Σημερινή

Δευτέρα, 21/04/2014

Ξεκληρίζεται η κυπριακή αμπελουργία

| Εκτύπωση | 29/07/2012 | Του Μάριου Αδάμου

Δύσκολους καιρούς διάγει η οινοποιία στη χώρα μας - Σ’ ετήσια βάση καταγράφεται μείωση των συνολικών εκτάσεων αμπελώνων, που αφορούν κυρίως ποικιλίες με περιορισμένες δυνατότητες διάθεσης

Η ΚΟΥΜΑΝΔΑΡΙΑ έχει ιστορία χιλιάδων χρόνων και θεωρείται ο βασιλιάς των οίνων, το κρασί των βασιλέων

Ορατός είναι ο κίνδυνος ολοκληρωτικής εξαφάνισης της κυπριακής κουμανδαρίας, ακόμη και της οινοποιίας γενικότερα, αφού τα υψηλά κόστη διαχείρισης σε συνάρτηση με τις τιμές της αγοράς, οδηγούν σε ολοένα και αυξανόμενη εγκατάλειψη του επαγγέλματος. Τον κώδωνα του κινδύνου έκρουσε την περασμένη εβδομάδα ο κοινοτάρχης Ζωοπηγής, ενός εκ των κουμανταροχωριών της Λεμεσού, Νίκος Καλλής, κατά την παρουσίαση των εκδηλώσεων για την «Ημέρα Κουμανταρίας».

Όπως είπε, εάν δεν ληφθούν έγκαιρα μέτρα για τη συνέχιση της καλλιέργειας των αμπελώνων και παραγωγής της κουμανταρίας, είναι ορατός ο κίνδυνος εξαφάνισής της. «Είναι κρίμα και άδικο, αυτό το θαυμάσιο κρασί, ο βασιλιάς των οίνων, το κρασί των βασιλέων, με ιστορία χιλιάδων χρόνων, να εγκαταλειφθεί και να χαθεί στο πέρασμα του χρόνου», τόνισε, διαβεβαιώνοντας πως τα κουμανταροχώρια θα κάνουν ό,τι είναι δυνατόν, όχι μόνο για ν’ ανατρέψουν τη φθίνουσα πορεία, αλλά και για ν΄ αναγεννήσουν την Κουμανταρία.

«Προς την κατεύθυνση αυτή», πρόσθεσε, «καταβάλλονται προσπάθειες σύστασης δευτεροβάθμιας Συνεργατικής Εταιρείας, Ομάδα Παραγωγών Κουμανταρίας». Επίσης, σύμφωνα με τον κ. Καλλή, τον επόμενο μήνα αναμένεται η κατάθεση όλων των αναγκαίων στοιχείων και δικαιολογητικών στο Υπουργείο Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, ώστε να γίνει εγγραφή της ομάδας παραγωγών Κουμανταρίας.

Γενική η διαπίστωση

Τα όσα ανέφερε ο κ. Καλλής βρίσκονται και στις διαπιστώσεις του Συμβουλίου Αμπελοοινικών Προϊόντων. Σε δηλώσεις του στη «Σ», ο λειτουργός του Συμβουλίου Σάββας Κωνσταντίνου ανέφερε πως ο κίνδυνος εξαφάνισης της κουμανταρίας, αλλά και άλλων αμπελοκοοινικών προϊόντων, είναι μια γενική διαπίστωση. Αυτό, όπως εξήγησε, οφείλεται στο ότι: Πρώτον, δεν συμφέρει ο τομέας της αμπελουργίας, δεύτερον οι πλείστοι αμπελουργοί είναι μεγάλης ηλικίας και δεν υπάρχει διαδοχή, τρίτον οι κλιματικές αλλαγές που διαδραματίζουν κάποιον ρόλο στη μείωση της αμπελοκαλλιέργειας και τέταρτο η εγκατάλειψη της υπαίθρου και των παραδοσιακών αμπελότοπων. Ερωτηθείς εάν έχουν ληφθεί μέτρα αποτροπής της φθίνουσας πορείας που ακολουθεί ο τομέας της αμπελουργίας, ο κ. Κωνσταντίνου είπε πως έχουν ληφθεί μέτρα διαφόρων ειδών. «Επιχορηγήσεις, είτε μέσω εθνικών κονδυλίων είτε μέσω ευρωπαϊκών προγραμμάτων στήριξης», σημείωσε.

