Σημερινή

Σάββατο, 20/10/2018
RSS

Κάτι μέσα μου ξεχάστηκε στο δρόμο

| Εκτύπωση | 19 Φεβρουάριος 2014, 07:00 | Με τον Μάριο Δημητρίου

Μιαν απρόβλεπτη, αλλά ουσιαστική κι αληθινή πτυχή της προσωπικότητας του παππού του, Κώστα Μόντη, έδωσε χθες ο συνονόματος εγγονός του, δικηγόρος Κώστας Μόντης, μιλώντας γι’ αυτόν λίγο πριν από τα αποκαλυπτήρια της προτομής του στο Παγκύπριο Γυμνάσιο: την πνευματική ορμή του έφηβου, που δεν τον εγκατέλειψε μέχρι το βαθύ γήρας. Την ιδιότητα που αν διακρίνει τον συνηθισμένο ενήλικα θεωρείται… παρέκκλιση, αλλά που για τον ποιητή είναι προνόμιο και ευλογημένο χάρισμα.

«Ο Κώστας Μόντης», είπε ο… Κώστας Μόντης, «δεν πρόδωσε τα “όχι” και τα “ποτέ” των δεκαοκτώ του χρόνων. Η ψυχή του ποιητή έμεινε στα χρόνια του σχολείου, στα εφηβικά χρόνια του επαναστάτη μαθητή, που συχνά ανακαλούσε μέσα από την ποίησή του:

Κάτι μέσα μου ξεχάστηκε στο δρόμο
κι έμεινε πίσω,
κάτι μέσα μου είναι δεκαοκτώ χρονών
και δεν προσαρμόζεται,
κοιτάζει γύρω και δεν καταλαβαίνει...


»Με την εφηβική ψυχή του, μας περιέγραψε τον πόνο της εισβολής και της κατοχής από τα τουρκικά στρατεύματα. Τον ξεριζωμό των προσφύγων και το δράμα των αγνοουμένων».

Μια ιδιαίτερη πτυχή της τραγωδίας του 1974, που σημάδεψε καταλυτικά την ποίηση του Μόντη, απασχόλησε τη φιλολογική ανάλυση του ποιητή και διδάκτορα Φιλοσοφίας Νίκου Ορφανίδη στο συνέδριο προς τιμήν του Μόντη. Την αποκάλεσε «εικονογραφική και συγχρόνως “φωτογραφική” πρόσληψη των γεγονότων, που ο ποιητής τα απογυμνώνει, αποκαλύπτοντας τον πυρήνα τους. Το οντολογικό τους βάθος. Την ουσία τους. Το ειδικό βάρος τους. Είναι η απομόνωση της στιγμής, του στιγμιαίου και όμως διαχρονικού, κατά τρόπο φωτογραφικό. Είναι η εικόνα μέσα στην εικόνα…».
Ο Νίκος Ορφανίδης διάβασε μεταξύ άλλων το ποίημα που, όπως είπε, «μας παραπέμπει, μας οδηγεί, καλύτερα, ευθέως στις φωτογραφίες των αγνοουμένων. Τίτλος του: «Τουρκική εισβολή - Για τις φωτογραφίες των αγνοουμένων»:

Αυτές οι φωτογραφιούλες ήταν απλώς
για να βγει το διαβατήριό τους
τοτε που θα ΄φευγαν για σπουδές.
Πού να φανταζόντουσαν πως θα παρέμεναν
να τις σφίγγουν έτσι νυχτοήμερα
τα χέρια της μάνας τους,
πού να φανταζόντουσαν πως θα παρέμεναν
να τις σφίγγουν έτσι νυχτοήμερα
τα χέρια της αρραβωνιαστικιάς τους,
τα χέρια της γυναίκας τους,
ναν’ στις σχολικές τσάντες των παιδιών τους;
Πού να φανταζόντουσαν να μην έβαζαν τουλάχιστο
έτσι στραβό το σκουφί να επιτείνει,
να μη χαμογελούσαν αυτό το χαμόγελο
να επιτείνει;

«Στο ποίημα», είπε ο Δρ Ορφανίδης, «διέρχεται ο πενθοφορών πληθυσμός. Με την αναφορά στα χέρια της μάνας που σφίγγουν, έτσι νυχτοήμερα, τις μικρές αυτές φωτογραφίες, στα χέρια της αρραβωνιαστικιάς τους, στα χέρια της γυναίκας τους, και λανθανόντως στα παιδιά με τις σχολικές τσάντες τους. Αντιστικτικά, το χαμόγελο της φωτογραφίας, το στραβό το σκουφί, που παραπέμπει στην ελαφρότητα, σε αντίθεση με το βαρύ του πένθους και του θανάτου. Τέλος, είναι, ακόμα, στην έξοδο του ποιήματος, εκείνο το συγκλονιστικό ρήμα “επιτείνει”, που παραπέμπει στην παράταση του χρόνου, τη διάνοιξή του προς τον συνεχή και ατελείωτο καημό, την αγωνία. Στη διαστολή του χρόνου εκβάλλει τελικά το ποίημα, κατά τρόπον επώδυνο και σπαρακτικό. Αυτή την επώδυνη και σπαρακτική εμπειρία επιτείνει αυτό το συνώνυμο ρήμα: “επιτείνει”».