Σημερινή

Σάββατο, 18/11/2017
RSS

Σεξουαλική παρενόχληση: Μια σκληρή μορφή έμφυλης ανισότητας

| Εκτύπωση | 12 Νοέμβριος 2017, 18:04 | Του Μιχάλη Παπαδόπουλου

ΣΤΟΧΟΣ ΚΑΘΕ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ ΠΡΟΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΑΝΑΤΡΕΨΕΙ ΤΙΣ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΙΣΧΥΟΣ

Η ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΠΑΡΕΝΟΧΛΗΣΗ, ΑΚΡΙΒΩΣ, ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΝΕΙ ΚΑΙ ΕΠΑΝΕΔΡΑΙΩΝΕΙ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΔΟΜΗ, Η ΟΠΟΙΑ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΒΑΘΙΑ ΡΙΖΩΜΕΝΗ ΣΤΟ ΘΕΣΜΙΚΟ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΙΚΟ ΥΠΟΣΤΡΩΜΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Πέρα από την έλλειψη επαρκούς συστήματος στήριξης προς τα θύματα, υπάρχει και μια σειρά άλλων λόγων που αποτρέπουν την υποβολή καταγγελιών: Α) Η αδράνεια της ίδιας της κοινωνίας, η οποία δεν αντιδρά, Β) η έλλειψη ευαισθητοποίησης από τα ΜΜΕ για το πρόβλημα, τα οποία χρησιμοποιούν, συχνά, μια επαμφοτερίζουσα γλώσσα καταλογισμού, Γ) η άρθρωση ενός εξουσιαστικού λόγου για την κακοποίηση, ο οποίος ψυχολογικοποιεί το πρόβλημα


Κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας… Από το αστραφτερό Χόλιγουντ και τα πολυτελή conferences των πολυεθνικών εταιρειών, μέχρι τα σοκάκια των υποβαθμισμένων συνοικιών του τρίτου -και, εσχάτως, του τέταρτου- κόσμου, η θέση της γυναίκας, στο εξουσιαστικό καταστατικό των έμφυλων σχέσεων, παρά τις διαφορές ταξικού, πολιτισμικού, οικονομικού, κοινωνικού και μορφωτικού επιπέδου που παρουσιάζονται από Ανατολή προς Δύση και Βορρά προς Νότο, παραμένει δραματικά άνιση.

Πίσω από το πέπλο της έμφοβης σιωπής ή της «ήκιστα» δηλωμένης μαρτυρίας, η έκταση και το βάθος του φαινομένου της σεξουαλικής παρενόχλησης είναι πολύ μεγαλύτερα απ’ όσο μπορούν να αποτυπώσουν οι αριθμοί των καταγγελιών ή των καταχωρισμένων ποινικών υποθέσεων στα δικαστικά κατάστιχα της κάθε χώρας.

Όπως επισημαίνει η κοινωνιολόγος στο Μεσογειακό Ινστιτούτο Μελετών Κοινωνικού Φύλου, Μαρία Αγγελή, οι αριθμοί αυτοί δεν καταγράφουν απολύτως ούτε αντιπροσωπεύουν πλήρως την πραγματικότητα, ή μη μόνον τον βαθμό αισθήματος ασφάλειας που μπορεί να προσφέρει το κράτος στα θύματα σεξουαλικής παρενόχλησης, που είναι στη συντριπτική πλειοψηφία τους γυναίκες.

Αφορούν, δηλαδή, και δεικνύουν μια ενδεχόμενη αλλαγή στη στάση της κοινωνίας όσον αφορά τα εγκλήματα σεξουαλικής κακοποίησης, σπάζοντας τον «νόμο της σιωπής» για ένα πρόβλημα που, για χρόνια, αποτελεί ταμπού.

Και μπορεί να οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στη βελτίωση των μηχανισμών στήριξης που παρέχεται στα θύματα από την πλευρά της Πολιτείας, αλλά και στην ύπαρξη αρκετών αξιόπιστων επαγγελματικών δομών στις οποίες τα θύματα αισθάνονται ασφάλεια να αποταθούν, βαθμός, βεβαίως, που ποικίλλει από χώρα σε χώρα.