Τα μέτρα στήριξης

Πάντως, σε ό,τι αφορά τα μέτρα στήριξης του τομέα, ήδη εφαρμόζεται το Εθνικό Πρόγραμμα Στήριξης του Αμπελοοινικού Τομέα (ΕΠΣΑ), το οποίο είναι τετραετές και θα ισχύει μέχρι το 2013. Σύμφωνα με την Ετήσια Έκθεση του Συμβουλίου Αμπελοοινικών Προϊόντων, το πρόγραμμα αυτό εστιάζεται σε παράλληλες δράσεις, αρχής γενομένης από την επίτευξη ισορροπίας στην αγορά της πρώτης ύλης μέσω ενός καθεστώτος εκρίζωσης, το οποίο θα δώσει τη δυνατότητα εναλλακτικής καλλιέργειας στους παραγωγούς που δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στον ανταγωνισμό και αφετέρου θα απαλλάξει την αγορά από μη ανταγωνιστικά πλεονάσματα οίνων.

Ταυτόχρονα, το Πρόγραμμα στοχεύει στην αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας του οινικού τομέα, με μια σειρά από παρεμβάσεις προσανατολισμένες σε επενδυτικού χαρακτήρα μέτρα στήριξης. Τα μέτρα στήριξης που επιλέχθηκαν από το ΣΑΠ για εφαρμογή, συγκροτούν το ΕΠΣΑ. Το ΕΠΣΑ διαμορφώθηκε κατόπιν προβληματισμού και επισταμένης μελέτης για τις δυνατότητες που προσφέρει η μεταρρύθμιση, λαμβάνοντας υπόψη τα προβλήματα, τις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες του αμπελοοινικού τομέα.

Τα ποσά που δαπανήθηκαν

Σύμφωνα με την Ετήσια Έκθεση του ΣΑΠ για το 2009, μέχρι τις 15 Οκτωβρίου 2009 εκταμιεύτηκε ποσό 9.528.144,08 ευρώ, που αφορά κοινοτική χρηματοδότηση μέτρων της νέας Κοινής Οργάνωσης Αγοράς Οίνου (ΚΟΑ οίνου), το οποίο αντιστοιχεί σε ποσοστό 99,57% του συνολικού ποσού που μπορούσε να απορροφηθεί. Το ποσοστό εκταμίευσης και αξιοποίησης των κοινοτικών πόρων ήταν ψηλότερο από όλα τα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αναλυτικά:

*Για την πριμοδότηση εκρίζωσης αμπελώνων για τα έτη 2008-2009, καταβλήθηκε στους δικαιούχους ποσό 6.779.146,77 ευρώ (99,57%) από το διαθέσιμο ποσό των 6.820.744 ευρώ.
*Για την αναδιάρθρωση και μετατροπή αμπελώνων για τα ίδια έτη, καταβλήθηκε στους δικαιούχους το ποσό του 1.185.218,50 ευρώ (100%).
*Για την ενθάρρυνση της επενδυτικής δραστηριότητας και ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας στον οινοποιητικό κλάδο καταβλήθηκε στους δικαιούχους το ποσό των 897.778,81 ευρώ (100%).

