Η απόρριψη ως μαρτυρικού υλικού της βιντεοκασέτας του ξυλοδαρμού των δυο 28χρονων Μάρκου Παπαγεωργίου και Γιάννη Νικολάου από 10 αστυνομικούς, τα ξημερώματα της 20ής Δεκεμβρίου 2008, στο σύμπλεγμα των οδών Αρμενίας και Σαπφώς στην Ακρόπολη, οδήγησε στην αθώωση και απαλλαγή τους από όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν. Μετά την απόφαση που προκάλεσε σοκ στην κοινή γνώμη εγείρονται πολλά νομικά και άλλα ερωτήματα όπως:
1. Μπορεί το δικαστήριο να συνεχίσει να δικάζει μια ποινική υπόθεση, μετά την προσωπική παρέμβαση και την απαίτηση του Γενικού Εισαγγελέα για διακοπή της διαδικασίας;
2. Εφόσον βρίσκεται σε εφαρμογή ο νόμος για την κατάθεση οπτικοακουστικού υλικού σε ποινικές υποθέσεις γιατί δεν εφαρμόστηκε στην προκειμένη περίπτωση;
3. Για ποιο λόγο η Γενική Εισαγγελία δεν κατάφερε να κλητεύσει στο δικαστήριο το άτομο που βιντεογράφησε τον ξυλοδαρμό διασφαλίζοντας τους όρους της ελεύθερης μαρτυρίας;
Επεισοδιακή πλοκή
Το Μόνιμο Κακουργιοδικείο που συνήλθε στη Λευκωσία αποφάσισε ότι η απόρριψη της βιντεοκασέτας στέρησε το δικαίωμα της δίκαιης δίκης στους αστυνομικούς. Να σημειωθεί ότι η υπεράσπιση δεν μπόρεσε να αντεξετάσει τον παραγωγό της βιντεοταινίας. Παράλληλα, το Κακουργιοδικείο έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη δημοσιότητα που έλαβε το θέμα από τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας. Η χθεσινή διαδικασία είχε επεισοδιακή πλοκή, αφού κατά τη διάρκεια ανάγνωσης της απόφασης ο Γενικός Εισαγγελέας Πέτρος Κληρίδης εισήλθε στην αίθουσα και ζήτησε να πληροφορηθεί γιατί δεν έγινε αποδεκτή η βιντεοκασέτα.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το κατηγορητήριο συμπεριλάμβανε κατηγορίες για τα αδικήματα της σκληρής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης, επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης καθώς και σε αδικήματα που αναφέρονται σε παράλειψη αποτροπής κακουργήματος και παραμέληση υπηρεσιακού καθήκοντος. Βασικό θέμα που εξέτασε το Κακουργιοδικείο ήταν η αυθεντικότητα της κασέτας, η οποία κατατέθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή για απόδειξη των κατηγοριών εναντίον των αστυνομικών και η οποία, σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή, απεικόνιζε το μεγαλύτερο μέρος του επίδικου επεισοδίου, της κακοποίησης. Σύμφωνα με το Κακουργιοδικείο, ο παραγωγός ταινίας δεν εμφανίστηκε στο δικαστήριο για να καταθέσει λόγω φόβου. Η μόνη μαρτυρία που κατατέθηκε προς απόδειξη της αυθεντικότητας της ταινίας ήταν δυο εμπειρογνώμονες. Το Δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι οι μέθοδοι που εφάρμοσαν οι εμπειρογνώμονες ήταν ικανές για να αποδείξουν την αυθεντικότητα της ταινίας. Επισήμανε επίσης ότι στα ίδια τα συμπεράσματα του ενός από τους δυο εμπειρογνώμονες δεν υπήρχε ο απαραίτητος βαθμός βεβαιότητας που χρειάζεται σε ποινικές υποθέσεις και ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι εφαρμόστηκαν καινούργιες τεχνικές σε έναν τομέα ο οποίος είναι συνεχώς υπό εξέλιξη. Επίσης, επισημάνθηκε πως δεδομένου ότι υπήρξε αμφισβήτηση της αποτελεσματικότητας των μεθόδων που είχαν χρησιμοποιηθεί από τους εμπειρογνώμονες θα έπρεπε να προσαχθεί μαρτυρία, κάτι το οποίο δεν είχε γίνει.
