογικά επιτελεία, κόμματα κ.λπ. - ως η καθοριστικότερη (άλλη μια φορά, επίσης) για το μέλλον του τόπου. Οξύμωρη, αλήθεια, διάζευξη, αφού η παρατηρούμενη «απάθεια» και «αδιαφορία» εκκενώνει νοηματικά την προβαλλόμενη ως «κρισιμότερη εκλογική αναμέτρηση στην ιστορία της ΚΔ από το 1974 και εντεύθεν».

Σε βαθμό που η όλη προεκλογική διαδικασία να περιορίζεται στην εμπλοκή μιας μικρής «στρατευμένης» μειοψηφίας, η οποία είτε «επανδρώνει» τους επιτελικούς σχηματισμούς είτε «ακολουθεί» τον βηματισμό των υποψηφίων στην πορεία προς την κάλπη.

Έτσι, δεν είναι λίγο ανησυχαστικό να ειπωθεί, πως η Ιστορία (και η ιστορία μας, σύμφωνα με την κυρίαρχη επαγγελία όλων των υποψηφίων) διακυβεύεται μέσα στην πλήρη, σχεδόν, αδιαφορία, η οποία προβάλλει περίπου άτρωτη στις εναγώνιες Σειρήνες για «συμμετοχή», «σύμπραξη», «συναπόφαση» (χωρίς να διευκρινίζεται πώς, πού, γιατί και με ποιον).

Αποστασιοποίηση των νέων

Σ’ αυτό το διάκενο των αδιαφοριών δραματικότερη εμφανίζεται η αποστασιοποίηση των νέων, η εγγεγραμμένη εκλογική παρουσία των οποίων μειώνεται, ανά πενταετία, με ολοένα αυξανόμενους ρυθμούς.

Απομάκρυνση, η οποία συμβάλλει, κατά το μάλλον ή ήττον, στη διαμόρφωση ενός δυσπραγούς σκηνικού πολιτικής γήρανσης, στο οποίο η έλλειψη πραγματικής πολιτικής φαντασίας αποτελεί την κυρίαρχη δεσπόζουσα, πέραν και πάνω από τις νευρωσικές φαντασιώσεις πολιτικής κυριαρχίας των μόνιμων ενοίκων του πολιτικού συστήματος.

Και η οποία, ελλείψει… ζήλου πολιτικής ανανέωσης, έστω και επιτηδευμένου, επικαθορίζει εν πολλοίς και τα προϊόντα που ρίχνονται στην πολιτική μάχη: Καθώς οι νέοι αποστρέφονται ολοένα και περισσότερο τις πολιτικές των κομμάτων και την «επίσημη» Πολιτική, τόσο περισσότερο ζοφώδης καθίσταται η προοπτική να εμφανιστεί το ρηξικέλευθα καινούργιο, ακόμα και η καλή τύχη να το διανοηθούμε ή να το συλλάβουμε. Μοιάζει, με άλλα λόγια, η πολιτική να έχει πάει στη… σύνταξη, μετατρεπόμενη στη νωχελική «ψυχαγωγία» ενός κορεσμένου σε… χρόνο, ενδιαφέρον και πάθη πληθυσμού, που φαίνεται να… συνταξιοδοτεί, συνταξιοδοτούμενο το ίδιο, και την ιστορία.

Το προεκλογικό θέαμα προσαρμόζεται, λοιπόν, στη γενικευμένη απάθεια, ενίοτε και δυσφορία, η οποία, με τη σειρά της, ως επίκτητη συμπεριφορά, προσνηώνεται στο διάτρητο κατάστρωμα μίας εν πλω αγοραίας ζήτησης, στον ωκεανό του πληκτικά επαναλαμβανόμενου και τετριμμένου.

Παράλληλοι μονόλογοι

Αν κάτι, ωστόσο, δίνει τον τόνο σ’ αυτή την ασθμαίνουσα παράσταση των φθαρμένων «πασίγνωστων ρόλων» είναι, ακριβώς, η… έλλειψη τόνου, «ο υποτονισμός των εντάσεων σε μια εκπομπή απελπιστικής μετριότητας, με κυρίαρχο μορφασμό την αποδυνάμωση του προγραμματικού λόγου, που τείνει να ενοφθαλμιστεί, αποσυρόμενος, στη ‘διαφάνεια’ των επιφαινομένων».

