Σημερινή

Τετάρτη, 18/07/2018
RSS

Αλλάζοντας τον χρόνο… παραδοσιακά

| Εκτύπωση | 31 Δεκέμβριος 2017, 18:03 | Της Μαρίας Ονουφρίου

ΤΑ ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ, ΠΟΥ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΑ ΕΙΧΕ ΑΛΛΗ ΧΑΡΗ

ΜΕ ΛΙΓΟ ΚΡΑΣΙ ΚΑΙ ΛΙΓΑ ΚΟΛΛΥΒΑ ΣΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΕΜΠΑΙΝΕ ΚΑΠΟΤΕ Ο ΝΕΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΣΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΤΩΝ ΚΥΠΡΙΩΝ, ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΑΪ-ΒΑΣΙΛΗ ΝΑ ΦΑΝΕΡΩΣΕΙ ΤΑ «ΔΩΡΑ» ΤΟΥ. ΠΛΕΟΝ, ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΕΧΟΥΝ ΑΛΛΑΞΕΙ ΚΑΤΑ ΠΟΛΥ…

Τα έθιμα της Πρωτοχρονιάς στην Κύπρο, όπως και όλων των άλλων μεγάλων γιορτών, συνδέονται άμεσα με τις θρησκευτικές μας πεποιθήσεις


Καθαρό σπίτι και στολισμένο. Κόλλυβα, ζυμωμένο ψωμί με αναμμένο κερί στο τραπέζι. Το πορτοφόλι του πατέρα μισάνοικτο να παραμένει εκεί στο τραπέζι, κι αυτό με την ευχή, η επόμενη χρονιά να το βρει πάντα γεμάτο! Μεσάνυκτα κι όλοι κοιμούνται στο σπίτι. Κουράστηκαν από το φαγοπότι που επέβαλλε η νύχτα της Παραμονής. Δεν είναι κάτι που συναντάς καθημερινά σε αυτήν την εποχή.

Τότε… μια άλλη εποχή που έζησαν και μοιράστηκαν μαζί μας μεγαλύτεροι, που μπορεί να ήταν φτωχοί χωρίς πολλά πολλά, όμως είχαν αρκετά ώστε να γιορτάζουν με όλες τις τιμές αυτές τις ημέρες των εορτών. Τα έθιμα της Πρωτοχρονιάς στην Κύπρο, όπως και όλων των άλλων μεγάλων γιορτών, συνδέονται άμεσα με τις θρησκευτικές μας πεποιθήσεις.

Από την παρασκευή των εδεσμάτων μέχρι την προετοιμασία του σπιτιού και των οικοδεσποτών, όλα συνδέονται βαθιά με τη χριστιανική μας πίστη. Μπορεί να υπήρχαν παραλλαγές σε κάθε περιοχή, όμως η αναβίωσή τους γινόταν με ευλάβεια παντού. Σήμερα, ωστόσο, κάποια έθιμα διασώζονται ακόμη κυρίως στα χωριά, με την ευχή να συνεχίσουν να αναβιώνουν ώστε να μεταφερθεί και στις επόμενες γενιές ζωντανή η ιστορία του τόπου μας.

Προετοιμασία σπιτιού και ψυχής

Με την είσοδο του σαρανταημέρου των νηστειών άρχιζαν αμέσως οι προετοιμασίες για τις γιορτές. Βασικό χαρακτηριστικό του σαρανταημέρου ήταν η αποχή από τα «μυλλωμένα», δηλαδή το κρέας, τα γαλακτοκομικά προϊόντα και το λάδι, για να καθαρίσει κυρίως το σώμα. Η προετοιμασία του σπιτιού για τον νέο χρόνο ξεκινούσε από το «ασπρόγιασμα», δηλαδή το βάψιμο του σπιτιού εξωτερικά κυρίως, αλλά και εσωτερικά όπου χρειαζόταν. Το σπίτι έπρεπε να φαίνεται καινούριο, γι' αυτό και η φροντίδα του ξεκινούσε από πολύ νωρίς, ώστε η καινούρια χρονιά «να μπει καλά».