Ο κυπριακός αμπελώνας

Στην ίδια έκθεση σημειώνεται πως, παρόλο που ο κυπριακός αμπελώνας αποτελείται από πολυτεμαχισμό και πολυ-ιδιοκτησιακό καθεστώς, εντούτοις σε ετήσια βάση καταγράφεται μείωση των συνολικών εκτάσεων που αφορούν κυρίως ποικιλίες με περιορισμένες δυνατότητες διάθεσης. Αυτό, σημειώνεται, οφείλεται στο ότι οι αντίξοες περιβαλλοντικές συνθήκες και τα ψηλά κόστη διαχείρισης σε συνάρτηση με τις τιμές αγοράς, επιβαρύνουν την οικονομική βιωσιμότητα των αμπελουργών και μεγεθύνουν την τάση εγκατάλειψης του επαγγέλματος και γενικότερα της αγροτικής ζωής. Θα πρέπει να σημειωθεί, όπως υποδεικνύεται στην Έκθεση, πως μέρος του κυπριακού αμπελώνα δεν τυγχάνει πλέον των κατάλληλων καλλιεργητικών πρακτικών και ενδεχομένως ο εν ενεργεία αμπελώνας, στον οποίο εφαρμόζονται οι ενδεδειγμένες καλλιεργητικές πρακτικές, να είναι μικρότερος.

Οι οινοποιήσιμες φυτείες

Σύμφωνα με το Αμπελουργικό Μητρώο, στις 31/12/2009 οι οινοποιήσιμες φυτείες κάλυπταν έκταση 109.708 δεκαρίων, από τις οποίες 77.570 δεκάρια αφορούσαν γηγενείς ποικιλίες ενώ 32.138 διεθνείς ποικιλίες. Από τις διεθνείς ποικιλίες, αμπελώνας έκτασης 531 εκταρίων αφορούσε τη διπλής χρήσης ποικιλία Σουλτανίνα, ενώ φθίνουσα πορεία διαγράφουν και οι εκτάσεις οινοποιήσιμων ποικιλιών. Αξίζει να σημειωθεί πως το 30% περίπου του αμπελώνα είναι ηλικίας κάτω των 20 ετών, 23% μεταξύ 20 και 40 ετών και το υπόλοιπο 47% ηλικίας άνω των 40 ετών.

Στα ημιορεινά χωριά της επαρχίας Λεμεσού

Η ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΙΑ είναι κυπριακό εύγευστο, γλυκό, γνήσιο κρασί, που παράγεται χωρίς ξένες γλυκαντικές ουσίες, φυσικό χωρίς την προσθήκη χρώματος, από μείγμα ντόπιων μαύρων σταφυλιών και άσπρο ξυνιστέρι ή χωριστά μόνο από μαύρα ή μόνο από άσπρα σταφύλια. Κύρια χαρακτηριστικά της κουμανταρίας, που προσφέρεται ως επιδόρπιο κρασί, είναι η εξαιρετική γεύση και το θαυμάσιο άρωμα. Η καλύτερη κουμανταρία, τόσο σε γεύση όσο σε άρωμα, σε χρώμα και γλυκύτητα, παράγεται με ανάμειξη ξυνιστερίου 85-90% και μαύρου ντόπιου 10-15%.

Το όνομα κουμανταρία δόθηκε στο κόκκινο κρασί από τους Ιωαννίτες, ιππότες του Αγίου Ιωάννου των Ιεροσολύμων, που ήταν ένα από τα στρατιωτικοθρησκευτικά τάγματα που εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο κοντά στο Κολόσσι, το 1192 μ.Χ. Το τάγμα αυτό είχε τη στρατιωτική διοίκησή του, Commanderie ή Commandaria. Στην περιοχή αυτή παραγόταν και το γνωστό γλυκόπιοτο κρασί, την παραγωγή του οποίου υιοθέτησαν και τελειοποίησαν οι Ιωαννίτες Ιππότες, δίνοντας σ’ αυτό το όνομα κουμανταρία.

Η κουμανταρία παράγεται σε ορισμένα χωριά της επαρχίας Λεμεσού που βρίσκονται σε ημιορεινές περιοχές. Οι περιοχές αυτές έχουν ασβεστούχα εδάφη, περιορισμένη βροχόπτωση, συνθήκες ξηρασίας αφού τα αμπέλια αυτά δεν ποτίζονται και αρκούνται μόνο με το νερό της βροχής. Οι συνθήκες αυτές -ψηλή θερμοκρασία, η μεγάλη ηλιοφάνεια, η μειωμένη υγρασία κατά τους θερινούς μήνες, το υψόμετρο από την επιφάνεια της θάλασσας, το έδαφος και ο ειδικός τύπος επεξεργασίας των σταφυλιών- προσδίδουν στην κουμανταρία ειδική γεύση και ξεχωριστό άρωμα. Σήμερα, την πλέον φημισμένη κουμανταρία παράγουν στην κοινότητα της Ζωοπηγής.

