ΞΕΠΕΡΝΟΥΝ ΤΙΣ ΤΡΕΙΣ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΤΑ ΠΑΡΑΠΟΝΑ ΠΑΙΔΙΩΝ ΜΕΙΚΤΩΝ ΓΑΜΩΝ Τ/Κ ΓΙΑ ΤΗ ΜΗ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΥΠΗΚΟΟΤΗΤΑΣ
ΤΙ ΔΗΛΩΝΟΥΝ ΣΤΗ «ΣΗΜΕΡΙΝΗ» ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗΣ ΜΑΖΙΚΩΝ ΑΓΩΓΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ο Γ.Γ. ΤΗΣ ΣΥΝΤΕΧΝΙΑΣ Τ/Κ «ΚTOS» ΚΑΙ Η ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΝΙΚΟΛΕΤΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΟΥ, ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΣΥΜΜΕΤΕΙΧΑΝ ΣΤΟ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΠΟΥ ΔΙΟΡΓΑΝΩΘΗΚΕ ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΜΑ ΣΤΑ ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΑ
Ερωτηθείς αν υπάρχει πρόθεση για καταχώριση μαζικών προσφυγών εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο Τουρκοκύπριος συντεχνιακός ανέφερε στην εφημερίδα μας ότι, προτού αποφασιστεί κάτι τέτοιο, θα επιδιώξουν συνάντηση με τον Υπουργό Εσωτερικών Κωνσταντίνο Πετρίδη και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, πιθανόν εντός Μαρτίου
Τρεις χιλιάδες και πλέον παιδιά μεικτών γάμων Τουρκοκυπρίων υπέβαλαν γραπτώς παράπονα για τη μη παραχώρηση υπηκοότητας από την Κυπριακή Δημοκρατία, σε ειδική Επιτροπή που συστάθηκε στα κατεχόμενα για να εξετάσει την πιθανότητα καταχώρισης μαζικών αγωγών. «Η υποβολή παραπόνων συνεχίζεται», δήλωσε στη «Σημερινή» της Κυριακής ο Γενικός Γραμματέας της συντεχνίας Τουρκοκύπριων εκπαιδευτικών «ΚTOS», Σενέρ Ελτζίλ, ο οποίος ήταν εκ των ομιλητών σε ενημερωτικό σεμινάριο που διοργανώθηκε πρόσφατα για το όλο θέμα στα κατεχόμενα, με τη συμμετοχή πέραν των χιλίων ενδιαφερομένων. Το επόμενο βήμα, αναφέρει ο κ. Ελτζίλ, είναι η αξιολόγηση και η κατηγοριοποίηση των περιπτώσεων.
Ερωτηθείς αν υπάρχει πρόθεση για καταχώριση μαζικών προσφυγών εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο συντεχνιακός ανέφερε στην εφημερίδα μας ότι, προτού αποφασιστεί κάτι τέτοιο, θα επιδιώξουν συνάντηση με τον Υπουργό Εσωτερικών Κωνσταντίνο Πετρίδη και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, πιθανόν εντός Μαρτίου.
Σύμφωνα με τον Σενέρ Ελτζίλ, οι παραπονούμενοι χωρίζονται σε δύο ομάδες. Η πρώτη αφορά εκείνους που θεωρούν ότι τα κριτήρια που θέσπισε το Υπουργικό Συμβούλιο της Κυπριακής Δημοκρατίας, για την παραχώρηση υπηκοότητας σε παιδιά μεικτών γάμων Τουρκοκυπρίων με Τούρκους πολίτες, παραβιάζουν ανθρώπινα δικαιώματα και ευρωπαϊκές νομοθεσίες. Η δεύτερη ομάδα αφορά Τουρκοκύπριους που υποστηρίζουν ότι πληρούν τα κυβερνητικά κριτήρια και ότι απορρίφθηκαν αδικαιολόγητα από τις αρμόδιες υπηρεσίες.