Στα Άρδανα της επαρχίας Αμμοχώστου οι κάτοικοι φρόντιζαν να ραντίζουν το πάτωμα με ασβέστη και να δημιουργούν κάποια περίτεχνα σχήματα, ώστε το σπίτι να φαίνεται ανανεωμένο. Ο παραδοσιακός εξωτερικός φούρνος, που ήταν απαραίτητο κτίσμα σε κάθε σπίτι, έπρεπε να «χυλωθεί», όπως λένε, πριν από τις γιορτές, για να είναι έτοιμος να δεχθεί τις εορταστικές ζύμες των νοικοκυρών και τα πυρίμαχα σκεύη που θα φιλοξενούσαν το χοιρινό για τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά.

Οι νοικοκυρές καθάριζαν το σπίτι εξονυχιστικά για να «μπει» καλά ο νέος χρόνος. Η κάθε δουλειά έπαιρνε μορφή ιεροτελεστίας στα χέρια των νοικοκυρέων. Το καθετί είχε τη σημασία του, σε αντίθεση με τη σημερινή εποχή, που όλα γίνονται βιαστικά, μηχανικά και τυποποιημένα επειδή απλώς προστάζει ένα έθιμο - πολλές φορές ξενόφερτο. Ο στολισμός του σπιτιού ήταν απλός και συμβολικός. Ένα μικρό δεντράκι που το γυρόφερναν τα πιτσιρίκια του σπιτιού, στολίζοντάς το με διάφορες πολύχρωμες κορδέλες και αυτοσχέδια στολίδια ή ένα καράβι σε κάποιες περιοχές του νησιού.

Τρελό φαγοπότι την Παραμονή

Όλη η οικογένεια μαζεμένη στο σπίτι και γύρω από το τραπέζι. Το πλούσιο δείπνο στις φτωχές εποχές ήταν επιβεβλημένο εκείνη την ημέρα. Από το τραπέζι δεν έλειπε ποτέ το κρασί, το τραγούδι και τα παστά που έφτιαχνε το κάθε σπιτικό από τον χοίρο που έσφαζε προηγουμένως. Ζαλατίνα, λουκάνικα, χοιρομέρι, καπνιστά και ό,τι άλλο μπορεί να βάλει ο νους σου.

Ο καπαμάς στον φούρνο, τα κουπέπια και τα διάφορα παστά περιλαμβάνονταν στο εορταστικό μενού της Αμμοχώστου. Στο Αργάκι της Μόρφου τα αφέλια δέσποζαν στο τραπέζι μαζί με το χοιρινό με παντζάρια. Ο χοίρος είχε την τιμητική του, εφόσον ήταν το ζώο που είχε η οικογένεια και μπορούσε να εκτρέφει στο σπίτι με σκοπό να θυσιαστεί τέλος του χρόνου, για να μπορεί να θρέψει την οικογένεια, όλον τον υπόλοιπο χρόνο. Το κάθε μέρος του χοιρινού ήταν πολύτιμο φαγητό για την οικογένεια, έτσι δεν πεταγόταν τίποτε.

Ακόμη και τα αφτιά και η ουρά είχαν την τιμητική τους στη ζαλατίνα. Λουκάνικα, λούντζες, ζαλατίνα, λαρδί, τιτσιρίες. Οι τιτσιρίες ήταν λιπαρό κρέας, τηγανισμένο μέσα σε λίπος. Για να διατηρηθούν, αφού τότε δεν υπήρχαν τα ψυγεία, αποθηκεύονταν μέσα σε «κούζους» γεμάτους από λίπος χωρίς να αλλοιώνονται μέχρι την άνοιξη. Το χοιρινό με πατάτες στον φούρνο ήταν ακόμη ένα παραδοσιακό φαγητό που κυριαρχούσε σε πολλές περιοχές της Κύπρου για τη βραδιά της Παραμονής.

Η ελιά να πεταχτεί να φανερώσει μυστικά

Το βράδυ της Παραμονής όλη η οικογένεια μαζευόταν μπροστά από την τσιμινιά για τον «Άι Βασίλη Βασιλιά τζιαι πρωτολειτουρκίτη, που πήγες εις την έρημο… δείξε την τύχη των τυχών και τη δική μου τύχη και πες αν μ’ αγαπά ο/η…». Στη φωτιά ριχνόταν σταυρόσχημο φύλλο ελιάς. Αν το φύλλο πεταγόταν, φανέρωνε την αγάπη, αν όμως το φύλλο καιγόταν χωρίς να κουνηθεί, τότε η αγάπη δεν ήταν αληθινή.

