Σημερινή

Τετάρτη, 21/11/2018
RSS

Ανησυχία και προβληματισμός για το κάμπινγκ Πόλης

| Εκτύπωση | 12 Αύγουστος 2018, 18:02 | Του Μάριου Ιγνατίου

Η ΠΥΡΚΑΓΙΑ ΠΟΥ ΞΕΣΠΑΣΕ ΤΑ ΞΗΜΕΡΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΕΡΑΣΜΕΝΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΤΙΚΟ ΧΩΡΟ ΘΟΡΥΒΗΣΕ ΤΟΥΣ ΠΑΝΤΕΣ ΚΑΙ ΟΛΟΙ ΕΚΦΡΑΖΟΥΝ ΕΤΟΙΜΟΤΗΤΑ ΛΗΨΗΣ ΔΙΟΡΘΩΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΓΙΑ ΜΗ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΤΕΤΟΙΟΥ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟΥ

Έντονη ανησυχία και μεγάλος προβληματισμός επικρατεί ανάμεσα στους κατοίκους της περιοχής Χρυσοχούς, αλλά και τους κατασκηνωτές του Κατασκηνωτικού Χώρου Πόλεως Χρυσοχούς, μετά το πρόσφατο θλιβερό περιστατικό πυρκαγιάς που ξέσπασε τα ξημερώματα της περασμένης Κυριακής και απείλησε σοβαρά την περιοχή. Η φωτιά έφερε στους θαμώνες αλλά και σε όσους ενημερώθηκαν την επομένη για το περιστατικό, μνήμες από τις φονικές πυρκαγιές στην Αττική.

Όλα θα μπορούσαν να ήταν διαφορετικά υποστηρίζουν, μιλώντας στη «Σημερινή» της Κυριακής, τόσο ο δήμαρχος Πόλεως Χρυσοχούς, Γιώτης Παπαχριστοφή, όσο και ο διαχειριστής του κάμπινγκ, Νίκος Τιμοθέου, αλλά και κατασκηνωτές που διανυκτέρευαν στον χώρο. «Αν ο αέρας ήταν πιο δυνατός και αν άλλαζε φορά, σήμερα θα μιλούσαμε για ολοκληρωτική καταστροφή», αναφέρουν και σίγουρα θα θρηνούσαμε θύματα.

Το οδοιπορικό της «Σ» στην περιοχή, την αμέσως επόμενη ημέρα, στόχο έχει να αναδείξει τα τρωτά και επικίνδυνα σημεία που αναδύονται από το συμβάν, αλλά και να δώσει τον λόγο στους επηρεαζόμενους να μιλήσουν και να στείλουν μηνύματα.

Οι μαρτυρίες

Το οδοιπορικό μας ξεκίνησε από αυτούς που έζησαν το συμβάν της περασμένης Κυριακής. Η Μαρία Ανδρέου, από τη Λευκωσία, που επισκέπτεται οικογενειακώς τον χώρο τα τελευταία τρία χρόνια, περιγράφει στην εφημερίδα μας: «Ξημερώματα Κυριακής ζήσαμε τον απόλυτο τρόμο. Νιώσαμε ότι κινδυνεύαμε και η ασφάλειά μας δεν ήταν δεδομένη. Ήταν γύρω στη μία τα ξημερώματα όταν μας ξύπνησαν λέγοντάς μας πως πρέπει να φύγουμε. Ξυπνήσαμε το μωρό και βγήκαμε από τις σκηνές.

»Προσπαθήσαμε να απομακρυνθούμε από την έξοδο διαφυγής, η οποία αρχικά ήταν κλειδωμένη, όμως ευτυχώς οι άνθρωποι εδώ στον χώρο έσπασαν τις αλυσίδες και αυτό κατέστη πιο εύκολο. Όλοι φώναζαν και έτρεχαν να φύγουν. Η Αστυνομία και οι διαχειριστές, αλλά και εμείς οι ίδιοι, ψάχναμε να βρούμε κόσμο που ήταν ακόμη στα αντίσκηνα και ίσως δεν πήρε χαμπάρι τι συνέβη», πρόσθεσε, σημειώνοντας πως σίγουρα η περιοχή χρειάζεται περισσότερα και το κράτος πρέπει να δει αυτή την περιοχή με μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