Με αυτό δεδομένο, είναι εξαιρετικά δύσκολο να υπολογιστεί σε ποια έκταση βρίσκεται το φαινόμενο της σεξουαλικής κακοποίησης στην κυπριακή κοινωνία, το οποίο έχει πολλαπλές και πολύπλευρες διαστάσεις, αν και, οι υπάρχοντες αριθμοί αλλά και όλες οι έρευνες μάς δίνουν μια εικόνα, η οποία είναι αρκούντως ανησυχητική.

Τα στοιχεία για το 2016-2017

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Αστυνομίας, όσον αφορά καταχωρισμένες ποινικές υποθέσεις (RCI) για τα αδικήματα σχετικά με τη σεξουαλική παρενόχληση την τελευταία διετία, το 2016 καταχωρίσθηκαν 74 υποθέσεις, εκ των οποίων οι 22 αφορούσαν βιασμούς, οι 2 απόπειρα βιασμού, οι 16 άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας, η μία άσεμνη επίθεση εναντίον άντρα, οι 15 άσεμνη πράξη, ενώ 18 εμπίπτουν στον Περί Πρόληψης και Καταπολέμησης της Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμο.

Το 2017 και την περίοδο από την 1/1/2017 έως τις 30/09/2017 είχαν καταχωρισθεί συνολικά 40 υποθέσεις, 13 από τις οποίες αφορούσαν βιασμό, 1 απόπειρα βιασμού, 7 άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας, 12 άσεμνη πράξη, ενώ 7 εμπίπτουν στον Περί Πρόληψης και Καταπολέμησης της Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμο.

Βαθιές ανισότητες

Το φαινόμενο της σεξουαλικής παρενόχλησης (ο ορισμός της οποίας αφορά στη μη συναίνεση του ατόμου που την υφίσταται), όπως σημειώνει η κ. Αγγελή, συνιστά μια μεγάλη διάκριση εις βάρος των γυναικών, απόρροια βαθιών και ποικιλώνυμων ανισοτήτων. Εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της βίας κατά της γυναίκας και συνυφαίνεται με την ύπαρξη ακόμη ισχυρά εδραιωμένων εξουσιαστικών και πατριαρχικών δομών στην κοινωνία, οι οποίες καθιστούν δυνατή την εμφάνιση και ανάπτυξή του, ως διαχρονικού στοιχείου προβληματοποίησης.

«Η σεξουαλική παρενόχληση, ακριβώς, επιβεβαιώνει και επανεδραιώνει την πατριαρχική δομή», εξηγεί, η οποία φαίνεται να είναι βαθιά ριζωμένη στο θεσμικό και συμβολικό υπόστρωμα της κοινωνίας. «Ως προς αυτό, είναι ένας τρόπος να ξαναβάλεις τη γυναίκα στη θέση της, να την επαναφέρεις στην τάξη», προσθέτει, γι’ αυτό εμφανίζεται τόσο συχνά το φαινόμενο στην πολιτική σκηνή, όπου ακριβώς η γυναίκα έχει ξεφύγει από τη θέση της αναλαμβάνοντας ένα ρόλο εξουσίας. «Η "κοινωνία" το βλέπει αυτό και δεν το ανέχεται, άρα η γυναίκα πρέπει να επανέλθει στη θέση της».

Αναντιστοιχίες

Αναφορικά με την Εθνική Προστασία, το κυπριακό νομοθετικό πλαίσιο είναι αρκετά καλό, επισημαίνει, αφού αποδίδει υπευθυνότητα τόσο στον δράστη όσο και στον «μάρτυρα», αυτόν δηλαδή που παρακολουθεί ή γνωρίζει ένα περιστατικό σεξουαλικής παρενόχλησης ή άσκησης βίας, ωστόσο, προσθέτει, πολλές από τις υποθέσεις που καταχωρούνται ποινικά είναι δύσκολο να αποδειχθούν στο δικαστήριο, γεγονός που δηλοί «μιαν αναντιστοιχία ανάμεσα στη νομοθεσία και στο ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο».