Στην πολυσέλιδη απόφαση έκτασης 158 σελίδων το Κακουργιοδικείο ασχολήθηκε με τη δήλωση του άγνωστου παραγωγού της βιντεοκασέτας ότι αυτή είναι αυθεντική και η οποία μεταφέρθηκε μέσω των δυο μαρτύρων κατηγορίας Πέτρου Κληρίδη και Σαββάκη Νικολαΐδη. Κρίθηκε ότι η αποδοχή της θα παραβίαζε τη διεξαγωγή της δίκαιης δίκης και ότι δεν θα εξυπηρετείτο η ορθή απονομή της Δικαιοσύνης. Το Κακουργιοδικείο είπε ότι «λήφθηκε υπόψη πως ο ισχυρισμός του άγνωστου παραγωγού ότι φοβόταν να έρθει να καταθέσει ήταν υποκειμενικός δεν υποστηρίζετο από οποιαδήποτε συγκεκριμένη μαρτυρία η οποία θα μπορούσε να είναι αντικείμενο διερεύνησης από το ίδιο το Δικαστήριο». Τονίστηκε, επίσης, ότι δεν είχε προταθεί οποιαδήποτε άλλη σχετική μαρτυρία η οποία, αντικειμενικά κρινόμενη, να δικαιολογεί την παραμονή του εν λόγω προσώπου στην ανωνυμία και συγχρόνως ο ισχυρισμός του αναφορικά με την αυθεντικότητα της ταινίας να μπορεί να γίνει αποδεκτός ως μαρτυρία.
«Άνευ αντικειμένου»
Ως αποτέλεσμα του εν λόγω σκεπτικού του Κακουργιοδικείου και της μη αποδοχής της ταινίας κρίθηκε ότι δεν ήταν δυνατό οι δικαστές να δουν τις διάφορες σκηνές κακοποίησης που καταγράφονταν σε αυτήν και που φέρεται να αφορούσαν το επίδικο επεισόδιο ή να αναγνωρίσει ενδεχομένως κάποιους εάν όχι όλους τους κατηγορούμενους ως ενεχόμενους στα αδικήματα. «Περαιτέρω», τόνισε το Δικαστήριο, «όλες οι περιγραφές σκηνών βίαιης ή μη συμπεριφοράς και οι αναγνωρίσεις κατηγορουμένων στις οποίες προέβησαν μέσω της ταινίας οι δυο παραπονούμενοι και οι μάρτυρες κατέστησαν άνευ αντικειμένου».
Το Κακουργιοδικείο ασχολήθηκε και με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε αναφορικά με τις αναγνωρίσεις που έγιναν μέσω της ταινίας για να καταλήξει ότι η αναγνώριση που έγινε από αξιωματικούς της Αστυνομίας δεν τηρούσε τα απαραίτητα εχέγγυα ορθής και δίκαιης διαδικασίας και ότι έπασχε σε βαθμό που να απορριφθεί στην ολότητά της. Συγκεκριμένα, τονίστηκε ότι στη διαδικασία αναγνώρισης υπήρχαν παράγοντες που έδρασαν υπονομευτικά όσον αφορά στην ορθότητα, τη διαφάνεια και την αντικειμενικότητα της διεξαχθείσας διαδικασίας. Για τη μαρτυρία των παραπονουμένων για την αναγνώριση των κατηγορουμένων κρίθηκε ότι η για πρώτη φορά αναγνώρισή τους στο εδώλιο του κατηγορουμένου ενώ διεξαγόταν η δίκη δεν είχε τα στοιχεία του αυθορμητισμού και της αντικειμενικότητας. Το Δικαστήριο εξετάζοντας το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας έκρινε ότι υπήρξε κακοποίηση σε βάρος των δυο παραπονουμένων τέτοιας μορφής, η οποία να εμπίπτει στο αδίκημα της σκληρής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης. Το Δικαστήριο οδηγήθηκε στο εν λόγω συμπέρασμα τόσο ενόψει της μη αποδοχής της ταινίας όσο και από το γεγονός ότι η υπόλοιπη μαρτυρία που προσφέρθηκε από τους παραπονούμενους δεν ήταν δυνατό να απομονωθεί από τις αναφορές που γίνονταν με βάση το περιεχόμενο της ταινίας. Το Κακουργιοδικείο κατέληξε ότι δεν υπήρχε σαφής εικόνα από τη μαρτυρία των παραπονουμένων όσον αφορά πότε, υπό ποιες περιστάσεις και από ποιον εκδηλώνονταν τα διάφορα περιστατικά βίας εναντίον τους, ώστε να μπορούν να εξαχθούν οποιαδήποτε ευρήματα.