«Μάχονται ενάντια στην Τουρκία»
«Οι μεικτοί γάμοι είναι ανθρώπινο δικαίωμα, που παραχωρείται από το Σύνταγμα της Δημοκρατίας. Σήμερα, ως αποτέλεσμα αυτών των κριτηρίων, που παραβιάζουν και ευρωπαϊκές νομοθεσίες, υπάρχουν Τουρκοκύπριοι που δεν μπορούν να αποκτήσουν κυπριακή υπηκοότητα. Θεωρώ έγκλημα τις περιπτώσεις Τουρκοκυπρίων που πληρούν τα κριτήρια αλλά απορρίπτονται για πολιτικούς λόγους», είπε ο κ. Ελτζίλ, για να προσθέσει: «Χρειαζόμαστε αυτούς τους ανθρώπους, γιατί μάχονται μαζί μας ενάντια στην Τουρκία και τον εποικισμό στην Κύπρο».
Ο Γ.Γ. της ΚTOS ανέφερε: «Από τις δεκαετίες του ’20 και ’30, και τους Τ/κ που πήγαν τότε στην Τουρκία, παντρεύτηκαν εκεί και έκαναν παιδιά, μέχρι τις Τ/κ γυναίκες που παντρεύτηκαν με Παλαιστίνιους και μετά τον πόλεμο το 1948, επέστρεψαν με τα παιδιά τους από το Ισραήλ στην Κύπρο, Τ/κ που τη δεκαετία του ’60 παντρεύτηκαν στην Τουρκία ή αλλού και στη συνέχεια επέτρεψαν στην Κύπρο, αλλά και μετά το 1974, για εργατική δύναμη που ήρθε από την Τουρκία (στα κατεχόμενα) για να εργαστεί στη γεωργία και τελικά τα άτομα αυτά εγκαταστάθηκαν εδώ, παντρεύτηκαν και έκαναν οικογένεια».
Κατά τον Σενέρ Ελτζίλ το ζήτημα των παιδιών μεικτών γάμων πρέπει να τεθεί στο τραπέζι των συνομιλιών σε ένα πακέτο μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης για να βρεθεί λύση. Σημείωσε ότι ήδη μεμονωμένα έχουν καταχωρίσει αγωγές κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Υπηκοότητες με κριτήρια
Η Κυβέρνηση, όπως δήλωσε πρόσφατα και ο Υπουργός Εσωτερικών, Κωνσταντίνος Πετρίδης, παραχωρεί κυπριακές υπηκοότητες σε παιδιά μεικτών γάμων Τουρκοκυπρίων με Τούρκους πολίτες, με συγκεκριμένα κριτήρια και περιπτώσεις. Βάσει της νομοθεσίας, η κυπριακή υπηκοότητα παραχωρείται αυτόματα όταν ο ένας από τους δύο γονείς είναι πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας, νοουμένου όμως ότι ο ξένος γονέας δεν έχει μπει παράνομα στη χώρα. Το Υπουργικό Συμβούλιο έχει από το 2007 θεσπίσει μια σειρά κριτηρίων για τις πολιτογραφήσεις, ώστε να μην αποκλείονται αυτόματα όλα τα παιδιά μεικτών γάμων.
Ειδικότερα, την υπηκοότητα λαμβάνουν παιδιά μεικτών γάμων Τ/κ με Τούρκους πολίτες που γεννήθηκαν πριν ή κατά την 20ή Ιουλίου 1974. Παιδιά μεικτών γάμων Τ/κ με πολίτες τρίτων χωρών εκτός Τουρκίας, ή με πολίτες της Ε.Ε. και άλλων χωρών με τις οποίες υπάρχουν σχέσεις με την Κυπριακή Δημοκρατία. Παιδιά μεικτών γάμων Τ/κ με Τούρκους πολίτες των οποίων ο γάμος έγινε στο εξωτερικό πριν από την 20ή Ιουλίου 1974. Παιδιά μεικτών γάμων των οποίων οι γονείς γνωρίστηκαν στο εξωτερικό, όπως π.χ. κατά τη διάρκεια σπουδών και παιδιά μεικτών γάμων που κατοικούν στην Πύλα.