Έτσι, σχεδόν αποκομμένος από την πραγματικότητα, ανίκανος να εμπνεύσει, να πείσει ή να πηδαλιουχήσει, ο προεκλογικός λόγος ομοιάζει να αναλίσκεται σε μια ναρκισσιστική επίδειξη του εαυτού του, εξαντλούμενος στην παρατακτική διευθέτηση εκνευριστικά ασύμπτωτων μονολόγων, ελάχιστα διαφοροποιημένων προγραμματικά, που εκπνέουν σε μία εξ αποστάσεως αποδόμηση αλλήλων, χωρίς, στην ουσία, να δρουν επιτελεστικά, ως φορείς κριτικής, στο σώμα της λεγόμενης «κοινής γνώμης».

Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, πως οι πλέον επιδραστικές λεκτικές επιτελέσεις στην εξέλιξη του προεκλογικού αγώνα δεν ήταν απόρροια κάποιας διαλογικής αντιπαράθεσης στα πάνελ, αλλά… λανθάνουσες εκτροπές βασανιστικά ανακυκλούμενων μονολόγων (ίδε η πρόσφατη αναφορά του ΠτΔ για την ΑΟΖ, αλλά και άλλων), που εκτροχιάστηκαν, νοηματικώς, από τη συνήθη εκφορά τους.

Έωλη αξίωση

Στο πλαίσιο αυτό, η έκκληση προς τους πολίτες να προσέλθουν στις κάλπες φαντάζει ως μια έωλη αξίωση, εκ μέρους του πολιτικού συστήματος, για επανασυγκόλληση του κλυδωνιζόμενου πολιτικού δεσμού, προς την κατεύθυνση διατήρησης του ακολουθούμενου προσανατολισμού του.

Το διαφαινόμενο ποσοστό της αποχής, ωστόσο, καθώς και το εξίσου αρκετά υψηλό ποσοστό των αναποφάσιστων, δηλούν ότι και το πολυμεταχειρισμένο, ύστατο επιχείρημα τού «μη χείρονος», καθίσταται, και αυτό, εξόχως προβληματικό, αφού μεγάλος αριθμός ψηφοφόρων εμφανίζονται εξαιρετικά επιφυλακτικοί, απρόθυμοι ή και αδύναμοι να προβούν στη «λιγότερο κακή επιλογή». Και αν, τελικώς, στο εχέφρον ζύγιασμα των ψηφοφόρων, το μέτρο της επιλογής έχει μεταπέσει, από την υποφερτώς ισορροπούσα συγκριτική βαθμίδα, στην εξαιρετικά δυσοίωνη επίγνωση ότι, οι προσφερόμενες επιλογές, δεν είναι τίποτε άλλο από «ισότιμες εκδοχές του χειρίστου», ποιο νόημα θα είχε, τότε, η προσφυγή στην κάλπη;

Ίδιο έργο

Πίσω, ωστόσο, από τις φωτοβόλες εξαγγελίες ενός ανθηρού μέλλοντος, το σκηνικό παραμένει παγερά, και θλιβερά, αναλλοίωτο: Τα ίδια πρόσωπα, υποστυλωμένα από τους ίδιους κομματικούς μηχανισμούς, ορθωμένα στο βάθρο της ίδιας πολιτικής ασυνέπειας - ή συνέπειας, ως προς την υπεσχημένη, αλλά πάντοτε… αναβαλλόμενη αναμόρφωση του παρόντος -, να επαναλαμβάνουν, κουραστικά, το ίδιο κακόγουστο έργο, σε μια σκηνή που την καλύπτει, ολοένα και πιο πυκνά, η σκιά της αδιαφορίας.