«Τα 361 δυσμενή δημοσιεύματα»
Το Κακουργιοδικείο ανέφερε ότι ένας πρόσθετος λόγος που οδήγησε στην απόρριψη της υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων ήταν «η δυσμενής δημοσιότητα από την έναρξη της ποινικής έρευνας μέχρι και το στάδιο που η υπόθεση οδηγήθηκε στο Δικαστήριο αλλά και κατά τη διάρκεια της δίκης. Χαρακτηριστικά, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα 361 δημοσιεύματα σε διάφορες εφημερίδες που κάλυπταν την επίδικη περίοδο, τη δημοσιοποίηση έκθεσης της Επιτρόπου Διοικήσεως και διάφορες δηλώσεις που έγιναν κατά καιρούς από πολιτειακούς, κρατικούς και πολιτικούς αξιωματούχους που είχαν μεταδοθεί από διάφορα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας. Στην πολυσέλιδή του απόφαση το Κακουργιοδικείο αποφάνθηκε ότι «απόδοση στους κατηγορούμενους ποινικής ευθύνης με τον τρόπο που έγινε από τα ΜΜΕ είναι απαράδεκτη σε μια ευνομούμενη κοινωνία».
Μετά την αθωωτική απόφαση του Δικαστηρίου, τόσο οι συγγενείς τους που βρέθηκαν στην αίθουσα του Δικαστηρίου όσο και συνάδελφοι ξέσπασαν σε πανηγυρισμούς και παρατεταμένα χειροκροτήματα.
Η παρέμβαση και ο εκνευρισμός του Εισαγγελέα
Στη 1 το μεσημέρι και ενώ το Κακουργιοδικείο βρισκόταν στο στάδιο ανάγνωσης της απόφασης εισήλθε στην αίθουσα του Δικαστηρίου ο Γενικός Εισαγγελέας Πέτρος Κληρίδης, ο οποίος ζήτησε να διακοπεί η διαδικασία προκειμένου να παραπεμφθεί το θέμα του μαρτυρικού υλικού (βίντεο) που δεν έγινε αποδεκτό, στο Ανώτατο Δικαστήριο υπό μορφή νομικού ερωτήματος. Το αίτημα του κ. Κληρίδη δεν έκανε αποδεκτό ο πρόεδρος του Κακουργιοδικείου και ο κ. Κληρίδης ζήτησε να μάθει το δικαιολογητικό που δεν έγινε αποδεκτό το βίντεο. Ο πρόεδρος του Κακουργιοδικείου Γιασεμής Γιασεμή περιορίστηκε να πει ότι απαγγέλλει απόφαση, με αποτέλεσμα ο κ. Κληρίδης να αποχωρήσει από την αίθουσα του Δικαστηρίου εμφανώς εκνευρισμένος.
Σε χθεσινές του δηλώσεις στη «Σ» ο Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Σάββας Μάτσας, ο οποίος χειρίστηκε την υπόθεση, είπε ότι το Κακουργιοδικείο βασίστηκε στην απόφασή του στη μη αποδοχή ως μαρτυρικού υλικού της βιντεοταινίας του ξυλοδαρμού και αποφάνθηκε ότι αυτή δεν ήταν αυθεντική. Ο κ. Μάτσας είπε ακόμα ότι δυο ειδικοί εμπειρογνώμονες μελέτησαν την κασέτα και την έκριναν αυθεντική. Όσον αφορά το ενδεχόμενο καταχώρησης έφεσης ο κ. Μάτσας ανέφερε ότι η απόφαση θα μελετηθεί σε βάθος σε συνεργασία με το Γενικό Εισαγγελέα Πέτρο Κληρίδη, ο οποίος θα αποφασίσει πότε και εάν θα καταχωρηθεί η έφεση.
«Βατερλό της Δικαιοσύνης»
Οργή και αγανάκτηση προκάλεσε, όπως ήταν φυσικό, στις οικογένειες των παραπονουμένων η απόφαση του Κακουργιοδικείου. Ο πατέρας του Μάρκου Παπαγεωργίου δρ Γιάννης Παπαγεωργίου χαρακτήρισε απογοητευτική την απόφαση, η οποία προκάλεσε πικρία και αγανάκτηση στις οικογένειες, αλλά και στην κοινή γνώμη. Χαρακτηριστικά, ο δρ Παπαγεωργίου είπε ότι η χθεσινή απόφαση αποτελεί το Βατερλό της Κυπριακής Δικαιοσύνης. Ερωτηθείς εάν θα εφεσιβληθεί η απόφαση, ο δρ Παπαγεωργίου είπε ότι αυτό είναι κάτι που θα συζητηθεί με τους νομικούς τους συμβούλους εν αναμονή και της απόφασης για πιθανή καταχώρηση έφεσης από το Γενικό Εισαγγελέα. Ο δρ Παπαγεωργίου δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο «να στραφούμε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων».