Στην Κερύνεια, έλεγαν «Αϊ-Βασίλη Βασιλιά, που σουν πέρα τζ’ ήρτες δα, δείξε και φανέρωσε αν μ’αγαπά», ενώ στη Μόρφου τραγουδούσαν «Αϊ-Βασίλη Βασιλιά, έφκα πάνω στην ελιά, κόψε μούττες και κλωνιά, να μυρίσει η γειτονιά, να δούμε ποιος μ’ αγαπά;». Και ενώ οι γυναίκες συνέχιζαν να ρίχνουν φύλλα ελιάς και να λένε ιστορίες γύρω από τη φωτιά, οι άνδρες αποσύρονταν σιγά-σιγά για να παίξουν με τα τραπουλόχαρτα, ποντάροντας ξηρούς καρπούς.

Και ενώ πλησίαζε η ώρα της αλλαγής, όλοι μαζεύονταν γύρω από τη βασιλόπιτα για να γυρίσει ο χρόνος, να ανταλλάξουν ευχές και να κόψουν την πίτα του Αγίου. Η βασιλόπιτα που έφτιαχνε κάθε σπιτικό προς τιμήν του αγίου αλλά και του νέου χρόνου, ήταν ένα είδος ψωμιού που διαφοροποιείτο ελάχιστα σε κάθε περιοχή του τόπου μας. Το φλουρί, όμως, που παραμένει -ευτυχώς-, διαχρονική αξία, ήταν το σημάδι καλοτυχίας σε όποιον το έβρισκε. Τότε ερχόταν η ώρα να ετοιμαστεί το τραπέζι του Αγίου Βασίλη που θα τιμούσε το σπιτικό τους.

Το καθαρό τραπεζομάντηλο - σήμα κατατεθέν της νοικοκυροσύνης- απλωνόταν στο τραπέζι. Πάνω του ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί μαζί με μιαν άδεια καντήλα, ένα πιάτο φαγητό ίσως, λίγα κόλλυβα και ένα σταυροκούλλουρο με ένα κερί αναμμένο, θα έβρισκε ο Αϊ-Βασίλης το βράδυ. Να φάει, να ευχαριστηθεί και να αφήσει τα δώρα του. Σε άλλες περιοχές αντί σταυροκούλλουρα, έφτιαχναν χριστόψωμα. Μαζί με όλα αυτά, ο οικοδεσπότης άφηνε το πορτοφόλι του εκεί ώστε ο Άγιος Βασίλης να το γεμίσει με χρήματα.

Πρώτη του χρόνου μακριά από γρουσούζηδες

Η πρώτη ημέρα του χρόνου έπρεπε να ήταν καλή γιατί θα καθόριζε την πορεία του υπόλοιπου χρόνου, έτσι η κάθε τους κίνηση ήταν καλά μελετημένη. Το πρωί της Πρωτοχρονιάς η οικογένεια ετοίμαζε τη σούπα -αβγολέμονο ή τσιορβά ή τραχανά- για να μαζευτεί γύρω από το τραπέζι και να απολαύσουν μαζί το ζεστό αυτό πρωινό.

Οι νοικοκύρηδες περίμεναν με ανυπομονησία να δουν ποιος ξένος θα ερχόταν στο σπίτι τους μετά τη σούπα για να τους κάνει ποδαρικό. Ήλπιζαν να είναι κάποιος γουρλής για να τους φέρει ολόχρονη καλοτυχία. Αυτούς που θεωρούσαν γρουσούζηδες απέφευγαν να τους δουν την πρώτη ημέρα του χρόνου. Οι κουμπάροι τους μπορούσαν να τους φέρουν καλοτυχία, εφόσον θα έφερνα δώρα στα παιδιά τους.

«Να μπει με το δεξί, να βγει με το δεξί», έλεγαν οι παλιοί για να είναι καλή η χρονιά. Το βράδυ της Πρωτοχρονιάς μαζεύονταν όλοι γύρω από το τζάκι, ή τη τσιμινιά για να ψήσουν κάστανα, λουκάνικα, να πιουν κόκκινο κρασί για το καλό του χρόνου και να ακούσουν τις ιστορίες των μεγαλυτέρων. Κάθε σπιτικό είχε τις δικές του συνήθειες που άλλες παραμένουν μέχρι σήμερα και άλλες παραμένουν αλησμόνητες ακόμη - όσο τουλάχιστον υπάρχουν αυτοί που τις μοιράζονται με τον γραπτό ή τον προφορικό λόγο.