Εδώ εστιάζεται και το μεγαλύτερο πρόβλημα, διευκρινίζει περαιτέρω η κ. Αγγελή, αφού, παρά τα βήματα προόδου που έχουν συντελεστεί τα τελευταία χρόνια, δεν υφίσταται επαρκές σύστημα στήριξης προς τα θύματα για να προβαίνουν σε καταγγελίες. Και αυτή η ανεπάρκεια δεν αφορά μόνον το κράτος και τις προσίδιες δομές, αλλά και τις επιχειρήσεις (χώρους εργασίας), όπου συνήθως συμβαίνουν αυτά τα περιστατικά.

Άρα, υπογραμμίζει, εδώ έχουμε ένα κοινωνικό πρόβλημα βαθιά ριζωμένο σε στέρεα εδραιωμένες νοοτροπίες και αναπαραγόμενες συμπεριφορές, που δεν αντικρίζεται στην ευρύτερη κοινωνιολογική του διάσταση.

«Πέρα από την έλλειψη συστήματος επαρκούς στήριξης προς τα θύματα», υπάρχει και μια σειρά άλλων λόγων που αποτρέπουν την υποβολή καταγγελιών. Αυτοί είναι, Α) η αδράνεια της ίδιας της κοινωνίας, η οποία δεν αντιδρά, Β) η έλλειψη ευαισθητοποίησης από τα ΜΜΕ για το πρόβλημα, τα οποία χρησιμοποιούν, συχνά, μια επαμφοτερίζουσα γλώσσα καταλογισμού, Γ) η άρθρωση ενός εξουσιαστικού λόγου για την κακοποίηση, ο οποίος ψυχολογικοποιεί το πρόβλημα, αποτρέποντας να το αντικρίσουμε στην ουσιαστική κοινωνιολογική διάσταση. Με αποτέλεσμα, αντί να εστιάσουμε στον θύτη, να θυματοποιούμε εκ νέου το θύμα, αντιμετωπίζοντάς το ως «κάτι που επέζησε».

Η διαφορά των φύλων στην εξουσία

Στην ουσία, όλα αυτά, εξηγεί η Μαρία Αγγελίδου, ερείδονται σε και απορρέουν από ένα καταστατικό γεγονός: την εγκαθιδρυμένη διαφορά των φύλων στις σχέσεις εξουσίας. «Εκεί είναι το πρόβλημα, και ο στόχος οιασδήποτε παρέμβασης προς θεραπεία του προβλήματος είναι να ανατρέψει τις υφιστάμενες σχέσεις ισχύος. Γιατί η σεξουαλική παρενόχληση συνιστά συμπεριφορά που επιχειρεί να καθυποτάξει και να εξευτελίσει τη γυναίκα ως προς αυτό που είναι», αλλά και σε σχέση με αυτό που μπορεί να γίνει κοινωνικά.

Εν κατακλείδι, καταλήγει, υπάρχει γνώση για την έκταση του προβλήματος, το διαπιστώνουμε καθημερινά μέσα στην τρέχουσα κοινωνική εμπειρία, το προσλαμβάνουμε με την αδιαμφισβήτητη δύναμη του προφανούς.

«Πέρα από την προσωπική γνώση που μπορεί να έχει ο καθένας από εμάς, το αντιλαμβανόμαστε καθημερινά μόνο και μόνο ξεφυλλίζοντας τον ημερήσιο και εβδομαδιαίο Τύπο ή παρακολουθώντας τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Και όλες οι έρευνες που διεξάγονται, πιστοποιούν την έκταση και το βάθος του προβλήματος. Το θέμα είναι γιατί δεν κάνουμε κάτι, ως συντεταγμένη κοινωνία, για να το αντιμετωπίσουμε».