«Δεν γίνεται να ακούμε ότι για οικονομικούς λόγους δεν έχουν καθαριστεί οι καλαμιώνες και εξαιτίας αυτών να τίθενται εν αμφιβόλω οι ζωές 250 ανθρώπων. Αν η φωτιά ήταν πιο δυνατή και φυσούσε αέρας προς την κατεύθυνση του κάμπινγκ, σήμερα θα μετρούσαμε πολλά θύματα όπως στην Ελλάδα», μας λέει η Μαρία, με τον μικρό της γιο, Γιώργο, ηλικίας 6 ετών, να φωνάζει κατά τη διάρκεια της συνομιλίας μας ότι θα βάλει φυλακή αυτούς που έβαλαν τη φωτιά.

Η αλήθεια είναι, λέει καταλήγοντας η Μαρία, ότι η κατάσταση στην Ελλάδα μας έθεσε σε μεγαλύτερη υποψία και σε καμία περίπτωση δεν υποτιμήσαμε τον κίνδυνο.

«Άλλωστε αυτή η τραγωδία που είδαμε στις τηλεοράσεις μας ήταν νωπή και δεν μπορούσε να μην μας αναγκάσει να τρέξουμε για να φύγουμε, υπακούοντας στις προτροπές των αρμοδίων. Μας αρέσει ο χώρος αλλά νιώθουμε λίγη ανασφάλεια λόγω του περιστατικού. Δεν σας κρύβω πως την επόμενη ημέρα που βλέπαμε τα πυροσβεστικά οχήματα, τα οποία βρίσκονταν σε επιφυλακή στο σημείο, μη τυχόν υπάρξει αναζωπύρωση, αισθανθήκαμε πολύ καλύτερα και μεγαλύτερη ασφάλεια», κατέληξε.

Ας κοιτάξουν την περιοχή

Από την πλευρά του, ο Μάριος Νικολάου, γύρω στα 23, επίσης από τη Λευκωσία, μας εξηγεί ότι μισή ώρα μετά την άφιξή τους στο σημείο και αφού είχαν στήσει τα αντίσκηνά τους και εναπόθεσαν τα πράγματά τους, ξέσπασε η φωτιά. «Κανένας δεν μας ειδοποίησε και κανένας δεν πήρε χαμπάρι. Εγώ προσωπικά πήγα να πάρω παγάκια και δεν βρήκα κανένα. Στη συνέχεια είδαμε τη φωτιά και τους καλαμιώνες να καίγονται. Τότε καταλάβαμε ότι κάτι κακό συμβαίνει.

»Εγώ προσωπικά με τους φίλους μου τρέξαμε και ειδοποιήσαμε και τους άλλους και σιγά-σιγά ο ένας τον άλλο για να βεβαιωθούμε πως όλοι θα απομακρυνθούν. Οι πυρκαγιές στην Ελλάδα είναι η αλήθεια μας έκαναν να κινητοποιηθούμε πολύ πιο γρήγορα. Σε μισή ώρα εξαφανιστήκαμε όλοι από το σημείο γιατί φοβηθήκαμε», συνέχισε.

Επίσης, ο Πάμπος και η Έλενα από τη Λάρνακα πηγαίνουν στο κάμπινγκ εδώ και 17 χρόνια. Από τότε που ήταν ακόμη μαθητές, όπως μας διηγήθηκαν. «Η περιοχή χρειάζεται περισσότερη κρατική στήριξη και ο δήμος οφείλει να προσφέρει ένα πιο ασφαλές περιβάλλον στους κατασκηνωτές. Δυστυχώς πληροφορούμαστε ότι το θέμα είναι οικονομικό. Η περιοχή, από τον Πύργο μέχρι το Νέο Χωρίο είναι η ωραιότερη της Κύπρου. Ο κόσμος απλός, αγνός και φιλόξενος.