«Δεν μιλάμε για παραχώρηση, αλλά για αναγνώριση»
Ερωτηθείσα για το τι προνοεί η κυπριακή νομοθεσία σε ό,τι αφορά την παραχώρηση κυπριακής υπηκοότητας, η Νικολέτα Χαραλαμπίδου, δικηγόρος ανθρωπίνων δικαιωμάτων και εκ των ομιλητών στο ενημερωτικό συνέδριο, ανέφερε ότι «κατ' αρχάς, πρέπει να διευκρινιστεί ότι πρόκειται για πρόσωπα κυπριακής καταγωγής, δηλαδή πρόσωπα των οποίων ο ένας εκ των γονέων τους είναι Κύπριος. Δεν μιλάμε για παραχώρηση υπηκοότητας, όπως στην περίπτωση της πολιτογράφησης, αλλά για εκ του νόμου αναγνώριση της υπηκοότητας σε κάθε παιδί. Αυτός είναι ο κανόνας, όπως απορρέει από τον Νόμο. Εντούτοις, έχει εισαχθεί επιφύλαξη στον Νόμο, σύμφωνα με την οποία εάν ένας εκ των γονέων έχει εισέλθει ή παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία, η κυπριακή υπηκοότητα δεν αναγνωρίζεται αυτοδικαίως, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Υπουργικού Συμβουλίου να την παραχωρήσει».
Αναφερόμενη στην κυβερνητική πολιτική, η δικηγόρος δήλωσε ότι «Τουρκοκύπριοι πολίτες που αιτούνται αναγνώρισης της υπηκοότητας των παιδιών τους παραπέμπονται αυτόματα στη διαδικασία παραχώρησης της υπηκοότητας από το Υπουργικό Συμβούλιο, πολλές φορές, όπως προκύπτει από πολλά παράπονα, χωρίς να εξετάζεται καν κατά πόσον υφίσταται πράγματι θέμα παράνομης εισόδου ή παραμονής ενός εκ των γονέων. Το Υπουργικό Συμβούλιο καθόρισε μια σειρά κριτηρίων, στη βάση των οποίων ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια για παραχώρηση της υπηκοότητα σε τέτοιες περιπτώσεις».
Καταθέτοντας την άποψή της επί των κριτηρίων που θέσπισε το 2007 το Υπουργικό Συμβούλιο και εφαρμόζονται μέχρι σήμερα, η Νικολέτα Χαραλαμπίδου ανέφερε ότι «η πιο πάνω αναφερόμενη εξαίρεση στον Νόμο από μόνη της είναι προβληματική, αφού ενώ κατά τα άλλα ο νόμος θέτει ως κριτήριο για την υπηκοότητα την εξ αίματος καταγωγή, έχει εισαχθεί στον νόμο εξαίρεση που αντικειμενικά πλήττει κατά κύριο λόγο μόνο μια συγκεκριμένη κατηγορία πολιτών, αυτήν των Τουρκοκυπρίων».
Το πρόβλημα αυτό, πρόσθεσε, «γίνεται ακόμα πιο έντονο, λόγω των κριτηρίων, βάσει των οποίων το Υπουργικό Συμβούλιο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, τα οποία περιστρέφονται ουσιαστικά γύρω από την τουρκική υπηκοότητα του ενός γονέα, με αποτέλεσμα να πλήττουν ουσιαστικά τους Τουρκοκύπριους πολίτες, πολλοί εκ των οποίων, εκ των πραγμάτων, συχνά παντρεύονται ή κάνουν παιδιά με Τούρκους πολίτες».
Η δικηγόρος υποστηρίζει ότι «υφίσταται εκ πρώτης όψεως θέμα διάκρισης λόγω εθνοτικής καταγωγής ή/και υπηκοότητας που απαγορεύεται από διεθνείς συμβάσεις που έχει υπογράψει η Δημοκρατία, όπως η ΕΣΔΑ και τα πρωτόκολλά της αλλά και άλλες συμβάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το κατά πόσον βεβαίως υφίσταται διάκριση μόνο τα Δικαστήρια μπορούν να το αποφασίσουν. Πρέπει να αναφέρουμε, δε, ότι το θέμα αυτά δεν είναι καινούργιο. Ήδη υπάρχει μια απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου του 2017, στην οποία κρίθηκε ότι δεν υφίσταται διάκριση, αλλά δεν γνωρίζω εάν έχει εφεσιβληθεί, ενώ εκκρεμεί τουλάχιστον ακόμη μία προσφυγή από το 2015 για το ίδιο θέμα, η οποία βρίσκεται στο τελικό στάδιο της διαδικασίας».