Η κουμανταρία παλιά παραγόταν από τους αμπελουργούς, σε κάθε σπίτι ξεχωριστά, δηλαδή οι αμπελουργοί εργάζονταν ο καθένας για δικό του λογαριασμό κατά τρόπο βιοτεχνικό, χρησιμοποιώντας περισσότερο τη μυϊκή τους δύναμη. Αργότερα, όμως, βοήθησε πολύ η ανάπτυξη του συνεργατισμού και η όλη διαδικασία της παραγωγής μπήκε πάνω σε πιο οργανωμένη βάση. Αντί της μυϊκής δύναμης, τώρα χρησιμοποιείται η ηλεκτρική ενέργεια και γενικά η νέα τεχνολογία. Όμως, γενικά, ο πατροπαράδοτος τρόπος παραγωγής κουμανταρίας, μεταδιδόμενος από γενιά σε γενιά, εφαρμόζεται πιστά όπως και πριν από αιώνες.

Η φθίνουσα πορεία της κουμανταρίας

Σε σχΕση με το παραδοσιακό κρασί της Κύπρου, την κουμανταρία, σύμφωνα με την Ετήσια Έκθεση του Συμβουλίου Αμπελοοινικών Προϊόντων του 2009, η συνολική παραγωγή οίνου που προορίζεται για την παραγωγή κουμανδαρίας εσοδείας 2009, ανήλθε μόλις στα 806 εκατόλιτρα, σε σχέση με 2.410 εκατόλιτρα της εσοδείας του 2008. Ένας από τους σημαντικότερους λόγους μείωσης της παραγωγής κουμανταρίας, σύμφωνα με την Έκθεση, είναι -πέραν του μειωμένου ενδιαφέροντος παραλαβής οίνου βάσης για κουμανταρία- οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες (εκτεταμένη βροχόπτωση κατά την περίοδο ξήρανσης των σταφυλιών).

Η σταδιακή μείωση της παραγωγής κουμανταρίας, όπως αναφέρεται στην Έκθεση, οφείλεται εν μέρει στο γεγονός πως τα ψηλά αποθέματα που δημιουργήθηκαν κατά την εσοδεία του 2004 εξακολουθούν να τροφοδοτούν την αγορά και, εν μέρει, στο μειωμένο ενδιαφέρον των καταναλωτών.

Η συνεχιζόμενη πτωτική της πορεία, ωστόσο, αποτελεί δείκτη υψηλής επικινδυνότητας ως προς τις προοπτικές επιβίωσης του προϊόντος και γι’ αυτό θα πρέπει να εντατικοποιηθούν οι προσπάθειες προώθησης και προβολής της, μέσα από συγκροτημένες στρατηγικές, έχοντας υπόψη πως η κουμανταρία έχει όλα τα εχέγγυα, ως προϊόν αναγνωρισμένης ποιότητας και αξίας, να διεισδύσει στις αγορές του εξωτερικού και να ανταγωνίζεται επάξια προϊόντα εγνωσμένης διεθνούς φήμης. Η εγχώρια αγορά, επίσης, αποτελεί ένα πρώτης τάξης πεδίο για ανάδειξη και καταξίωση της κουμανταρίας από τους καταναλωτές, προκειμένου να καταλάβει τη θέση που της αξίζει.