»Η περιοχή όμως έμεινε στα ίδια επίπεδα ανάπτυξης όπως ήταν πριν τόσα χρόνια. Καμία σχέση με τον Πρωταρά και την Αγία Νάπα. Είναι κρίμα για αυτό τον κόσμο αλλά και για τους τουρίστες. Κακό οδικό δίκτυο, μειωμένες υπηρεσίες, ελλείψεις σε κρατικές δομές και όλα αυτά γιατί το κράτος θέλει να κάνει οικονομία. Ας κάνουν από αλλού και να δουν και λίγο την Πόλη Χρυσοχούς», αναφέρει ο Πάμπος, ο οποίος επαναλαμβάνει διαρκώς ότι από το 2001 δεν έλειψε ποτέ από την περιοχή.

Τι λέει ο διαχειριστής

Για το συμβάν που προκάλεσε ανησυχία μίλησε στην εφημερίδα μας και ο διαχειριστής του κατασκηνωτικού χώρου, Νίκος Ματθαίου. Όπως μας εξομολογήθηκε, από το 2000 που διαχειρίζεται τον χώρο, όμοιο περιστατικό σαν αυτό της περασμένης εβδομάδας δεν υπήρξε ποτέ.

«Παρόμοια πολλά, αλλά σε τέτοια ένταση και με τόση επικινδυνότητα πρώτη φορά. Δυστυχώς το κακό μια φορά θα γίνει. Πρέπει το Τμήμα Δασών, η Υπηρεσία Περιβάλλοντος και ο δήμος να θέσουν ένα τέρμα σε αυτή την κατάσταση. Το κράτος οφείλει να σταθεί αρωγός. Από την ημέρα του περιστατικού και μέχρι σήμερα ήρθαν και επιθεώρησαν την περιοχή και τα αρμόδια τμήματα και η Πυροσβεστική.

»Τα όσα ακούμε για οικονομική στενότητα και ανάγκη για απελευθέρωση κονδυλίων σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελούν απαντήσεις ούτε να είναι δικαιολογίες. Η ύπαρξη και η λειτουργία του κάμπινγκ δεν μπορεί να συνεχίσει να στηρίζεται στην τύχη. Το κράτος δεν έδωσε γρόσι τα τελευταία χρόνια για τον καθαρισμό του χώρου, ούτε μέσα ούτε έξω. Τα ξημερώματα της Κυριακής ξυπνούσαμε άρον-άρον τον κόσμο για να βγει από τα αντίσκηνά του και στην αρχή τους τρομάζαμε κιόλας.

»Κάποιοι αντιδρούσαν πολύ απότομα, γιατί σκέψου να κοιμάσαι και να έρθουν κάποιοι να σου κουνάνε το αντίσκηνο και να φωνάζουν. Θέλω μέσω της εφημερίδας σας να στείλω ένα μήνυμα στους αρμόδιους υπουργούς και ίσως και τον ΠτΔ αν διαβάσει το άρθρο. Η περιοχή πρέπει να καθαριστεί κατ' επειγόντως», πρόσθεσε ο διαχειριστής του κάμπινγκ, σημειώνοντας ότι «από τον χώρο κάθε χρόνο περνούν έξι με οκτώ χιλιάδες κατασκηνωτές. Από την Κύπρο αλλά και πολλές άλλες χώρες. Γερμανοί, Ιταλοί, Άγγλοι, Γάλλοι και από όλο τον πλανήτη έρχονται να μείνουν εδώ, δεν γίνεται να υπάρχει αυτή η κατάσταση. Εδώ μεγάλωσαν γενιές ολόκληρες. Υπάρχει μια οικογένεια Ολλανδών που έρχεται κάθε χρόνο, δυο φορές μάλιστα από τον καιρό που άνοιξε το κάμπινγκ, εδώ δηλαδή και 30 χρόνια», κατέληξε.

Η άποψη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης

Ο δήμαρχος της Πόλης, από πλευράς του, φωνάζει από την ημέρα που ανέλαβε, αλλά φαίνεται οι φωνές του δεν είναι αρκετά δυνατές και δεν φτάνουν μέχρι τα ανώτατα δώματα του κράτους. Πέραν από την καταγεγραμμένη ανησυχία του Δήμου Πόλεως Χρυσοχούς για την κατάσταση στον περιβάλλοντα χώρο του κάμπινγκ, η περιοχή χρειάζεται πολλά παραπάνω. Δεν μπορεί το θέμα να είναι οικονομικό, δεν γίνεται να προσεγγίζεται μόνο οικονομικά, σημειώνει ο κ. Παπαχριστοφή.