Ε. Ευσταθίου: «Δικάζουν και καταδικάζουν τα Μέσα Ενημέρωσης»
Ο δικηγόρος Ευστάθιος Ευσταθίου, κληθείς να σχολιάσει την αθωωτική απόφαση, είπε ότι αυτή τιμά την Κυπριακή Δικαιοσύνη και το δικαιικό σύστημα της Κύπρου. Ο κ. Ευσταθίου κατέκρινε τη στάση των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, τα οποία, όπως είπε, «προπηλακίζουν και χαρακτηρίζουν τους κατηγορούμενους εγκληματίες, προτού καταδικαστούν. Πρόκειται για παρέμβαση στο έργο της Δικαιοσύνης και πλήττει το τεκμήριο της αθωότητας», είπε, και πρόσθεσε ότι οποιαδήποτε παρέμβαση των ΜΜΕ στην Αγγλία ακυρώνει δίκη. Τόνισε, επίσης, ότι ο παραγωγός της βιντεοταινίας έπρεπε να μην κρυφτεί πίσω από το φόβο και να δώσει το δικαίωμα στην υπεράσπιση να τον αντεξετάσει. Ο κ. Ευσταθίου κατέληξε λέγοντας ότι η Πολιτεία οφείλει να παρέχει ασφάλεια στους μάρτυρες που θα καταθέσουν σε δίκες.
Ο δικηγόρος Ανδρέας Αγγελίδης με τη σειρά του ανέφερε ότι την απόφαση αυτή δεν την ανέμενε κανένας, αλλά, όπως είπε, βασίστηκε στο γεγονός ότι τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης δίκασαν και καταδίκασαν τους κατηγορούμενους πριν από τη δίκη τους.
Iωνάς: «Σοβαρά πολιτικά ζητήματα»
Σοβαρά πολιτικά ερωτήματα βλέπει να προκύπτουν ο αντιπρόεδρος του ΔΗΣΥ Ιωνάς Νικολάου σε σχέση με την αθωωτική απόφαση, η οποία, όπως είπε, χρήζει προσεκτικής μελέτης. Ανεξάρτητα από αυτό, πρόσθεσε, και με πλήρη σεβασμό στους λειτουργούς της Δικαιοσύνης, η απόφαση προκαλεί σοβαρά πολιτικά ερωτήματα κι εξέφρασε την πεποίθηση ότι δεν μπορεί η κοινωνία να στερηθεί του δικαιώματος να συζητά αποτρόπαια γεγονότα όταν αυτά από μόνα τους προκαλούν την κριτική.
«Οι αποτρόπαιες εικόνες που όλοι είδαμε στους δέκτες των τηλεοράσεών μας είναι βαθιά ριζωμένες στη σκέψη του κάθε ενός μάς. Φαίνεται, όμως, ότι κάποιοι τις ξέχασαν», πρόσθεσε. Ο κ. Νικολάου εξέφρασε την ελπίδα ότι η απονομή της Δικαιοσύνης δεν θα εγκλωβιστεί με τις ίδιες τις αποφάσεις της, μέσα από διαδικαστικές και νομικίστικες ενστάσεις. «Τέτοιες αποφάσεις», συμπλήρωσε, «που διακατέχονται και διαχέονται από διαδικαστικές και νομικίστικες ενστάσεις προκαλούν το περί δικαίου αίσθημα της κοινωνίας». Καταλήγοντας, ο κ. Νικολάου είπε πως δεν μπορεί να διαφεύγει κανενός ότι η κοινωνία έχει κρίση και δικαιούται να κρίνει τις αποφάσεις ακόμα και των δικαστηρίων.
Ποιοι είναι οι δέκα αθωωθέντες
Οι 10 αθωωθέντες αστυνομικοί, οι οποίοι μετά την απόφαση του Δικαστηρίου θα επιστρέψουν στα καθήκοντά τους, αφού αίρεται η διαθεσιμότητά τους, είναι οι: Ανδρέας Παύου Ευσταθίου, Χάρης Γεωργίου Χαρίτου, Ανδρέας Γεωργίου Παναγή, Γεώργιος Χριστάκη Παύλου, Γεώργιος Ανδρέου Κιλίλης, Κώστας Δήμου Τούμπας, Ιορδάνης Κυριάκου Ιορδάνου, Ανδρέας Νικολάου Χρίστου, Χριστιάνα Ανδρέου Αντωνίου και Τεύκρος Χαραλάμπους. Nα σημειωθεί ότι στην αίθουσα βρέθηκε ο Γιάννης Νικολάου, αφού ο Μάρκος Παπαγεωργίου βρίσκεται στο Λονδίνο. Σε δήλωσή του, ο Γιάννης Νικολάου ανέφερε ότι κυριαρχεί η τρομοκρατία, λέγοντας ότι «τρέμω να κυκλοφορήσω στους δρόμους».