6,92% μείωση των πωλήσεων σε ένα χρόνο

ΣΕ Ο,ΤΙ αφορά την αμπελοοινική αγορά, στην Ετήσια Έκθεση του Συμβουλίου Αμπελοοινικών Προϊόντων σημειώνεται πως το 2009 η χρονιά ξεκίνησε με τις καλύτερες προϋποθέσεις από άποψη καιρικών συνθηκών και με τις εκτιμήσεις να προβλέπουν μια καλή σε ποιότητα και όγκο συγκομιδή μέχρι τα τέλη Μαΐου. Η ικανοποιητική βροχόπτωση, σημειώνεται, κατά τη διάρκεια του χειμώνα με ομαλές θερμοκρασίες και οι περιοδικές βροχοπτώσεις της άνοιξης συντέλεσαν ώστε τα σταφύλια να έχουν μια πολύ καλή ανάπτυξη και ωρίμανση. Ωστόσο, προστίθεται, η παραγωγή και η χρήση εσοδείας σταφυλιών για το 2009 ήταν αισθητά μειωμένη σε σχέση με το 2008.

Όπως υπογραμμίζεται, η παραγωγή σταφυλιών το 2009 ήταν κατά περίπου 23.770 εκατόκιλα (6,92%) μειωμένη σε σχέση με αυτήν του 2008. Σε αυτό, υπογραμμίζεται, συντέλεσε η κατά 10,6% μείωση του αμπελώνα σε ένα μόλις έτος, κυρίως λόγω της εφαρμογής του Μέτρου πριμοδότησης της εγκατάστασης αμπελώνων σε έκταση 8.975 δεκαρίων.

Όσον αφορά τις πωλήσεις οίνων στην εγχώρια και διεθνή αγορά, σύμφωνα με την Έκθεση, το 2009 οι πωλήσεις οίνων κυπριακής προέλευσης στην εγχώρια αγορά μειώθηκαν στα 13.148.992 λίτρα, σημαίνοντας το τέλος μιας ανοδικής πορείας που κορυφώθηκε το 2008. Οι εξαγωγές, επίσης, συνέχισαν να καταγράφουν μείωση και αυτό το απέδιδαν τόσο στην οικονομική κρίση όσο και στη μειωμένη τουριστική κίνηση και το μειωμένο αγοραστικό ενδιαφέρον.

Τα εισαγόμενα

Το ίδιο, ωστόσο, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΣΑΠ, δεν συνέβη στην περίπτωση πωλήσεων εισαγόμενων οίνων. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΣΑΠ, τα εισαγόμενα κρασιά απορρόφησαν το 25% των πωλήσεων, σε αντίθεση με το 2008 που απορρόφησαν το 20% των πωλήσεων. Η γενική, όμως, εικόνα πωλήσεων οίνων κατά το 2009 ήταν κατά 17% μειωμένη σε σχέση με το 2008 και αυτό αποδίδεται στη μειωμένη αύξηση των ντόπιων οίνων.

Τη μείωση των πωλήσεων οίνων ήταν φυσιολογικό να ακολουθήσει και η κατανάλωση οίνου κατά το 2009. Παρ’ όλες αυτές, όμως, τις αρνητικές τάσεις, το 2009 συνεχίστηκε ανοδικά η κατά κεφαλήν κατανάλωση οίνων, παραμένοντας, ωστόσο, σε χαμηλά επίπεδα σε σύγκριση με την πλειονότητα της Ε.Ε. Την καθοδική πορεία που παρουσιάζει γενικότερα ο τομέας ακολούθησαν και οι εξαγωγές αμπελοοινικών προϊόντων και αλκοολούχων ποτών, αφού παρουσίασαν μείωση 705.068 ευρώ ή ποσοστό 18% περίπου σε σχέση με το 2008.

Γενικότερα, όμως, την τελευταία δεκαετία ακολούθησαν φθίνουσα πορεία, κυρίως λόγω της απώλειας παραδοσιακών αγορών, της όξυνσης του διεθνούς ανταγωνισμού και της διεύρυνσης του μεριδίου της παγκόσμιας αγοράς οίνων τρίτων χωρών. Η πτώση καταγράφηκε σε όλες τις κατηγορίες οίνων σε αντίθεση με τα αλκοολούχα ποτά, πλην του Brandy, που σημείωσαν σημαντικές αυξήσεις. Ενθαρρυντικό, ωστόσο, στοιχείο αποτέλεσε η αύξηση των εξαγωγών ζιβανίας σε ποσοστό 45%, σε σύγκριση με το 2008.