Σημερινή

Κυριακή, 23/09/2018
RSS

«Ένας κόσμος που (δεν) χάθηκε»

| Εκτύπωση | 02 Σεπτέμβριος 2018, 18:00 | Του Σάββα Ιακωβίδη

ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΤΟΥΛΑΣ ΧΑΤΖΗΚΩΣΤΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΤΟΥ ΧΘΕΣ

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΜΟΣΧΟΜΥΡΙΣΜΕΝΗ, ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ, ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗ ΚΑΙ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΑ ΦΟΡΤΙΣΜΕΝΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΕΝΟΣ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΚΑΘΕ ΣΤΙΓΜΗ ΕΙΝΑΙ ΟΛΟΖΩΝΤΑΝΟ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ

Τελικά, ο κόσμος της Τούλας Χατζηκωστή ΔΕΝ χάθηκε! Είναι ολοζώντανος, λαμπερός, καθάριος, γνήσιος, ο κόσμος μιας Κύπρου της λεβεντιάς, της ανθρωπιάς, του φιλότιμου, της φιλοπατρίας και της δημιουργίας, του ήθους, του αγώνα και της σκληρής δουλειάς και παρελαύνει ανόθευτος και φωτεινός μέσα από τις σελίδες του βιβλίου της. Αξίζει να το διαβάσετε!


Ας ξεκινήσω από τον τίτλο του βιβλίου της Τούλας Χατζηκωστή: «Ένας κόσμος που χάθηκε. Γλυκόπικρες αναμνήσεις από την Κύπρο τού χθες» (εκδόσεις Γερμανός, Θεσσαλονίκη, 2018). Ένας κόσμος ή ένας λαός ή ακόμα και ένας άνθρωπος χάνεται όταν διαγράφεται από τη μνήμη, λησμονείται από τη σκέψη και σβήνεται από τις αναμνήσεις. Ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να επιστρέφεις στο παρελθόν; Να το θυμάσαι! Όπως ακριβώς είπε ο George Santayana (1863-1952, Ισπανοαμερικανός φιλόσοφος): «Όποιος δεν θυμάται το παρελθόν του, είναι καταδικασμένος να το ξαναζήσει». Και ο Δ. Καμπούρογλου (1852-1942), επιμένει: «Οι Έλληνες, για να πάνε μπροστά, πρέπει να κοιτάζουν πίσω».

Η Τούλα Χατζηκωστή στο βιβλίο της καταγράφει, περιγράφει, παρακολουθεί και διηγείται έναν κόσμο που… δεν χάθηκε! Διότι τον ζωντανεύει μέσα από τη διήγησή της, η οποία είναι μία φορτισμένη, συναισθηματικά, προσωπικά και εθνικά, περιήγηση και ξενάγηση σε έναν μοναδικό κόσμο, τον κόσμο της παιδικής, εφηβικής, νεανικής, φοιτητικής και ύπανδρης ζωής της, μέχρι που το αττιλικό φάσγανο την εκδίωξε από την ωραία Μόρφου και την κατέστησε πρόσφυγα, όπως τόσες δεκάδες χιλιάδες Έλληνες της Κύπρου. Αυτός ο κόσμος ουσιαστικά δεν χάθηκε επειδή ξαναζωντανεύει με όλες εκείνες τις λεπτομέρειες, τις χαρές, τις λύπες, τις πίκρες και ειδικά τη θλίψη και την απαρηγόρητη νοσταλγία ενός τόπου, ο οποίος κατέχεται από τον πιο βάρβαρο κατακτητή, τον Τούρκο εισβολέα.

«Να νοσταλγείς τον τόπο σου ζώντας στον τόπο σου, τίποτα δεν είναι πιο πικρό», σημειώνει ο Νομπελίστας ποιητής μας, Γ. Σεφέρης, και αυτήν την πίκρα τη βιώνει μέσα από το κείμενό της η Τούλα Χατζηκωστή: «Δεν άφησαν σπίτι γερό. Δεν άφησαν πόρτες και παράθυρα στα σπίτια. Το πλιάτσικο γινόταν με γρήγορο ρυθμό (…). Έμειναν τα σπίτια μας ορφανά. Έμειναν τα νεκροταφεία με σπασμένους τους σταυρούς. Έμειναν οι εκκλησιές μας χωρίς εικόνες, αλειτούργητες κι έγιναν στάβλοι για τα ζώα. Έμειναν οι κόποι τόσων χρόνων, τα περιβόλια μας να ξηραίνονται στο έλεος του καιρού…».

