Σημερινή

Παρασκευή, 20/10/2017
RSS

Αρχαιότητες: Σε μια κοιλότητα συνταγματικού αναχρονισμού

| Εκτύπωση | 08 Οκτώβριος 2017, 18:01 | Του Μιχάλη Παπαδόπουλου

Η ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΔΥΣΧΕΡΑΙΝΕΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ, ΔΙΑΜΗΝΥΕΙ Η ΥΠΗΡΕΣΙΑ

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΕΣ ΣΤΗ ΓΕΡΟΣΚΗΠΟΥ ΦΕΡΝΕΙ ΣΤΗΝ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ ΣΕΙΡΑ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ, ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ, ΣΥΝ ΤΟΙΣ ΑΛΛΟΙΣ, ΔΥΣΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΥΣ ΣΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ, ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ, ΤΩΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΩΝ ΤΟΥ, ΕΝΩ ΠΕΡΙΑΓΟΥΝ ΣΤΗ ΔΙΝΗ ΔΥΣΕΛΕΓΚΤΩΝ ΑΜΦΙΣΗΜΙΩΝ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΘΕΣΜΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΟΥ ΕΜΦΑΝΙΖΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ, ΚΑΤΑ ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ, ΝΟΜΟΤΥΠΕΣ

Σύμφωνα με τη Διευθύντρια του Τμήματος Αρχαιοτήτων, Μαρίνα Σολομίδου-Ιερωνυμίδου, υπήρξε άλλη μία περίπτωση αποχαρακτηρισμού στο παρελθόν, πάλι σε σχέση με τεμάχιο ιδιοκτησίας της Ιεράς Αρχιεπισκοπής


Ένας χαρακτηρισμός κι ένας αποχαρακτηρισμός αρχαιολογικού χώρου ήταν αρκετά για να προκαλέσουν θύελλα πολιτικών αντιπαραθέσεων, να μοχλεύσουν το σχεδόν… επιμολυσμένο πεδίο των σχέσεων του Προκαθημένου της Εκκλησίας της Κύπρου και του Τμήματος Αρχαιοτήτων και να εγείρουν έντονους προβληματισμούς στην κοινή γνώμη όσον αφορά τον χαρακτήρα και την «αποβλεπτικότητα» θεσμικών πρακτικών που εμπλέκουν σχέσεις και φορείς εξουσίας.

Η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου να αποχαρακτηρίσει, έπειτα από γνωμάτευση της Γενικής Εισαγγελίας, τεμάχιο, ανήκον στην περιουσία της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, που είχε κηρυχθεί σε Αρχαίο Μνημείο Β΄ Πίνακα από το Τμήμα Αρχαιοτήτων, φέρνει στην επιφάνεια σειρά ζητημάτων, που αφορούν, συν τοις άλλοις, δυσλειτουργίες και περιορισμούς στην άσκηση, εκ μέρους του Τμήματος Αρχαιοτήτων, των αρμοδιοτήτων του, ενώ περιάγουν στη δίνη δυσέλεγκτων αμφισημιών ακόμα και θεσμικές αποφάσεις και πρακτικές που εμφανίζονται και είναι, κατά το γράμμα του Νόμου, νομότυπες.

Ιδίως, όταν αυτές συνεκτείνονται στις πολιτικές προεκτάσεις καθαρά τεχνοκρατικών ή γραφειοκρατικών διαδικασιών και αποφάσεων, καθιστάμενες βορά ευλογοφανών ή όχι διαπορήσεων της κοινής γνώμης.

Σε ανακοίνωση που εξέδωσε το Τμήμα Αρχαιοτήτων, προκειμένου να βάλει σε τάξη το θέμα, διευκρινίζει ότι το εν λόγω τεμάχιο κηρύχθηκε σε Αρχαίο Μνημείο Β΄ Πίνακα, λόγω της ύπαρξης στην επιφάνεια του εδάφους του, συγκέντρωσης αρχαίας κεραμικής και άλλων ενδείξεων για την ύπαρξη αρχαιοτήτων. Κατά την κήρυξη, προστίθεται στην ανακοίνωση, δεν θεωρήθηκε αναγκαίο όπως ενημερωθεί ο ιδιοκτήτης του τεμαχίου, που είναι η Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου, εφόσον η κήρυξη σε Αρχαίο Μνημείο Β΄ Πίνακα, δεν εμποδίζει τον ιδιοκτήτη από το δικαίωμα να προχωρήσει σε ανάπτυξη του τεμαχίου.

