Σημερινή

Κυριακή, 19/11/2017
RSS

Έσπασε η omerta για τη σεξουαλική κακοποίηση

| Εκτύπωση | 10 Σεπτέμβριος 2017, 18:03 | Του Μιχάλη Παπαδόπουλου

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΑΥΞΗΣΗ ΤΩΝ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΩΝ ΒΙΑΣΜΟΥ ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΡΟΝΙΑ

Σημαντική αύξηση των καταγγελιών βιασμού ή απόπειρας βιασμού σημειώθηκε τα τελευταία χρόνια, όπως καταδεικνύουν στοιχεία της Αστυνομίας.

Συγκεκριμένα, το 2014 είχαν καταγγελθεί 14 βιασμοί, αριθμός που αυξήθηκε κατακόρυφα έως το 2016, φτάνοντας τους 22, υπήρξε, δηλαδή, αύξηση 57,14 τοις εκατόν.

Εξαιρετικά μεγάλη αύξηση σημειώθηκε και το 2015, με τις καταγγελίες να φτάνουν στις 20.

Από τους καταγγελθέντες βιασμούς το 2014 εξιχνιάστηκαν οι 13, δηλαδή ποσοστό 92,9% εξιχνίασης, ενώ το 2016 εξιχνιάστηκαν 20 καταγγελίες, δηλαδή ποσοστό 90,9% ποσοστό εξιχνίασης.

Το 2015 εξιχνιάστηκαν 17 καταγγελίες, δηλαδή ποσοστό 85% ποσοστό εξιχνίασης.

Αντίθετα, στο πρώτο εξάμηνο του 2017 παρατηρείται μια «ύφεση», αφού έγιναν 7 καταγγελίες οι οποίες εξιχνιάστηκαν όλες, δηλαδή ποσοστό 100% εξιχνίασης.
Το 2016 έγιναν, επίσης, 2 καταγγελίες για απόπειρα βιασμού, οι οποίες εξιχνιάσθηκαν, σε σύγκριση με 1 καταγγελία το πρώτο εξάμηνο του 2017, η οποία επίσης εξιχνιάσθηκε.

Αντίθετα, το 2015 δεν έγινε καμία καταγγελία για βιασμό, ενώ το 2014 έγιναν δύο, από τις οποίες ουδεμία εξιχνιάσθηκε.


Η συγκεκριμένη εικόνα, αν και δεν συνεπάγεται ή προϋποθέτει αύξηση και στα κρούσματα βιασμών, αντανακλά μιαν αλλαγή στη στάση της κοινωνίας όσον αφορά τα εγκλήματα σεξουαλικής κακοποίησης, σπάζοντας τον «νόμο της σιωπής» για ένα πρόβλημα, που για χρόνια ήταν ταμπού για την κυπριακή κοινωνία.

Έτσι, ένα «καλά φυλαγμένο μυστικό», που διαχρονικά λειτουργούσε ως το ασύνειδο απροϋπόθετο της αυτο-αναπαράστασης της κυπριακής κοινωνίας ως μιας συλλογικότητας άμεμπτης και αστιγμάτιστης ηθικά, προβαίνει στη σφαίρα της δημόσιας αναγνώρισης, ως ένα στοιχείο προβληματοποίησης, παύοντας, ταυτόχρονα, να αποτελεί «πρόσημο» ανεξίτηλου στιγματισμού για τα θύματα και τις οικογένειές τους.

Τα θύματα σπάζουν τον κλοιό της σιωπής, βρίσκοντας τη δύναμη να μιλήσουν για το τραύμα τους, θραύοντας τα δεσμά της «ενδόμυχης συνενοχής» γι’ αυτό που τους συνέβη.

Με κοινωνιολογικούς όρους, σηματοδοτείται, στην ουσία, η μετάβαση από μια κατάσταση σιωπηρής ενοχοποίησης του θύματος - αφού η αποφυγή οιασδήποτε αναφοράς εκ μέρους του για τη βία που υπέστη, το υπέτασσε σ' έναν καθηλωτικό αυτοενοχοποιητικό δεσμό, αποτέλεσμα ενός «άτυπου» κοινωνικού consensus για το τι πρέπει και μπορεί να λέγεται για τον βιασμό -, σε μια κατάσταση ενοχοποίησης του θύτη, αφού, πλέον, ένα ολόκληρο σύστημα θεσμών, πρακτικών και λειτουργιών από μέρους της Πολιτείας, περιενδύει υποστηρικτικά την αναφορά και την καταγγελία, στοχεύοντας αυτόν τον τελευταίο.

