Σημερινή

Τρίτη, 25/09/2018
RSS

Πληρώνουμε «χρυσάφι» για γάλα και Εκπαίδευση

| Εκτύπωση | 02 Σεπτέμβριος 2018, 18:05 | Του Μαρίνου Παυλικά

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Eurostat, η Κύπρος είναι από τις ακριβότερες χώρες στην Ευρωπαϊκή Ένωση στα είδη πρώτης ανάγκης και την Εκπαίδευση, ενώ ραγδαία αύξηση των τιμών καταγράφεται τα τελευταία χρόνια και στις επικοινωνίες καθώς επίσης και στον τομέα της Υγείας

Ως μία από τις ακριβότερες χώρες θεωρείται η Κύπρος σύμφωνα με στοιχεία έρευνας της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και σύμφωνα με διεθνείς δείκτες κατάταξης των χωρών ανάλογα με τα οικονομικά κριτήρια. Σε έκθεση της Eurostat, η Κύπρος παρουσιάζεται ως χώρα με ιδιαίτερα υψηλές τιμές σε προϊόντα πρώτης ανάγκης, όπως το γάλα αλλά και σε υπηρεσίες, όπως η Εκπαίδευση. Αξίζει να σημειωθεί ότι, με βάση το κατά κεφαλήν Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) σε ισοτιμία αγοραστικής δύναμης (Purchasing Power Parity) σε στοιχεία του CIA World Factbook για το 2017, η Κύπρος κατατάσσεται στην 53η θέση, πάνω από το Ισραήλ, την Πορτογαλία, τη Ρωσία, την Ελλάδα και την Τουρκία, με το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε δολάρια να ανέρχεται στις $37.000.

Η τιμή γάλακτος

Όσον αφορά την τιμή του γάλακτος, όπως δείχνουν τα στοιχεία της Eurostat, η χώρα μας κατέχει την πρωτιά στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αφού είναι κατά 42% ακριβότερη από τον μέσο όρο της Ε.Ε., ποσοστό το οποίο παραμένει, σχεδόν, σταθερό, από το 2007. Σχολιάζοντας στη «Σημερινή» της Κυριακής τα εν λόγω ευρήματα της Eurostat, ο Γενικός Διευθυντής του Παγκυπρίου Οργανισμού Αγελαδοτρόφων (ΠΟΑ), Νίκος Παπακυριακού, ανέφερε ότι οι αυξημένες τιμές που παρατηρούνται στην έκθεση, που παρουσιάζουν την Κύπρο να έχει κατά 42% ακριβότερες τιμές στο γάλα από τον μέσο όρο της Ε.Ε., είναι δικαιολογημένες.

Σύμφωνα με τον ίδιο, ο κυριότερος λόγος είναι η αδυναμία της Κύπρου να παραγάγει ζωοτροφές, τις οποίες οι κτηνοτρόφοι αναγκάζονται να εισάγουν από το εξωτερικό, με αποτέλεσμα να αυξάνεται ανάλογα και το κόστος της παραγωγής κατά 60% περίπου. Το γεγονός αυτό, υπογράμμισε, δικαιολογεί τις υψηλές τιμές στο γάλα στη χώρα μας σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τόσο σε αγελαδινό, όσο και σε αιγοπρόβειο. Παρ’ όλα αυτά, αξίζει να σημειωθεί ότι στη Μάλτα, η οποία βρίσκεται σε παρόμοια κατάσταση με την Κύπρο λόγω της μορφολογίας του εδάφους της και του νησιωτικού χαρακτήρα της, η τιμή του γάλακτος είναι μόλις κατά 16% πιο πάνω από τον μέσο όρο της Ε.Ε και στην Ελλάδα κατά 28%.

Ακριβή και η Εκπαίδευση

Ακριβή θεωρείται η Κύπρος και στον τομέα της Εκπαίδευσης. Σύμφωνα με την ίδια έκθεση, η χώρα μας είναι κατά 15,1% ακριβότερη από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μάλιστα το κόστος της Εκπαίδευσης στη χώρα μας βρίσκεται στα ίδια επίπεδα με τη χώρα με το -κατά πολλούς- ιδανικότερο εκπαιδευτικό σύστημα, αυτό της Φινλανδίας, η οποία είναι κατά 19,9% πάνω από τον μέσο όρο.

Τα χρήσιμα συμπεράσματα της έρευνας καταδεικνύουν ότι το κόστος του εκπαιδευτικού συστήματος στην Κύπρο αυξήθηκε ραγδαία κατά 13%, περίπου, από το 2007, ενώ είναι υψηλότερο από το κόστος χωρών όπως η Γερμανία, η Ιρλανδία, η Ισπανία ή η Ιταλία. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι οι τιμές στον χώρο της Εκπαίδευσης στην Ελλάδα είναι κατά 35,8% φθηνότερες από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καταγράφοντας μία φθίνουσα πορεία κατά 40%, περίπου, τα τελευταία δέκα χρόνια.

