Η αναζωπύρωση της πολεμικής σύγκρουσης στο πάντα ανοικτό ισραηλινο-παλαιστινιακό μέτωπο, μετά την απρόκλητη και απάνθρωπη απαγωγή και δολοφονία τριών Ισραηλινών εφήβων από Παλαιστίνιους εξτρεμιστές, έφερε ξανά στο προσκήνιο ένα πολιτικό ή, αν θέλετε, ψυχολογικό παράδοξο στη δημοσιογραφία και την πνευματική ζωή: Έξυπνοι, καλλιεργημένοι και δημοκρατικοί άνθρωποι, να υπερασπίζονται, συχνά με πάθος, την εγκληματική δράση βάρβαρων σκοταδιστών και δολοφόνων.

Το φαινόμενο με παραπέμπει στο βιβλίο της Ουαλής συγγραφέως Carole Seymour-Jones «Α Dangerous Liaison», μιαν εμβριθή, ρεαλιστική και εμπεριστατωμένη βιογραφία του ζεύγους των παγκόσμια γνωστών Γάλλων φιλοσόφων Ζαν Πολ Σαρτρ και Σιμόν ντε Μποβουάρ, που μια πτυχή της πολιτικής τους πορείας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μου θυμίζει έντονα το ζήτημα αυτό.

Όταν, δηλαδή, για μια δεκαετία μετά τις αποκαλύψεις για τις απάνθρωπες θηριωδίες του σταλινικού καθεστώτος στην ΕΣΣΔ, ο Σαρτρ, ο μεγάλος στοχαστής του υπαρξισμού, ο διανοούμενος-ακτιβιστής υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, υπερασπιζόταν αφελώς, με σκληρό δογματισμό που υπερέβαινε εκείνον του κομματικού ινστρούχτορα, το πιο αντιδημοκρατικό πολιτικό σύστημα που υπήρχε τότε στον πλανήτη.
Σε άρθρο του στην ισπανική εφημερίδα «El Pais», ο Περουβιανός συγγραφέας Μάριο Βάργκας Λιόσα, κάτοχος Νόμπελ Λογοτεχνίας, έγραψε μεταξύ άλλων:

«Αν εξαιρέσουμε το θέμα της αντίθεσής του στην αποικιοκρατία, στο οποίο διατήρησε πάντοτε σταθερή θέση, σε όλα τα πράγματα που υπερασπίστηκε ή που επέκρινε ο Σαρτρ υπήρξε τυφλός, καθυστερημένος και μπερδεμένος. Σε τι του χρησίμευσε η λαμπρή ευφυΐα με την οποία ήταν προικισμένος, όταν, επιστρέφοντας από ένα ταξίδι στην ΕΣΣΔ στα μέσα της δεκαετίας του ΄50, στη χειρότερη περίοδο σε ό,τι αφορά τα γκουλάγκ, έφτασε να δηλώνει “διαπίστωσα ότι στη Σοβιετική Ένωση η ελευθερία κριτικής είναι ολική”;

»Στην πολεμική του με τον Καμί έκανε κάτι χειρότερο: όχι μόνον αρνήθηκε την ύπαρξη των σταλινικών στρατοπέδων συγκέντρωσης για αληθινούς ή υποτιθέμενους διαφωνούντες, αλλά τα δικαιολόγησε στο όνομα της αταξικής κοινωνίας που οικοδομείτο. Οι πολεμικές του με παλαιούς φίλους, όπως ο Μορίς Μερλό-Ποντί ή ο Ραϊμόν Αρόν, επειδή δεν δέχθηκαν να τον ακολουθήσουν στον ρόλο του συνοδοιπόρου των κομμουνιστών, που αυτός επέλεξε σε διάφορες περιόδους, είναι η απόδειξη ότι ο στεντόρειος ισχυρισμός του “κάθε αντικομμουνιστής είναι σκυλί”, δεν ήταν μια στιγμιαία υπερβολή, αλλά βαθιά πεποίθηση.

»Φαίνεται απίθανο το ότι κάποιος ο οποίος δικαιολογούσε, στο δοκίμιό του για τον Φραντς Φανόν, την τρομοκρατία ως θεραπεία χάρη στην οποία ο αποικιοκρατούμενος ανακτά κυριαρχία και αξιοπρέπεια και ο οποίος, δηλώνοντας ότι είναι μαοϊκός, κάλυπτε με το κύρος του τη γενοκτονία που συνετελείτο στην Κίνα στη διάρκεια της Πολιτιστικής Επανάστασης, μπορεί να θεωρείται από πολλούς ηθική συνείδηση του καιρού του.

»Ίσως ο απείθαρχος αναρχο-κομμουνιστής, ο φλογερός “μαοϊκός”, να ήταν μόνον ένας απελπισμένος αστός, που ήθελε να πολλαπλασιάζει τις πόζες του»…