Η αύξηση, μάλιστα, αυτή του αριθμού των καταγγελιών για βιασμούς, χωρίς να αποτελεί δείκτη αύξησης και των κρουσμάτων σεξουαλικής βιαιοπραγίας, ενδέχεται να λειτουργεί, σε κάποιο βαθμό, και ως τελεστής αποτροπής για επίδοξους θύτες, αφού το γεγονός ότι ολοένα και περισσότερα θύματα μιλούν για τη βία την οποία υφίστανται, αφαιρεί από τους θύτες την αίσθηση της εσαεί ατιμωρησίας, της οποίας μέχρι τώρα απόλαυαν.

Ο ρόλος του ποινικού συστήματος

Σχολιάζοντας το φαινόμενο της αύξησης του αριθμών των καταγγελιών, η κοινωνιολόγος Τζόζι Χριστοδούλου, του Μεσογειακού Ινστιτούτου Μελετών Κοινωνικού Φύλου, επισήμανε ότι αυτή οφείλεται, κατά κύριο λόγο, στη βελτίωση των μηχανισμών στήριξης που παρέχεται στα θύματα από την πλευρά της πολιτείας, αλλά και στην ύπαρξη αρκετών αξιόπιστων επαγγελματικών δομών στις οποίες τα θύματα αισθάνονται ασφάλεια να αποταθούν.

Δεν συνιστά, κατ’ ανάγκην, διευκρινίζει, και αύξηση του αριθμού των κρουσμάτων βιασμού, αφού δεν υπάρχουν διαδικασίες επακριβούς διακρίβωσης, καθώς αρκετά περιστατικά παραμένουν στην αφάνεια. Ούτε, συνακόλουθα, είναι δυνατόν να υπολογίσουμε σε ποια έκταση βρίσκεται το φαινόμενο της σεξουαλικής κακοποίησης στην κυπριακή κοινωνία, το οποίο έχει πολλαπλές και πολύπλευρες διαστάσεις, αν και, οι υπάρχοντες αριθμοί, μας δίνουν μια εικόνα, η οποία είναι αρκούντως ανησυχητική.

Ωστόσο, τονίζει, το πιο κρίσιμο στάδιο για ένα θύμα το οποίο προβαίνει σε μια καταγγελία για κακοποίηση ή βιασμό, είναι μετά την υποβολή αυτής της τελευταίας, το οποίο απαιτεί την προσήκουσα ψυχολογική, και όχι μόνον, προετοιμασία του από τη στιγμή αυτή έως και τη δίκη. «Πρόκειται για το πιο κρίσιμο στάδιο για το θύμα, και πρέπει να δούμε πώς προετοιμάζεται κατάλληλα μέχρι και τη δίκη». Σ’ αυτό, κυρίως, το σημείο, επισημαίνει περαιτέρω, εμφανίζονται κενά στη συνεργασία των αρμόδιων υπηρεσιών, που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν, αφού για την ορθή διαχείριση τόσο ευαίσθητων καταστάσεων απαιτείται η ενδεδειγμένη συνέργεια όλων των εμπλεκομένων φορέων.

Η ενδοοικογενειακή βία

Παράλληλα, σταθερά υψηλά παραμένουν τα ποσοστά ενδοοικογενειακής βίας στην Κύπρο, σύμφωνα με στοιχεία των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας. Τα στοιχεία που τηρούν οι ΥΚΕ αφορούν τις περιπτώσεις για αναφορές ενδοοικογενειακής βίας που καταγγέλλονται στις ΥΚΕ, καθώς για την παρακολούθηση του φαινομένου της ενδοοικογενειακής βίας δεν λειτουργεί ενιαία βάση δεδομένων, από όλες τις εμπλεκόμενες υπηρεσίες.

Σύμφωνα με συγκεντρωτικό πίνακα που αφορά τις νέες περιπτώσεις αναφορών προς τις ΥΚΕ για περιστατικά βίας στην οικογένεια την τριετία 2014-2016 - στον πίνακα δεν συμπεριλαμβάνονται οι αναφορές για περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων και σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών μετά την ψήφιση του σχετικού Νόμου το 2014 - παρουσιάζεται η εξής εικόνα: 2014: Παιδιά 346, Ενήλικες 628, Σύνολο 974. 2015: Παιδιά 154, Ενήλικες 687, Σύνολο 841. 2016: Παιδιά 160, Ενήλικες 626, Σύνολο 786.