Η παραδοσιακή δεξιά, με την, ολοένα και πιο παράδοξη αλλά και εύθραυστη, συναίρεση των δύο διασπασμένων, πλέον, συνιστωσών της - την κοσμοπολίτικη ευρωκεντρική ιδεολογία και τον εθνοκεντρικό, παλαιού τύπου, μεγαλοϊδεατισμό - δεν θα μπορούσε να βρει πιο προφανή αντιστοίχιση παρά στην υποψηφιότητα του νυν «απερχόμενου» και «επανερχόμενου», κατά τον ίδιο, Προέδρου της Δημοκρατίας.

Που έδειξε πως γνωρίζει, καλύτερα από τον καθένα, να ενεργοποιεί, αλλά και να ελέγχει, παρά τις όποιες… απρόβλεπτες εκτροπές, το εκκρεμές αυτής της σχεδόν... παλινωδούσας «αμφισημίας», ισορροπώντας την πολιτική πρακτική και τον πολιτικό του λόγο στον πολτό μιας προβληματικής ιδεολογικοπολιτικής σύμφυρσης.

Η παραδοσιακή αριστερά, η οποία στην… πρώτη της φορά στην εξουσία έδειξε πως όχι μόνο δεν μπορεί να διανοίξει μία δίοδο αμφισβήτησης του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, αλλά κατόρθωσε, επιπλέον, να εξωθήσει την κοινωνία στο βάραθρο των δομικών του κρίσεων, δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει ούτε ένα βήμα από το σημείο όπου βρισκόταν πριν από πέντε χρόνια, επιλέγοντας, μετά τη… λυγμώδη τραγικοκωμωδία της αρχικής της επιλογής, εκ νέου, τον ίδιο υποψήφιο, που εμφανίζεται σχεδόν επιφορτισμένος το ίδιο, διττό καθήκον: να εφαρμόσει στο τραυματισμένο σώμα της κομματικής συνοχής, την πολυπόθητη συσπείρωση, χωρίς να απολέσει τα προσχήματα μιας αδέσμευτης, πολυκεντρικής, ανεξάρτητης υποψηφιότητας, ικανής να πείσει ότι δεν είναι κομματικά «στιγματισμένη».

Το δε Κέντρο, που είχε την ιστορική ευκαιρία να υπερβεί παραγωγικά τους χρόνια επιπολάζοντες διχασμούς του, μέσα από μια ολοκληρωμένη πρόταση εξουσίας, επί τη βάσει ενός κοινού υπερκομματικού υποψηφίου, επέλεξε να πορευθεί, για ακόμη μια φορά, διχασμένο και με σημαντική μερίδα των ψηφοφόρων του να αναπροσανατολίζεται προς άλλες πολιτικές κατευθύνσεις.

Τελευταίο στην προεκλογική σκακιέρα το Εθνικό Λαϊκό Μέτωπο, που, παρά τα εντόνως προβαλλόμενα αντι-συστημικά του πρόσημα, αποτελεί ήδη εύτακτα στοιχηθέν μέρος της μεγάλης κοινοβουλευτικής συναίνεσης, και προσδοκά να αρυσθεί την ολοένα ογκούμενη δυσαρέσκεια του εκλογικού σώματος.

Ίσως, το διαμορφωθέν σκηνικό να μην περιγράφουν καλύτερα τα λόγια του Ζακ Ρανσιέρ, ο οποίος, με αφορμή τις πρόσφατες προεδρικές εκλογές στη Γαλλία, αναφέρθηκε στα προβλήματα και τα αδιέξοδα της σύγχρονης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας - που ούτε… τόσο δημοκρατική ούτε και τόσο αντιπροσωπευτική είναι: «Το αντιπροσωπευτικό σύστημα έγινε σταδιακά μία υπόθεση για επαγγελματίες, οι οποίοι αναπαράγουν τους εαυτούς τους. Με αυτόν τον τρόπο, όμως, το σύστημα δημιούργησε την ίδια του την αντιστροφή, τη φανταστική δηλαδή ιδέα ενός λαού που δεν αντιπροσωπεύεται από αυτούς τους επαγγελματίες και φιλοδοξεί να βρει άλλους νέους που θα τον αντιπροσωπεύουν πραγματικά. Αυτό είναι το θεατρικό παιγνίδι -του οποίου συνεχώς μειώνεται η ποιότητα- και το οποίο αναπαράγουν όλες οι εκλογές σήμερα»...