Να υπομνηστεί ότι προηγήθηκε επιστολή του Μακαριότατου Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Β΄, ημερομηνίας 14 Μαρτίου 2017, διά της οποίας κατατέθηκε ένσταση με βάση το άρθρο 23(9) του Συντάγματος, το οποίο προνοεί ότι, για την κήρυξη της εκκλησιαστικής περιουσίας σε Αρχαίο Μνημείο, απαιτείται η γραπτή συναίνεση της Εκκλησίας. Ακολούθως, ζητήθηκε γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα επί του θέματος, ο οποίος με επιστολή του ημερομηνίας 28 Απριλίου 2017 ανέφερε ότι, για την κήρυξη του τεμαχίου σε Αρχαίο Μνημείο απαιτείτο η γραπτή συναίνεση της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου.

Έπειτα από αυτήν την εξέλιξη, προσθέτει η ανακοίνωση, «το Τμήμα Αρχαιοτήτων όφειλε να ζητήσει την ακύρωση της Διοικητικής Πράξης, σύμφωνα με την οποία το τεμάχιο κηρύχθηκε σε Αρχαίο Μνημείο Β΄ Πίνακα. Η ανάκληση έγινε με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου στις 8 Ιουνίου 2017».

Καταλήγοντας, το Τμήμα Αρχαιοτήτων ξεκαθαρίζει ότι, παρά την ανάκληση της κήρυξης του τεμαχίου σε Αρχαίο Μνημείο Β’ Πίνακα, οι αρχαιότητες που έχουν ανευρεθεί, θα προστατευθούν, σύμφωνα με τον περί Αρχαιοτήτων Νόμο.

Αυτό ήταν και το ουσιαστικό πνεύμα των δηλώσεων της Διευθύντριας του Τμήματος Αρχαιοτήτων, Μαρίνας Σολομίδου-Ιερωνυμίδου, στην εφημερίδα μας, η οποία διαβεβαίωσε ότι οι ανευρεθείσες αρχαιότητες θα προστατευθούν πλήρως, προσθέτοντας πως υπάρχει πολύ καλή συνεργασία με τους μελετητές του έργου στο συγκεκριμένο τεμάχιο.

«Από την πλευρά μας, θα τηρήσουμε χαμηλούς τόνους», επισήμανε, συμπληρώνοντας πως οι διαδικασίες προωθούνται σε πάρα πολύ καλό κλίμα μεταξύ των εμπλεκομένων.

Διευκρίνισε, δε, πως το Τμήμα, πάντοτε σε παρόμοιες περιπτώσεις, εργάζεται με την έγκριση και τη συνεργασία της Εκκλησίας.

Άλλη μια φορά στο παρελθόν

Ερωτηθείσα κατά πόσον υπάρχουν ή υπήρξαν και άλλες περιπτώσεις αποχαρακτηρισμού αρχαιολογικών χώρων, η κ. Ιερωνυμίδου ανέφερε ότι υπήρξε άλλη μία στο παρελθόν, πάλι σε σχέση με τεμάχιο ιδιοκτησίας της Ιεράς Αρχιεπισκοπής, αφού μόνο για τεμάχια που εμπίπτουν σε εκκλησιαστική γη υπάρχει δυνατότητα αποχαρακτηρισμού, με βάση το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Προφανώς, πρόκειται για μια κοιλότητα συνταγματικού αναχρονισμού μέσα στο σύγχρονο, θα έλεγε κανείς, που «δυσχεραίνει το έργο του Τμήματος Αρχαιοτήτων», σημειώνει η Διευθύντριά του, ξεκαθαρίζοντας, ωστόσο, ότι το Τμήμα επιτελεί και διεκπεραιώνει την αποστολή του με αποτελεσματικότητα και αρτιότητα μέσα στο πλαίσιο που καθορίζουν το Σύνταγμα και η Νομοθεσία.

Αυτή η τελευταία διάσταση εγείρει επιτακτικά, όπως επισημαίνουν νομικοί αλλά και πρώην λειτουργοί του Τμήματος Αρχαιοτήτων, το θέμα της ύπαρξης αναχρονιστικών επιβιώσεων στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, που, ευρισκόμενες σε πλήρη αναντιστοιχία προς το παρόν, παρακωλύουν την εύρυθμη λειτουργία θεσμικών διαδικασιών του Κράτους.

Η γνωμάτευση της Νομικής Υπηρεσίας

Εν τω μεταξύ, η γνωμάτευση της Νομικής Υπηρεσίας στην επείγουσα επιστολή του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Μεταφορών, ημερομηνίας 28 Απριλίου 2017, για το θέμα του αποχαρακτηρισμού των αρχαίων της Γεροσκήπου, όπως αποκάλυψαν οι «Τομές στα Γεγονότα» του Sigma, αφού προβαίνει σε παράθεση των προβλέψεων του άρθρου 23 του Συντάγματος, αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι:

«Για να είναι δυνατή η αποστέρηση ή περιορισμός ή δέσμευση περιουσίας που κατοχυρώνει το Σύνταγμα ως δικαιωματικά ανήκουσα στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου, αυτό μπορεί να γίνει με τη γραπτή συγκατάθεση της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου που έχει τον έλεγχο της περιουσίας αυτής. Είναι γνωστόν ότι το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας υπερέχει των νόμων της Δημοκρατίας».

Στη γνωμάτευση γίνεται, επίσης, αναφορά στις υποθέσεις του Ιερού Ναού Χρυσελεούσης Στροβόλου εναντίον Κυπριακής Δημοκρατίας και στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου, στην υπόθεση Ιεράς Μητρόπολης Πάφου - Αρίστο developers.

«Προκύπτει ξεκάθαρα ότι για την ενεργοποίηση του άρθρου 6 του περί Αρχαιοτήτων Νόμου κεφ.31 απαιτείται εκ του Συντάγματος γραπτή συναίνεση της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου. Επομένως, η γνωστοποίηση είναι αντισυνταγματική και θα πρέπει να ανακληθεί», σημειώνει η γνωμάτευση.

Επισημαίνεται, ακόμη, ότι το άρθρο 6, του περί Αρχαιοτήτων Νόμου κεφ.31, επί του οποίου βασίστηκε η γνωστοποίηση κήρυξης του τεμαχίου ως μνημείου, προβλέπει:

«Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται, με σύσταση του Διευθυντή, από καιρό σε καιρό με Διάταγμα στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας να ανακηρύσσει οποιοδήποτε αντικείμενο, κτήριο ή χώρο σε οποιαδήποτε γη τον οποίο αυτό θεωρεί ότι είναι δημοσίου συμφέροντος από απόψεως ιστορικού αρχιτεκτονικού, πατροπαράδοτου, καλλιτεχνικού ή αρχαιολογικού ενδιαφέροντος που είναι συνδεδεμένο με αυτό ότι αποτελεί αρχαίο μνημείο».

«Δεν υπάρχει λόγος απολογίας»

Κληθείς ο Υπουργός Μεταφορών, Μάριος Δημητριάδης, να τοποθετηθεί επί του θέματος, τόνισε ότι δεν νιώθει την ανάγκη να απολογηθεί σε κανέναν και για τίποτα.

«Ξεκάθαρα το συμπέρασμα της γνωμάτευσης είναι ότι η γνωστοποίηση είναι αντισυνταγματική και θα πρέπει να ανακληθεί. Τι θα έπρεπε να κάνουμε, να παραβιάσουμε το Σύνταγμα; Το λέω αυτό, επειδή έχω ακούσει δηλώσεις για ηθικές ακρότητες και άλλος είπε για συναλλαγές. Και έχω δει και μίαν αναφορά από τον κ. Μαλά, αν εκλεγεί Πρόεδρος, θα παραβιάζει το Σύνταγμα της ΚΔ;», διερωτήθηκε ο κ. Δημητριάδης, ο οποίος επισήμανε, παράλληλα, ότι το Υπουργικό Συμβούλιο πήρε την απόφαση, χωρίς να έχει γνώση ότι παραβιάζεται το Σύνταγμα.

Παρέμβαση έκαναν και οι ιδιοκτήτες Αρχαίας Αμαθούντας, οι οποίοι, διά του Προέδρου τους, Χρίστου Ονησιφόρου, διερωτήθηκαν: Μήπως «οι αποφάσεις θα είναι κατά το δοκούν; Γιατί το ΥΣ δεν αποχαρακτηρίζει και την Αρχαία Αμαθούντα, επειδή δεν θα γίνουν μεγάλες αναπτύξεις;».