«Μπορεί ο προκαταρκτικός υπολογισμός του κόστους να ανέρχεται στις €200.000, σύμφωνα με τα αρμόδια κυβερνητικά τμήματα, αλλά τους υπενθυμίζουμε ότι η ανθρώπινη ζωή είναι ανεκτίμητη και πιο σημαντική. Ακόμη και έτσι να το δουν εγώ τους καλώ να υπολογίσουν πόσα στοίχισαν οι περσινές δέκα κατασβέσεις, σε τέσσερις εκ των οποίων χρειάστηκαν να χρησιμοποιηθούν πτητικά μέσα. Υπολόγισαν ποτέ πόσα χρειάζεται η Δημοκρατία για να κάνει μια επιχείρηση κατάσβεσης με δυο ελικόπτερα και δέκα πυροσβεστικά οχήματα; Αν το έκαναν σίγουρα θα προτιμούσαν να έδιναν τα λεφτά που απαιτούνται στα αρμόδια τμήματα και τον Δήμο Πόλεως Χρυσοχούς για να καθαρίσει την περιοχή, παρά να δίνουν πολλαπλάσια για κατάσβεση», υπογράμμισε, τονίζοντας πως ο ποταμός πρέπει να καθαριστεί άμεσα.

«Φανήκαμε τυχεροί που δεν υπήρχε αέρας γιατί αλλιώς δεν θα γλύτωνε τίποτα», τόνισε, λέγοντας ότι «οι φωτιές δεν είναι τυχαίες δυστυχώς και αυτό αποδεικνύεται και από τις πυρκαγιές του 2017. Πέρσι όλες οι φωτιές εκδηλώθηκαν την ώρα που φυσούσε αέρας, ενώ φέτος ευτυχώς δεν συνέβη το ίδιο».

Ο κόσμος που χρησιμοποιεί το κάμπινγκ, σημειώνει ο κ. Παπαχριστοφή, «πρέπει να νιώθει σίγουρος ότι εμείς θα κάνουμε τα πάντα για να καθαριστεί ο χώρος και να νιώθει ασφαλής. Μπροστά σε αυτό δεν κάνουμε εκπτώσεις και καλά κάνουν όλοι να το καταλάβουν. Ξεκινήσαμε άμεσα και μαζί με το Τμήμα Δασών θα κάνουμε όλα όσα χρειάζονται για να καθαριστεί ο χώρος περιμετρικά. Οι καλαμιώνες πρέπει να αντικατασταθούν άμεσα με δέντρα γιατί μόνο έτσι μπορούμε να αναχαιτίσουμε αυτή την κατάσταση σε μελλοντικά έκτακτα περιστατικά», συμπλήρωσε.

Μπορεί η περιοχή να ανταποκριθεί σε έκτακτο περιστατικό;

Εδώ η απάντηση είναι υποκειμενική. Κάποιος θα έλεγε σίγουρα και αβίαστα «ναι», αλλά υπό προϋποθέσεις. Δηλαδή τόσο η Πυροσβετική όσο και η Αστυνομία αλλά και το Νοσοκομείο και η Πολιτική Άμυνα, σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, θα ενισχυθούν από γειτονικούς σταθμούς, ακόμη και από την Πάφο. Είναι όμως σήμερα επαρκώς στελεχωμένα από προσωπικό και εξοπλισμό;

Στο ερώτημα αυτό, αν πρέπει να απαντηθεί δημοσιογραφικά, σίγουρα η απάντηση είναι «όχι». Άλλωστε αυτό δεν το λέει ο γράφων αλλά οι ίδιοι οι κάτοικοι, ο ίδιος ο δήμαρχος, ο οποίος πηγαινοέρχεται στη Λευκωσία και ζητά ενισχύσεις και οι παράγοντες της περιοχής. Σε μελλοντικό μας ρεπορτάζ θα ασχοληθούμε εκτενέστερα με το θέμα γιατί η περιοχή και οι κάτοικοί της και αξίζουν και δικαιούνται καλύτερης αντιμετώπισης, πριν να είναι αργά.