Ο φιλόσοφος είναι άτοπος, ζει και σκέφτεται εν εξορία... Αυτό τον λόγο του Πλάτωνα για τον Σωκράτη υπενθύμιζε συχνά ο Κώστας Αξελός, που ιδίοις... παθήμασι γνώριζε καλά τι πάει να πει αυτό.
Η εξορία αυτή φαίνεται να μην έχει τέλος, αφού και μετά θάνατον ο φιλόσοφος - όνομα πλέον μιας ανοικτής όσο και συντελεσμένης σκέψης -, συνεχίζει να «ενοικεί» εκείνο τον τόπο που εκτείνεται πέρα από τα περιγράμματα μιας θεσμισμένης ασημαντότητας, οριζόμενης από τις επιταγές του εμπορευματοποιημένου θεαματικού.
Σ’ αυτό το σύμπαν, που αρχίζει το πρωί με γεμιστά και μακαρόνια Ναπολιτάνα και τελειώνει με τις εξόδους της κ. Αλεξανδράτου, η σκέψη όπως και ο θάνατος ενός στοχαστή δεν έχουν θέση.
Δεν θα μπορούσαν να εκτοπίσουν ή να συγχρωτιστούν, έστω παράταιρα, με τις εθνικές και τις παγκόσμιες προτεραιότητες του καθολικοποιημένου θεάματος.
Θα είναι πάντα ένα ανεπίκαιρο, εκτός τόπου και χρόνου, γεγονός, ανίκανο να επικαιροποιηθεί στις συχνότητες μιας επικαιρότητας, που κατακλύζεται μονίμως από συγκλονιστικά γεγονότα, όπως το «εθνικό» διαζύγιο της κ. Μενεγάκη και του κ. Λάτσιου, οι «κοινωνικές» παρενέργειες του οποίου είναι πολύ μεγαλύτερες απ’ όσο μπορεί να φανταστεί ένας... αφελής.
Τέτοιου είδους «συγκλονισμοί», που δίνουν τροφή για... τρεις τηλεοτικές ζωές σε όλα τα εν Ελλάδι και εν Κύπρω εκπέμποντα ηλεκτρονικά μέσα, δεν θα μπορούσε να φύγουν από την πρώτη γραμμή του ενδιαφέροντος, επειδή ένας περίεργος και λίγο δυσνόητος τύπος... αποφάσισε να την κάνει.
Άλλωστε, ένας τέτοιος θάνατος συνετελείται άπαξ, ενώ αυτά εκτυλίσσονται όπως τα αργόσυρτα επεισόδια γαργαλιστικής τηλενουβέλας, και είμαστε ακόμη στην αρχή.
Αν δεν υπήρχαν η ΕