Σημερινή

Σάββατο, 21/01/2017
RSS

Παρασκήνιο πριν από την ανακήρυξη

| Εκτύπωση | 09 Ιούλιος 2015, 09:57 | ΤΗΣ ΦΑΝΟΥΛΑΣ ΑΡΓΥΡΟΥ

Νέα έγγραφα του Φόρεϊν Όφις για το 1983
Ο Αμερικανός καθηγητής James H. Wolfe είχε συμβουλεύσει τον Ραούφ Ντενκτάς να ανακηρύξει «κράτος», μια ενέργεια που, ωστόσο, σύμφωνα με τους Βρετανούς, δεν θα μπορούσε να βρει διεθνή υποστήριξη

Μέρος Δ’


Τον Μάιο του 1983 την Κύπρο επισκέφθηκε ο Αμερικανός καθηγητής James H. Wolfe, τον οποίο είχε προσλάβει το Στέιτ Ντιπάρτμεντ για να ετοιμάσει ένα Memorandum με θέμα «Η συνταγματική διάσταση των ενδοκοινοτικών συνομιλιών». Ο εν λόγω Συνταγματολόγος έφθασε στην Κύπρο στις 29 Μαΐου, έφυγε στις 12 Ιουνίου και είχε ευάριθμες συναντήσεις τόσο στη Δημοκρατία όσο και στα κατεχόμενα.

Επιστρέφοντας στην Ουάσιγκτον, ο Wolfe πήγε στη βρετανική πρεσβεία προκειμένου να ευχαριστήσει τους Βρετανούς για τη βοήθεια που του προσέφεραν στη Λευκωσία και στη συζήτηση προθυμοποιήθηκε να τους αναφέρει τι ελέχθη μεταξύ εκείνου και του Ντενκτάς, όταν ο τελευταίος τού ζήτησε τη συμβουλή του για τις πιθανότητες μιας τουρκοκυπριακής ανακήρυξης Ανεξαρτησίας. Ο Wolfe, έγραψε η βρετανική πρεσβεία στην Ουάσιγκτον, «του επέστησε την προσοχή στο άδοξο προηγούμενο της Ροδεσίας. Μιλώντας υπό την προσωπική του ιδιότητα, εισηγήθηκε στον Ντενκτάς την εκλογή ανακήρυξης "κράτους" (state-hood)… Ένας συνεργάτης του Ντενκτάς ζήτησε περισσότερες εξηγήσεις για την ιδέα αυτή. Ο καθηγητής είπε ότι τους επεσήμανε καθ΄ όλη τη συζήτηση, ότι μιλούσε προσωπικά και όχι υπό οποιαδήποτε επίσημη αμερικανική ιδιότητα...».

Βρετανική άρνηση
Ο Βρετανός αξιωματούχος της πρεσβείας τόνισε ρητά στον Wolfe, πως μονομερής ανακήρυξη δεν θα αναγνωριζόταν είτε από τη Βρετανία είτε από τη διεθνή κοινότητα και το γνώριζαν οι Τούρκοι και οι Τουρκοκύπριοι. Για τους ίδιους λόγους οι Ελληνοκύπριοι σε τέτοια περίπτωση θα απευθύνονταν στη διεθνή κοινή γνώμη.

Για τους Ελληνοκύπριους, ο Wolfe είπε ότι εντόπισε πως η προσφυγή στα Ηνωμένα Έθνη δεν ήταν και τόσο λαμπρή ιδέα. Ο διαπραγματευτής Μαυρομάτης φαινόταν άνεργος δίχως νέες ιδέες και δεν προβλεπόταν λύση, όχι από απουσία πολιτικής θέλησης στις ηγεσίες αμφότερων των πλευρών, αλλά γιατί ο μεν Κυπριανού δεν ήταν έτοιμος να πει στους Ελληνοκύπριους πρόσφυγες ότι έπρεπε να εγκαταλείψουν την ελπίδα της επιστροφής στα σπίτια τους, ο δε Ντενκτάς δεν ήταν έτοιμος να πει στους δικούς του ότι έπρεπε να επιστρέψουν κάποια εδάφη για να τα βρουν με τους Ελληνοκύπριους....

Ο Μακάριος δεν είδε τον Ετσεβίτ στο Λονδίνο
Το Φόρεϊν Όφις εμφανίστηκε και εκείνο μερικώς ενοχλημένο, γιατί «υπάρχει τώρα ο κίνδυνος», έγραψε (5.7.1983) ο ανώτερος αξιωματούχος Harrison, «ο Ντενκτάς να υπολογίζει ότι η Δύση, ειδικά εμείς και οι Αμερικανοί, ίσως να μην εναντιωθούμε στην ανακήρυξη "κράτους"». Και ζήτησε τη γνώμη του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Ο κ. Chris Chapman του Στέιτ Ντιπάρτμεντ (15.7.1983) μάλλον διασκέδασε την πιθανότητα, λέγοντας ότι ο καθηγητής ήταν πολύ γνωστός στους Τουρκοκυπρίους ως ακαδημαϊκός και ήταν πεπεισμένος (ο Chapman) ότι ο Wolfe τούς εξήγησε αρκετά καλά το στάτους του, οι Τουρκοκύπριοι γνώριζαν καλά τις αμερικανικές θέσεις και το υπόμνημα του καθηγητή τελικά ήταν κάπως παρατραβηγμένο.

Όταν πέρασε από το Λονδίνο, ο Wolfe ρώτησε το Φόρεϊν Όφις κατά πόσον ο Μακάριος είχε συναντηθεί με τον Τούρκο πρωθυπουργό Ετσεβίτ (εννοείται στις 17 Ιουλίου 1974 προτού φύγει για τη Νέα Υόρκη, όταν αμφότεροι ήταν στο Λονδίνο - αυτή η ερώτηση συχνά υποβάλλεται και από Ελληνοκυπρίους). Ο κ. Harrison απάντησε ότι φαινόταν καθαρά ότι ο Μακάριος δεν συναντήθηκε με τον Ετσεβίτ τον καιρό που ενδιέφερε τον Wolfe.

Συμπληρωματικά: Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος συναντήθηκε με την τουρκική αντιπροσωπία στη Νέα Υόρκη, όταν με εντολή Ετσεβίτ η τελευταία προσέγγισε τον Μακάριο προτού κάνει την ομιλία του στις 19 Ιουλίου 1974 στα Ηνωμένα ΄Εθνη, με σκοπό να τον προλάβουν να μην καταφερθεί εναντίον της Τουρκίας. «Ο Μακάριος χάρηκε πάρα πολύ από την πρωτοβουλία και παρακάλεσε την τουρκική αντιπροσωπία να διαβιβάσει στην τουρκική κυβέρνηση τα αισθήματα ευγνωμοσύνης και υποχρέωσής του». Πηγή, απομνημονεύματα Μπαρουτσού, «Το συγκλονιστικό παρασκήνιο της εισβολής», δημοσιεύματα στη «Σημερινή», Ιούλιος 1993.

Παίρνουν απλήρωτο ρεύμα οι Τουρκοκύπριοι
Τη νύχτα της 22ης Ιανουαρίου 1983 καταιγίδες προκάλεσαν διακοπή ρεύματος σε πολλές περιοχές της Κύπρου, τόσο στα ελεύθερα εδάφη όσο και στα κατεχόμενα. Την επομένη ο Ρ. Ντενκτάς αντέδρασε έντονα, ισχυριζόμενος ότι οι Ελληνοκύπριοι θα τους έκοβαν το ρεύμα. Ο νέος ηλεκτροπαραγωγικός σταθμός που εγκαινίασε ο Πρόεδρος Κυπριανού την ίδια μέρα είχε πληρωθεί από κονδύλια της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, με την προϋπόθεση ότι ο σταθμός θα τροφοδοτούσε αμφότερες τις κοινότητες, ισχυριζόταν ο Ρ. Ντενκτάς.

«Οι Τουρκοκύπριοι εξαρτώνται κατά μεγάλο βαθμό στην προμήθεια ρεύματος από τον Νότο. Όπως ξέρετε, εξακολουθούν να παίρνουν ρεύμα από τον Νότο από το 1974 και αρνούνται να πληρώσουν. Ελληνοκύπριοι τεχνικοί κατά περιόδους πήγαν στον Βορρά για συντήρηση των εγκαταστάσεων... Οι Τουρκοκύπριοι εν καιρώ θα θέλουν να εξαρτώνται λιγότερο (από τους Ελληνοκυπρίους), όμως ο προϋπολογισμός τους για ηλεκτρισμό το 1983 είναι μόνον περίπου £750,000 και δεν καλύπτει μεγάλα έργα. Δεν έχουμε υπόψη κανένα σχέδιο των Ελληνοκυπρίων να περιορίσουν την προμήθεια ρεύματος προς τον Βορρά, παρόλο που οι Τουρκοκύπριοι τούς χρωστούν ένα λογαριασμό των £20,000...» έγραψε στις 2 Φεβρουαρίου 1983 ο κ. Matthew Kidd προς τον W. A. Harrison του Νοτίου Τμήματος Ευρώπης στο Φόρεϊν Όφις.

(Ο Matthew Kidd ξεκίνησε την καριέρα του στο Υπ. Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας το 1978 και ο πρώτος του διορισμός ήταν στην Κύπρο το 1980. Αργότερα μετατέθηκε σε Νέα Υόρκη, Παρίσι, Αιθιοπία, Γερμανία και ΝΑΤΟ, προτού επιστρέψει ξανά στην Κύπρο ως Ύπ. Αρμοστής μεταξύ Μαΐου 2010 και Αυγούστου 2014).

«Δεν πληρώνουμε, δεν χρωστάμε»
Μετά το 1965, δεν έχουμε καμία νομική υποχρέωση να δίνουμε χορηγίες, δεν χρωστάμε τίποτα, σημείωναν για το θέμα των διευκολύνσεων, που τους παραχωρεί η Κυπριακή Δημοκρατία σε σχέση με τις Βρετανικές Βάσεις. «Δεν έχουμε σκοπό να τις εγκαταλείψουμε ούτε μας ζήτησε κάτι τέτοιο η Κυπριακή Δημοκρατία. Δεν τίθεται θέμα "ενοικίων" για τις βάσεις... Οι βάσεις δεν είναι δεσμευμένες για χρήση του ΝΑΤΟ και τα αμερικανικά U2 που χρησιμοποιούν το Ακρωτήρι από το 1974 για παρακολουθήσεις στη Μέση Ανατολή το κάνουν με τη γνώση και έγκριση όλων των ενδιαφερομένων. Όμως το 1978 κάναμε μια προσφορά να τους δώσουμε δάνειο £7.5 εκ. για τις μετά την εισβολή ανάγκες τους. Οι Κύπριοι δεν το δέχθηκαν. Ισχυρίζονται ότι τους χρωστούμε £250 εκ. Παρ' όλη, όμως, τη διαμάχη αυτή, οι Κύπριοι είναι συνεργάσιμοι στην ομαλή λειτουργία των βάσεων», έγραφαν στο Φόρεϊν Όφις (31 Ιανουαρίου 1983).

«Ελληνικά στρατεύματα στην Κύπρο»
Επειδή περιήλθε εις γνώσιν μας δημοσίευμα του τουρκικού πρακτορείου «Ανατολού», επικαλούμενου βρετανικά απόρρητα έγγραφα που ήρθαν πρόσφατα στην επιφάνεια για το 1983 με υπογραφή Michael Daventry, σχετικά με πιθανή ένοπλη σύρραξη μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων στρατιωτών στην Κύπρο με την αποστολή ελληνικών στρατευμάτων, αναφέρουμε τα εξής:

Η «Σημερινή» κάλυψε από τις 2 Αυγούστου 2013 την αναφορά για την πιθανότητα η Ελλάδα, επί πρωθυπουργίας Ανδρέα Παπανδρέου, να έστελνε στρατεύματα στο νησί μετά τη μονομερή ανακήρυξη του ψευδοκράτους. Η είδηση βγήκε από τους πρωθυπουργικούς φακέλους με την πρώτη αποδέσμευση των βρετανικών επίσημων εγγράφων για το έτος 1983 την 1ην Αυγούστου 2013. Και δημοσιεύθηκε στη «Σημερινή» στις 2 Αυγούστου 2013 στο πλαίσιο της δεύτερης παρουσίασης των εγγράφων της συνεργάτιδάς μας, Φανούλας Αργυρού. Η σχετική κάλυψη έγινε στο κείμενο με τίτλο «Έπρεπε να εισβάλουμε κι εμείς», σύνδεσμος εδώ: http://www.sigmalive.com/simerini/politics/reportaz/570653 σελίδα 7, του pdf της «Σημερινής». Γράψαμε τότε, μεταξύ άλλων:

«Ελληνικά στρατεύματα στην Κύπρο;
»Με τηλεγράφημά του, ημερ. 16 Νοεμβρίου 1983, ο τότε Υπ. Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας σερ Τζέφρι Χάου ενημέρωνε την πρεσβεία στην Αθήνα ότι είχε συνάντηση με τον Έλληνα πρέσβη στο Λονδίνο, ο οποίος συνοδευόταν από τον Υπουργό παρά τω Πρωθυπουργώ, κ. Κουτσόγιωργα, που ήταν και ο κύριος ομιλητής στη συνάντηση, μιλώντας εξ ολοκλήρου στα Ελληνικά. Ο κ. Κουτσόγιωργας είπε ότι, λαμβάνοντας υπόψη τις τουρκικές παραβιάσεις της Συνθήκης, η θέση της ελληνικής κυβέρνησης ήταν πως αυτή δεν μπορεί να συμμετέχει σε τριμερή. Δεν ήταν διατεθειμένοι να επαναλάβουν τις διαπραγματεύσεις του 1974, που ουσιαστικά υπηρέτησαν μόνο την τουρκική εισβολή... Ο Κουτσόγιωργας επέρριψε τις ευθύνες στους Τούρκους για την αχρήστευση του ενδοκοινοτικού διαλόγου... η Ελλάδα θα επέμενε στην αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων... Στο παρελθόν δεν είχαν σκεφτεί να στείλουν στρατεύματα στην Κύπρο. Όμως η κατάσταση παρουσίαζε μια σοβαρή αλλαγή. Παρόλον ότι δεν σχεδίαζαν να στείλουν στρατό στο νησί, δεν απέκλειαν την πιθανότητα».