Σημερινή

Τρίτη, 11/12/2018
RSS

Οι διαχρονικές ασκήσεις επί χάρτου

| Εκτύπωση | 13 Νοέμβριος 2016, 12:00 | Του Γιώργου Καυκαλιά

O χάρτης του Σχεδίου Ανάν 5.

ΤΟ ΕΔΑΦΙΚΟ ΟΠΩΣ ΑΠΟΤΥΠΩΝΟΤΑΝ ΜΕ ΧΑΡΤΕΣ ΑΠΟ ΤΟ 1977 ΜΕΧΡΙ ΤΟ 2016

Τεράστιο το ενδιαφέρον που προκαλεί η μέχρι τώρα πορεία στο κεφάλαιο του εδαφικού, μετά την τουρκική εισβολή μέχρι σήμερα, σε επίπεδο διαπραγμάτευσης


Πρώτη επαφή με χάρτες σε σχέση με το Κυπριακό είχαμε στον έκτο γύρο διαπραγμάτευσης μεταξύ 31 Μαρτίου και 7 Απριλίου 1977, με την ελληνοκυπριακή πλευρά να υποβάλλει χάρτη για το εδαφικό. Βάσει του χάρτη αυτού, το 19,7% του εδάφους θα παρέμενε υπό τ/κ διοίκηση και το 80,3% θα επιστρεφόταν υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση. Προέβλεπε ακόμα επιστροφή 120.000 Ελληνοκυπρίων προσφύγων στις υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση περιοχές, ενώ άλλες 50.000 Ελληνοκύπριοι πρόσφυγες θα είχαν το δικαίωμα εκλογής για διαβίωση υπό τουρκοκυπριακή ή ελληνοκυπριακή διοίκηση.

H τουρκοκυπριακή πλευρά δεν υπέβαλε προτάσεις για το εδαφικό τότε. Στο συγκεκριμένο σημείο του εδαφικού, η τουρκοκυπριακή πλευρά επανήλθε στις 13 Απριλίου 1978 με χάρτη, σύμφωνα με τον οποίο θα επιστρεφόταν μόλις το 1% του εδάφους. Η νεκρή ζώνη θα ήταν υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση και το υπόλοιπο απλώς θα γινόταν ευθυγράμμιση με τελικά ποσοστά 64.8% υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση και 35.2% υπό τουρκοκυπριακή διοίκηση. Τον συγκεκριμένο χάρτη, φυσικά, τον είχε απορρίψει η ελληνοκυπριακή πλευρά ως απαράδεκτο.

Οι χάρτες του 1981

Το 1981 υποβλήθηκαν δύο εναλλακτικοί χάρτες από τον τότε ειδικό αντιπρόσωπο των Ηνωμένων Εθνών Γκόμπι. Ο πρώτος προνοούσε 27,4% η τουρκική περιοχή και 72,6% η ελληνική. Ο δεύτερος χάρτης προέβλεπε 27,2% για τους Τούρκους και 72,8% για τους Έλληνες. Στις 5 Αυγούστου του 1981 η τουρκοκυπριακή πλευρά κατέθεσε ένα χάρτη εδαφικών αναπροσαρμογών ο οποίος προνοούσε 66.6% υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση και 33.4% υπό τουρκοκυπριακή διοίκηση.

Με πρωτοβουλία του ο Ειδικός Σύμβουλος του ΟΗΕ Ούγκο Γκόμπι, στις 18 Νοεμβρίου 1981, πρότεινε κύκλο συνομιλιών, ο οποίος θα κρατούσε μέχρι τον Μάη του 1983. Σύμφωνα με το έγγραφο αξιολόγησης που υποβλήθηκε επίσημα στις δύο πλευρές στις 18 Νοεμβρίου 1981 από τον Ειδικό Αντιπρόσωπο του Γ.Γ., «υπήρχε δυσκολία να γεφυρωθούν οι θέσεις των δύο πλευρών, λόγω των ποιοτικών και ποσοτικών διαφορών που υπάρχουν».

Υπέδειξε ωστόσο, ότι έχουν προκύψει δύο σημαντικές ανησυχίες κατά τη διάρκεια των συζητήσεων για τη διευθέτηση της εδαφικής πτυχής: η επανεγκατάσταση ενός μεγάλου αριθμού Ε/κ προσφύγων στο έδαφος που θα αποτελεί την ε/κ επαρχία και η οικονομική βιωσιμότητα της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Δύο ανησυχίες οι οποίες παραμένουν και προβάλλονται ως επιχειρήματα από την τουρκοκυπριακή πλευρά μέχρι και σήμερα.

Σύμφωνα με τον χάρτη Γκόμπι, «Αμμόχωστος και Μόρφου θα επιστρέφονται κάτω από ελληνοκυπριακή διοίκηση (ε/κ διοίκηση 72.8%, τ/κ διοίκηση 27.2%). Η τουρκοκυπριακή πλευρά διέκοψε τις συνομιλίες τον Μάη του 1983.

Οι «Δείκτες» Cuellar

Στο εδαφικό επανήλθε ο Γ.Γ. ΟΗΕ Javier Perez de Cuellar τον Αύγουστο του 1983, μέσω και πάλι του Gobbi. Οι «Δείκτες» Cuellar σκοπό είχαν τη σύντμηση των διαφορών στις θέσεις των δύο πλευρών και τη διαπραγμάτευση στο πλαίσιο των δεικτών. Όσον αφορά το εδαφικό, συμπεριλήφθηκαν οι εξής δύο δείκτες: Ο ένας πρόβλεπε όπως: Υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση θα δινόταν το 77% του εδάφους και υπό τουρκοκυπριακή το 23% (αποδεκτό ως βάση διαπραγμάτευσης από Ε/κ).

Ο δεύτερος δείκτης προέβλεπε όπως: 70% περάσει υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση και το 30% υπό τουρκοκυπριακή διοίκηση. Η απάντηση της ελληνοκυπριακής πλευράς ήρθε στις 30 Σεπτεμβρίου 1983, η οποία σε σχέση με το εδαφικό εξέφρασε τη θέση ότι με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές της πρώτης συμφωνίας κορυφής του 1977, το έδαφος της υπό τουρκοκυπριακή διοίκηση περιοχής θα έπρεπε να είναι μικρότερης έκτασης του 23%.

Ωστόσο, η ελληνοκυπριακή πλευρά αποδέχθηκε το 23% ως βάση διαπραγμάτευσης, νοουμένου ότι θα επιστρέψει ο μεγαλύτερος δυνατός αριθμός Ελληνοκυπρίων προσφύγων υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση. Στις 15 Νοεμβρίου 1983 ο κ. Gobbi ενημερώθηκε από τον Ραούφ Ντενκτάς για την ανακήρυξη της λεγόμενης «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου».

Η άρνηση της ε/κ πλευράς

Στις 11 Ιανουαρίου 1984 η ελληνοκυπριακή πλευρά ενημέρωσε ότι δεν θα αποδεχόταν σε καμιά περίπτωση εποίκους να γίνουν Κύπριοι, ωστόσο διαβεβαίωσε ότι αποδέχεται για σκοπούς διαπραγμάτευσης ένα ποσοστό γύρω στο 25% υπό τουρκοκυπριακή διοίκηση, με σκοπό την εξασφάλιση το ταχύτερο δυνατόν μιας συνολικής λύσης του Κυπριακού. Ξεκάθαρη προϋπόθεση, η επιστροφή Αμμοχώστου και Μόρφου υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση. Δεν έγιναν αποδεκτές στο τέλος οι όποιες προσπάθειες από μέρους Ραούφ Ντενκτάς, που ως προτεραιότητα είχε τη λειτουργία του ψευδοκράτους.

Ο Χάρτης Γκάλι

Τον Αύγουστο του 1992 ο Χάρτης Γκάλι πρότεινε υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση το 72,1% και το 27,9% υπό τουρκοκυπριακή διοίκηση. Η Αμμόχωστος και άλλες περιοχές θα επιστρέφονταν κάτω από ελληνοκυπριακή διοίκηση. Ο τότε Πρόεδρος Βασιλείου δήλωσε έτοιμος να διαπραγματευτεί μια συμφωνία στη βάση των Ιδεών Γκάλι και του Χάρτη με την εξής προϋπόθεση: «Νοουμένου ότι θα υπάρξουν βελτιώσεις προς όφελος και των δύο κοινοτήτων». Ο Τουρκοκύπριος ηγέτης απέρριψε τον Χάρτη Γκάλι.

Σχέδιο Ανάν 5

Το Σχέδιο Ανάν 5 προνοούσε εδαφικές αναπροσαρμογές με 71,3% υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση και 28,7% υπό τουρκοκυπριακή διοίκηση. Οι εδαφικές αναπροσαρμογές προνοούσαν επιστροφές χωρισμένες σε 6 σταδιακές φάσεις σε βάθος χρόνου.

Η συζήτηση στο Μον Πελεράν αποτέλεσε τον νέο σταθμό στο κεφάλαιο του εδαφικού, το οποίο έχει βαρύνουσα σημασία για τη συνέχεια της όλης διαδικασίας, για συνολική επίλυση του Κυπριακού. Η ελληνοκυπριακή πλευρά κάνει λόγο για επιστροφή τουλάχιστον 100.000 προσφύγων υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση, επιστροφή Μόρφου και Αμμοχώστου, αλλά και άλλων περιοχών με ιδιαίτερη ιστορική, πολιτιστική, θρησκευτική σημασία. Το ποσοστό του κατεχόμενου εδάφους είναι 36,2%. Διακύβευμα στο Μον Πελεράν ήταν να διευκρινιστεί το ποσοστό εδαφών που θα επιστραφεί υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση.