Σημερινή

Τρίτη, 09/02/2010

Ζουν με τα σκάρτα της λαϊκής

| Εκτύπωση | 06/10/2009 | TΟΥ ΜΑΡΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Πηγή δωρεάν διατροφής αλλοδαπών η υπαίθρια αγορά στο «Όχι»

Λιμοκτονούν πολλοί αλλοδαποί στην παλιά Λευκωσία και επιβιώνουν με ρύζι και πατάτες, σε μια κοινωνία που χαρακτηρίζεται από την αφθονία και τη σπατάλη.

ΝΙΚΟΛΑΣ ΒΑΝΕΖΗΣ

Μαζεύω ό,τι μείνει, για τις κουέλλες μου

Στα όρια της λιμοκτονίας έφθασαν μεγάλος αριθμός αλλοδαπών στην εντός των τειχών Λευκωσία, κυρίως φοιτητές από ασιατικές χώρες που δεν έχουν χρήματα και δεν βρίσκουν εργασία λόγω της οικονομικής κρίσης.
Όπως μας αποκάλυψαν φοιτητές από το Νεπάλ που διαμένουν στον οδό Ουζουνιάν, επιβιώνουν τρώγοντας λίγο ρύζι και πατάτες καθημερινά, ενώ μια σοβαρή πηγή εξασφάλισης δωρεάν διατροφής τους, είναι η λαϊκή αγορά φθαρτών κοντά στο περίπτερο «Όχι», που γίνεται κάθε Τετάρτη.

Ξεπουλούν και σκαρτάρουν

Εκατοντάδες μετανάστες και φοιτητές συρρέουν κάθε Τετάρτη στο χώρο της αγοράς τις απογευματινές ώρες, όταν οι παραγωγοί μειώνουν στο ελάχιστο τις τιμές για να ξεπουλήσουν, ή και σκαρτάρουν μεγάλες ποσότητες «ελαττωματικών» λαχανικών και φρούτων. Μέσα σε ελάχιστη ώρα ολόκληρες κάσες με λιωμένες ή «κτυπημένες» ντομάτες, μελιτζάνες, μπάμιες, μαρούλια, λουβιά και άλλα προϊόντα που απορρίπτονται στην άσφαλτο, μαζεύονται από τους αλλοδαπούς και μεταφέρονται στους χώρους διαμονής τους.

Για τα ζώα τους
Όμως δεν είναι μόνο φτωχοί αλλοδαποί που περιμένουν κάθε Τετάρτη να μαζέψουν τα απομεινάρια της λαϊκής, αλλά και… Κύπριοι. Αυτοί, βεβαίως, τα προορίζουν όχι για τον εαυτό τους, αλλά για τα... ζώα τους. Όπως π.χ. ο Νικόλας Βανέζης, 66 χρονών, συνταξιούχος από το Γέρι, που τον συναντήσαμε να περιφέρεται στην αγορά του «Όχι» την περασμένη Τετάρτη. «Εγώ πιάνω λαχανικά για τα κτηνά μου, τις κουέλλες μου», μας είπε. «Τους αρέσουν όλα. Έχω σαράντα δικές μου κουέλλες και συνηθίζω να έρχομαι εδώ στο ''Όχι'', αλλά και στην αγορά στο Παλιό Δημαρχείο και μαζεύω ό,τι μένει - βαζάνια, μπάμιες, αγγούρια… Πρέπει να πω ότι οι κουέλλες δεν θέλουν τις ντομάτες γιατί είναι σαπισμένες. Αυτές τις διαλέγουν οι αλλοδαποί που τις παίρνουν και τις τρων».
Ο κ. Βανέζης μάς είπε ότι μέχρι τα 63 του ήταν μηχανικός βαρέων οχημάτων, αλλά ότι στράφηκε στην κτηνοτροφία για να «ποσκολιέται» μετά τη συνταξιοδότησή του. «Έπιασα τις κουέλλες για να περνώ τη μέρα μου», πρόσθεσε. «Σηκώνομαι το πρωί, τις ταΐζω, τις θκιανεύκω… δεν καρτερώ να κερδίσω λεφτά που τα κτηνά. Είμαι παντρεμένος, έχω και το σπίτι μου, δεν έχω όμως παιδιά. Έχω μια Βιετναμέζα και σάζει τη γυναίκα μου μεινίσκει σπίτι, πάει και στον μπακάλη μόνη της, δεν έχω πρόβλημα, λεφτά κρατώ μπόλικα».

«Κασιάρει» και τα άχρηστα…
Μια ανταγωνιστική σχέση ανέπτυξε με τους αλλοδαπούς επισκέπτες της λαϊκής ο παραγωγός Φίλιππος Σπύρου από τη Δευτερά, που τον συναντήσαμε αργά την Τετάρτη να ετοιμάζεται να αναχωρήσει από το «Όχι». «Κοιτάξετε», μας είπε, «αυτήν τη στιγμή κάσιαρα όλα τα σκάρτα που μου έμειναν -μαρούλια, γλιστιρίδα, λάχανα, μαϊντανό- και θα τα πάρω μαζί μου να τα πετάξω αλλού, για να μην τα πάρουν οι αλλοδαποί. Αν τα πετάξω θα τα πιάσουν και θα με κοροϊδεύουν κι από πάνω, ότι τα πιάνουν μούχτιν χωρίς να πληρώνουν ούτε καν ένα ευρώ. Έτσι έκαναν παλιά και νευρίαζα πολύ. Τα κασιάρω, λοιπόν, τα παίρνω μαζί μου για να μην τους τα αφήσω».