Από την άλλη φαίνεται ότι η χώρα μας δαπανά πολύ περισσότερα από τον υπόλοιπο κόσμο στον τομέα της Εκπαίδευσης. Σύμφωνα με στοιχεία του Ινστιτούτου Στατιστικής της UNESCO, όπως καταγράφονται στην τράπεζα πληροφοριών της «Worldbank», η δαπάνη του κυπριακού κράτους για τον τομέα της εκπαίδευσης ανήλθε για το 2014 στο 6,1% επί του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος, σε αντίθεση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, που κατά μέσο όρο δαπανά το 5,3% και σε σύγκριση με τα παγκόσμια στοιχεία όπου οι δαπάνες για το εκπαιδευτικό σύστημα ανέρχονται στο 4,9%.

Υγεία κι επικοινωνίες

Σε ό,τι αφορά τον τομέα της Υγείας, οι τιμές στη χώρα μας είναι κατά 3,8% υψηλότερες από τον μέσο όρο της Ε.Ε. Ποσοστό το οποίο αυξήθηκε, μάλιστα, κατά 23,2% τα τελευταία χρόνια. Ραγδαία αύξηση καταγράφηκε και στις επικοινωνίες, τομέα στον οποίο η Κύπρος κατείχε τα χαμηλότερα ποσοστά το 2017 (-37,2% σε σχέση με τον μέσο όρο). Μέχρι, όμως, το 2017, καταγράφηκε μία αύξηση της τάξης του 49,2%, αύξηση που δεν αποτρέπει τη χώρα μας από το να συγκαταλέγεται ανάμεσα στις χώρες χαμηλού κόστους επικοινωνιών, με -13,5% από τον μέσο όρο για το 2017.

Τα έξοδα για τη συντήρηση των νοικοκυριών (υδροδότηση, ηλεκτρισμό και θέρμανση) είναι κατά 28,5% φθηνότερα από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ σε χαμηλό κόστος κυμαίνονται και οι τιμές των μεταφορών (-11.9%). Παρ’ όλα αυτά, ενώ στον τουριστικό τομέα η χώρα μας παρουσιάζεται κατά 7,3% φθηνότερη, εντούτοις, παραμένει ακριβότερη σε σχέση με τις ανταγωνιστικές με αυτήν αγορές όπως είναι η Τουρκία (-37,3%), η Ελλάδα (-18,2%) και η Μάλτα (18,7%).

Άλλα είδη πρώτης ανάγκης

Αναφορικά με τα υπόλοιπα είδη πρώτης ανάγκης, οι τιμές σε τρόφιμα και μη αλκοολούχα ποτά είναι κατά 7,3% ακριβότερες, σε ψωμί και δημητριακά κατά 16,3% ακριβότερες, ενώ σε φρούτα, λαχανικά και πατάτες κατά 8,5% χαμηλότερες. Χαμηλότερες είναι οι τιμές και στο κρέας κατά 11,3%. Σύμφωνα με την επίσημη έκθεση της Eurostat για το 2017, οι τιμές των αγαθών στη χώρα μας είναι κατά 9,9% χαμηλότερες σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δανία και Λουξεμβούργο κατέχουν τα υψηλότερα ποσοστά ακρίβειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (+41%), ενώ η Βουλγαρία τα χαμηλότερα (-56%) και ακολουθεί η Ρουμανία (-52%), η Πολωνία (-47%), η Ουγγαρία (-42%) και η Λιθουανία (-40%).

Δεν κινδυνεύουμε με νέα φούσκα

Σύμφωνα, πάντως, με τον Καθηγητή Χρηματοοικονομικών του CIIM, Γιώργο Θεοχαρίδη, ο χαμηλός ρυθμός πληθωρισμού είναι καθ’ όλα λογικός, αφού διαδέχεται μια περίοδο αποπληθωρισμού που διήνυσε η χώρα μας κατά την περίοδο της οικονομικής ύφεσης. Όπως εξήγησε στη «Σ», ο χαμηλός ρυθμός πληθωρισμού καταδεικνύει ότι η αγοραστική δύναμη έχει αυξηθεί, οδηγώντας στην αύξηση της ζήτησης και στις τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών. Παρ’ όλα αυτά, ανέφερε, η χώρα μας εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η πορεία αυτή που ακολουθεί η κυπριακή οικονομία θεωρείται λογική, αφού οι θετικοί ρυθμοί ανάπτυξης επιφέρουν αύξηση στις τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών.

Παρ’ όλα αυτά, σε ερώτηση αν η πορεία αυτή πιθανόν να οδήγησε σε νέα οικονομική φούσκα, ο κ. Θεοχαρίδης απάντησε αρνητικά, υπογραμμίζοντας την προσεγμένη χρηματοδότηση της αγοράς, την αυστηρή εποπτεία από τις κυπριακές τράπεζες και τα λάθη του πρόσφατου παρελθόντος, τα οποία λειτουργούν αποτρεπτικά.