Πέτρος Κληρίδης: «Δεν πρέπει να εμπιστευόμαστε πάντοτε τη Δικαιοσύνη»
Σε ψεσινές δηλώσεις του σε όλα τα τηλεοπιτκά κανάλια, ο Γενικός Εισαγγελέας Πέτρος Κληρίδης ήταν ιδιαίτερα έντονος και επέκρινε την απόφαση του Δικαστηρίου και την αθώωση των 10 κατηγορουμένων. Ο κ. Κληρίδης αμφισβήτησε ευθέως το αξιόπιστο της απονομής δικαιοσύνης, τονίζοντας χαρακτηριστικά ότι δεν πρέπει «να εμπιστευόμαστε πάντοτε τη Δικαιοσύνη».
Ο κ. Κληρίδης δήλωσε εντελώς απογοητευμένος από την ποιότητα της Κυπριακής Δικαιοσύνης. Όπως είπε, «ξεκινώ από το σημείο που εισήλθα στο Δικαστήριο για ν' ασκήσω ένα δικαίωμα που μου παρέχει ο νόμος, δηλαδή να ζητήσω παραπομπή νομικού ερωτήματος, αλλά ούτε καν με άκουσε το Δικαστήριο, αφού συνέχισε την ανάγνωση της απόφασης ωσάν και ο Γενικός Εισαγγελέας να μην είχε μπει στο Δικαστήριο και ούτε ζήτησε οτιδήποτε. Αυτή την απαξιωτική συμπεριφορά δεν τη δέχομαι από κανέναν. Ο Γενικός Εισαγγελέας είναι και θεωρείται ο πρώτος δικηγόρος και έχω απαίτηση τον ίδιο σεβασμό που τρέφω προς τα Δικαστήρια τον ίδιο σεβασμό να έχουν τα Δικαστήρια προς εμένα. Δεν έδειξε αυτό το σεβασμό το Δικαστήριο. Έδειξε μια απαξιωτική συμπεριφορά κάτι που μου δίνει το δικαίωμα με τον ίδιο τρόπο να μιλώ για το Δικαστήριό τους».
Συνεχίζοντας, ο κ. Κληρίδης είπε ότι ένας εκ των παραπονουμένων δήλωσε ότι η απόφαση αποτελεί ενθάρρυνση προς την τρομοκρατία.
«Αυτό ακριβώς έγινε με την αθώωση των κατηγορουμένων, τόνισε. Πού είναι η μαρτυρία των δυο εμπειρογνωμόνων; Ακόμα και αυτή να μη γινόταν αποδεκτή, δεν έβλεπαν οι παραπονούμενοι τη στιγμή που κακοποιούνταν; Γιατί δεν έγινε δεκτή αυτή η μαρτυρία τους; Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης σε ένα τόσο μεγάλης σημασίας και δημόσιου ενδιαφέροντος θέμα δεν είχαν δικαίωμα να προβάλουν τις σκηνές και να κάνουν και σχόλια; Πότε μπορεί ο Τύπος να μιλά; Εγώ δεν λέω να γίνονται λαϊκές δίκες, αλλά ο Τύπος δεν είχε δικαίωμα να πρόβαλλει και να σχολιάζει αυτές τις σκηνές; Τότε ποια είναι η αποστολή του Τύπου;
Eρωτηθείς τι πρόκειται να πράξει πλέον η Νομική Υπηρεσία, ο κ. Κληρίδης διερωτήθηκε «εάν κάνουμε έφεση, έχει καμιά σημασία ή θεραπεύoνται τα πράγματα; Ακόμα και σήμερα προβάλλονται οι σκηνές. Γιατί λένε όλοι ότι δεν έγινε κανονική αναγνώριση; Δεν ξέρω πώς λειτούργησαν οι τρεις δικαστές, αλλά η απόφαση είναι εντελώς λανθασμένη και έχει ο κάθε πολίτης το δικαίωμα να την κρίνει. Τα Δικαστήρια είναι υπό κρίση και για τα δικά τους σφάλματα. Ο κ. Κληρίδης είπε ότι «δεν πρέπει να υπερασπιζόμαστε την Κυπριακή Δικαιοσύνη».