Φορτισμένη περιγραφή

Το βιβλίο της Τούλας Χατζηκωστή είναι μια μοσχομυρισμένη, ευφρόσυνη, κεχαριτωμένη και συναισθηματικά φορτισμένη περιγραφή ενός παρελθόντος, το οποίο κάθε στιγμή είναι ολοζώντανο μπροστά στα μάτια του αναγνώστη. Από τη Βατυλή στη Μόρφου, και από τη Λευκωσία στην Πάφο, παρελαύνουν πρόσωπα, εικόνες, περιστατικά, γεύσεις, δοκιμασίες, αγώνες, ανησυχίες, εξάρσεις, όλα επενδυμένα με χαρές, τραγούδια για μια εποχή που δεν χάθηκε αλλά συνεχίζει να διατηρείται ζείδωρη και ενεργή μέσα από τη διήγηση και περιήγηση στην οποία μας ξεναγεί το βιβλίο. Οι γονείς, τα αδέλφια, οι συγγενείς, οι γείτονες, οι συνάδελφοι, οι φίλοι, οι συμφοιτητές, είναι η μια από τις σημαντικές πλευρές του βιβλίου.

Από την άλλη, γίνεται αναγκαία αναδρομή και αναφορά σε πολιτικές εξελίξεις της περιόδου από τον μεσοπόλεμο, μέχρι το Δημοψήφισμα του 1950, τον Απελευθερωτικό Αγώνα της ΕΟΚΑ και τα μετέπειτα συμβάντα, μετά την ανεξαρτησία, μέχρι την τουρκική εισβολή. Η Τούλα Χατζηκωστή γράφει για το Δημοψήφισμα της 15ης Ιανουαρίου 1950:

«Στις 15 του Γενάρη (1950), πρωί-πρωί ξυπνήσαμε και ετοιμαστήκαμε, οι γονείς μου, ο αδελφός μου κι εγώ.

- Είναι ιστορικές στιγμές, γι’ αυτό θέλω να ’ρθείτε κι εσείς μαζί μας, τα παιδιά, να ζήσετε αυτές τις κρίσιμες ώρες, είπε ο πατέρας. Επιτέλους, οι κάτοικοι της Κύπρου θα εκφράσουν τη θέλησή τους για την Ένωση της Κύπρου με τη μητέρα Ελλάδα. Οι προαιώνιοί μας πόθοι θα γίνουν πραγματικότητα. "Η Εθναρχούσα Εκκλησία της Κύπρου προκήρυξε δημοψήφισμα για αυτοδιάθεση του κυπριακού λαού και ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα".

»Σ' ένα μεγάλο τραπέζι, στο προαύλιο της Αγίας Παρασκευής, κάθονταν τέσσερα-πέντε άτομα μ’ ένα μεγάλο ανοιχτό βιβλίο μπροστά τους. Εκεί οι γονείς μου μπήκαν σε μια σειρά, αμίλητοι, λόγω ιερότητας της στιγμής. Ο πατέρας μου είχε γίνει κατακόκκινος από τη συγκίνησή του. Προχώρησαν προς το μεγάλο βιβλίο, έσκυψαν με ευλάβεια και υπέγραψαν υπέρ της "Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα". Στον δρόμο για το σπίτι ο πατέρας μας δήλωσε ότι οι μεγάλες αποφάσεις πολλές φορές μπορεί να έχουν δυσμενείς συνέπειες.

- Κι αν με παύσουν οι Εγγλέζοι, γυναίκα, θα δουλέψουμε στα χωράφια όπως δουλεύει όλος ο κόσμος, κι εσείς παιδιά θα σφίξετε τα ζωνάρια, αλλά τουλάχιστον θα είμαστε ήσυχοι και περήφανοι ότι κάναμε το καθήκον μας προς την πατρίδα».