Περισσότερο ενδυναμωμένα τα θύματα

Η αύξηση των καταγγελιών για βιασμούς ή απόπειρες βιασμού δεν σημαίνει, κατ’ ανάγκην, αύξηση και των κρουσμάτων, επισημαίνει στη «Σημερινή» της Κυριακής η Επίτροπος Προστασίας του Παιδιού, Λήδα Κουρσουμπά, αλλά, μάλλον, διαπίστωση του γεγονότος ότι τα θύματα αισθάνονται, τώρα, περισσότερο ενδυναμωμένα, κοινωνικά και ψυχολογικά, να μιλήσουν για την τραυματική εμπειρία τους.

Δεν υπάρχει επιστημονικά τρόπος, εξηγεί, ο οποίος να τεκμηριώνει ότι τώρα, σε σύγκριση με το παρελθόν, υπάρχει αύξηση των κρουσμάτων βιασμού, είτε εντός της οικογένειας είτε εκτός αυτής, καθώς το φαινόμενο μπορεί να υφίστατο με ιδιαίτερη ένταση και προηγουμένως, χωρίς, ωστόσο, να καταγράφεται στατιστικά ή άλλως πώς, αφού δεν υπήρχαν οι προσίδιες καταγγελίες.

Η διαφορά με το σήμερα, προσθέτει, είναι ότι, λόγω της βελτίωσης των δομών, των μηχανισμών και των διαδικασιών της Πολιτείας, τα θύματα έχουν το θάρρος να μιλήσουν προς τα έξω για το πρόβλημά τους και να διεκδικήσουν δικαίωση.

«Έχουμε, με άλλα λόγια», τονίζει, «σημαντική βελτίωση όλων των συμβαλλόμενων υπηρεσιών και των μηχανισμών στήριξης - από την Αστυνομία, τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας, το Γραφείο Ευημερίας, το Υπουργείο Παιδείας, τα σχολεία, τους εκπαιδευτικούς κ.λπ., - γεγονός που ενδυναμώνει τα θύματα, καθιστώντας τα ικανά να μιλήσουν για τις εμπειρίες τους και να προβούν σε καταγγελίες».

Σημαντική, προς αυτήν την κατεύθυνση, συμπληρώνει, είναι η βελτίωση του νομοθετικού πλαισίου, με τη νέα νομοθεσία που θεσπίστηκε το 2014, καθώς και την εκπόνηση και υλοποίηση της νέας εθνικής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, η οποία είναι θεμελιωμένη πάνω στις αρχές και το περιεχόμενο της ευρωπαϊκής πολιτικής.

«Έχουμε, δηλαδή, δραστική ενδυνάμωση του όλου θεσμικού πλαισίου, μέσα από μια σειρά δράσεων, στο πλαίσιο μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής, με συνέπεια να εξαλειφθεί η ‘γκρίζα ζώνη της σιωπής’, που κρατούσε εγκλωβισμένα τα θύματα στο πρόβλημά τους».

Γιατί, όπως μπορεί να αντιληφθεί κανείς, υποδεικνύει η Επίτροπος, είναι εξαιρετικά δύσκολο και επώδυνο, ένα θύμα, και δη ένα παιδί, να βγει και να μιλήσει για την εμπειρία του, εάν γνωρίζει ότι δεν έχει στήριξη από το περιβάλλον ή την Πολιτεία. Τοσούτω μάλλον, όταν πρόκειται για μια ipso facto θεραπευτική διαδικασία, η οποία είναι σε όλα τα επίπεδα και τις φάσεις της αρκετά δυσχερής.

Ο ρόλος της οικογένειας

Ιδιαίτερα σημαντικός εδώ είναι ο ρόλος της ίδιας της οικογένειας του θύματος, η οποία δεν αντιμετωπίζει, πλέον, τον βιασμό σαν κοινωνικό στίγμα που πρέπει να αποσιωπηθεί μέσα σ’ ένα πέπλο ντροπής, ενώ και το ίδιο το θύμα, χάρις, ακριβώς, στους μηχανισμούς στήριξης, έπαψε να αισθάνεται την ενδόμυχη ενοχή ότι είναι συνεργό σε αυτό που του συνέβη.

Ιδιαίτερα σημαντική, καταλήγει, για την ακόμη αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση του προβλήματος, είναι η δημιουργία του «Σπιτιού του Παιδιού», ενός θεσμού τη δημιουργία του οποίου έχει προτείνει η Υπηρεσία της, και την οποία η Κυβέρνηση δεσμεύθηκε να θέσει σε εφαρμογή έως το τέλος του 2017. Ένας θεσμός ο οποίος θα δημιουργήσει όλες τις ενδεικνυόμενες θεραπευτικές προϋποθέσεις, που θα υποβοηθήσουν τα παιδιά να μιλήσουν για το πρόβλημά τους.