Σημερινή

Σάββατο, 21/07/2018
RSS

Δυόμισι χρόνια φυλάκιση στον Ανδρέα Ηλιάδη

| Εκτύπωση | 07 Ιανουάριος 2018, 18:05 | Σημερινή

ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΟΥ ΠΡΩΗΝ ΙΣΧΥΡΟΥ ΑΝΤΡΑ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΓΙΑ ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗ

Οι μέτοχοι και οι επενδυτές, όπως αναφέρθηκε στο Δικαστήριο, είχαν το απόλυτο δικαίωμα να ενημερωθούν εντίμως για την κατάσταση πραγμάτων που επικρατούσε στην Τράπεζα


Ποινή φυλάκισης 2,5 ετών επέβαλε την Παρασκευή το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας στον Ανδρέα Ηλιάδη, καθώς και πρόστιμο 120 χιλιάδων ευρώ στην Τράπεζα Κύπρου, στο πλαίσιο της πρώτης ποινικής υπόθεσης εναντίον της Τράπεζας Κύπρου και πρώην υψηλόβαθμων στελεχών της. Η Τράπεζα Κύπρου ως νομική οντότητα και ο Ανδρέας Ηλιάδης, τότε Διευθύνων Σύμβουλος του Συγκροτήματος, κρίθηκαν ένοχοι στις 14 Δεκεμβρίου 2017 για την κατηγορία της χειραγώγησης της αγοράς, μέσω παραπλανητικών δηλώσεων για κεφαλαιουχικό έλλειμμα της τράπεζας στην ετήσια Γενική Συνέλευσή της στις 19 Ιουνίου 2012.

Οι λόγοι καταδίκης

Αναλύοντας το σκεπτικό του Δικαστηρίου, η Πρόεδρος του Κακουργιοδικείου, Λένα Δημητριάδου, ανέφερε ότι, αν ο κ. Ηλιάδης ήθελε να ενημερώσει τους μετόχους και το επενδυτικό κοινό, μπορούσε πολύ απλά να εξηγήσει την πραγματική κατάσταση, να αναφέρει τις δυσκολίες που υπήρχαν και τους αστάθμητους παράγοντες. Κάτι παρόμοιο έπραξε, πρόσθεσε η Δικαστής, την επόμενη ημέρα το πρωί, γράφοντας επιστολή στον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας.

Είναι προφανές πως δεν συμφωνούμε με καμία εισήγηση που έκανε ο δικηγόρος υπεράσπισης του κ. Ηλιάδη πως, χωρίς ψύχραιμη σκέψη, «έφυέ του» η άστοχη απάντηση. Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο είναι ότι ο τότε Διευθύνων Σύμβουλος του Συγκροτήματος «δεν ήθελε εκείνη τη χρονική στιγμή να δώσει την αληθή εικόνα», αλλά ότι, αντιθέτως, ήθελε να καθησυχάσει τους πάντες.

Με βάση την αγγλική νομολογία

Το Δικαστήριο αναφέρθηκε σε αγγλική νομολογία για την επιβολή ποινών σε παρόμοιες υποθέσεις και σημείωσε ότι από υψηλόβαθμα στελέχη τραπεζών και χρηματοοικονομικών οργανισμών «αναμένονται υψηλά επίπεδα ακεραιότητας, τήρηση υψηλών προτύπων αμεροληψίας και διαφάνειας και, κυρίως, εντιμότητας». Οι μέτοχοι και οι επενδυτές, όπως αναφέρθηκε, είχαν το απόλυτο δικαίωμα να ενημερωθούν εντίμως για την κατάσταση πραγμάτων που επικρατούσε στην Τράπεζα. «Η σοβαρότητα του αδικήματος έγκειται, ακριβώς, στη στέρηση αυτού του δικαιώματος ελαφρά τη καρδία», τόνισε το Δικαστήριο.

Εκτροπή η χειραγώγηση

Το Δικαστήριο αρχικά στάθηκε στο αδίκημα της χειραγώγησης και στο γεγονός ότι αποτελεί εκτροπή της διαδικασίας διαμόρφωσης της τιμής των μετοχών, καθώς και στη σημασία που αποδίδεται στην ομαλή λειτουργία των αγορών ως προϋπόθεση για οικονομική ανάπτυξη και ευημερία. Σημείωσε ότι αποδίδεται τεράστια σημασία, στη διασφάλιση της ακεραιότητας των αγορών χρηματοπιστωτικών μέσων και στη διατήρηση της εμπιστοσύνης του κοινού προς τις αγορές, καθώς και στη διασφάλιση συνθηκών πλήρους διαφάνειας.

«Ατυχές και λυπηρό», αποκάλεσε το Δικαστήριο, το γεγονός, όπως ανέφερε η Πρόεδρός του, ότι τα μέσα μαζικής ενημέρωσης παρουσίασαν την υπόθεση, ως υπόθεση που αφορούσε την καταστροφή της κυπριακής οικονομίας και τους κατηγορουμένους ως υπαιτίους. Υπενθυμίζεται ότι στις 14 Δεκεμβρίου 2017 το Κακουργιοδικείο έκρινε αθώους όλους τους κατηγορουμένους σε άλλες τέσσερις κατηγορίες. Κατηγορούμενοι στην υπόθεση ήταν, επίσης, τα πρώην υψηλόβαθμα στελέχη της Τράπεζας Κύπρου, Θεόδωρος Αριστοδήμου, Αντρέας Αρτέμης, Γιάννης Κυπρή και Γιάννης Πεχλιβανίδης, οι οποίοι αθωώθηκαν από το δικαστήριο.