Μόρφου και Βατυλή

Η Μόρφου δεσπόζει στη διήγηση της Τούλας Χατζηκωστή. Με γλαφυρές περιγραφές αναφέρεται σε πρόσωπα της πόλης και σε περιστατικά και καταγράφει πώς «οι Μορφίτες, από απλοί γεωργοί μετατράπηκαν σε καλλιεργητές μεγάλων εκτάσεων εσπεριδοειδών, που άρχισαν να επεκτείνονται σε όλη την επαρχία της Μόρφου. Η νέα αυτή δραστηριότητα απέφερε πολλά εισοδήματα, τα οποία θα συνέβαλλαν τα επόμενα χρόνια στη μεγάλη οικονομική πρόοδο της κωμόπολης».
Μα και η Βατυλή «ήταν για μας το αγαπημένο μας χωριό», γράφει η Τούλα Χατζηκωστή, «με τα μικρά σπίτια της, τα περισσότερα μονοώροφα, τους στενούς δρόμους και τις δύο-τρεις μεγάλες πλατείες. Στο κέντρο της κάθε πλατείας ήταν κτισμένες με τσιμέντο οι βρύσες του χωριού στις οποίες κατέφευγαν οι γυναίκες και τα παιδιά για να γεμίσουν τις στάμνες και τους μεγάλους ντενεκέδες με νερό». Η Βατυλή χάρισε τα πιο πλούσια βιώματα στην Τούλα Χατζηκωστή, που «θα τα θυμόμουν ως το καλύτερο της παιδικής μου ηλικίας».

Και μετά ήρθε η προπαρασκευή και η έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ με αρχηγούς τον Μακάριο και τον στρατηγό Διγενή. Όχι χωρίς αμφισβητήσεις και αμφιβολίες: «Η γιαγιά», γράφει η Τούλα Χατζηκωστή, «όπως και πολλοί άλλοι συντηρητικοί, φοβόντουσαν την επανάσταση. Θεωρούσαν ως μεγάλη ασφάλεια την αγγλοκρατία και τη σύγκριναν πάντα με την τουρκοκρατία. Διηγούνταν μάλιστα τα κακά που είχαν ακούσει από τις γιαγιάδες τους ότι έκαναν οι Τούρκοι στους Έλληνες χριστιανούς. Επέμενε ότι "οι Εγγλέζοι είναι χριστιανοί, είναι πολιτισμένοι, είμαστε κύριοι του εαυτού μας, έχουμε ασφάλεια και ξέρουμε ότι, όταν χτυπήσει το πρωί η πόρτα μας, είναι ο γαλατάς". Ναι, η Μόρφου είχε γαλατά που έφερνε κάθε πρωί φρέσκο γάλα σε γυάλινο μπουκάλι από την έπαυλη».

Ο κόσμος της Κύπρου

Ο απελευθερωτικός αγώνας της ΕΟΚΑ, οι μαθητικές διαδηλώσεις, οι συλλήψεις, οι φυλακίσεις αγωνιστών και οι απαγχονισμοί διαζωγραφίζονται με ενάργεια στο βιβλίο καθώς και οι συναντήσεις της συγγραφέως με τον Μακάριο και τον στρατηγό Διγενή. Τα φοιτητικά χρόνια στην Αθήνα και η γνωριμία της Τούλας Χατζηκωστή με τον μέλλοντα σύζυγό της, Κώστα, η επιστροφή στην Κύπρο, η γέννηση του Νίκου και του Άντη, η τουρκοανταρσία και η Αγία Τηλλυρία που κάηκε από τις τουρκικές ναπάλμ και η τουρκική εισβολή.

Η Τούλα Χατζηκωστή αφιερώνει πολλές σελίδες του βιβλίου της για όσα φοβερά και βάρβαρα οι Τούρκοι εισβολείς διέπραξαν σε βάρος των Ελλήνων και ειδικά τους βιασμούς ανυπεράσπιστων γυναικών. Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου είναι διάχυτη η απόγνωση, η πίκρα για όσα η Κύπρος μας υπέστη εξαιτίας και λαθών των ηγετών μας, μετά το πραξικόπημα εναντίον του Μακάριου, ο εμφύλιος σπαραγμός και ο όλεθρος που ακολούθησε από την Τουρκία.

Το βιβλίο της Τούλας Χατζηκωστή είναι μια λαμπάδα μνήμης, που θυμίζει σε όσους βίωσαν την τουρκική βαρβαρότητα ότι δεν πρέπει να ξεχνούν και για όσους, νεότερους, δεν τα έζησαν ότι οφείλουν να θυμούνται και να μάχονται αταλάντευτα για την απελευθέρωση της πατρίδας μας από τον αττιλικό ζυγό. Τελικά, ο κόσμος της Τούλας Χατζηκωστή ΔΕΝ χάθηκε! Είναι ολοζώντανος, λαμπερός, καθάριος, γνήσιος, ο κόσμος μιας Κύπρου της λεβεντιάς, της ανθρωπιάς, του φιλότιμου, της φιλοπατρίας και της δημιουργίας, του ήθους, του αγώνα και της σκληρής δουλειάς και παρελαύνει ανόθευτος και φωτεινός μέσα από τις σελίδες του βιβλίου της. Αξίζει να το διαβάσετε!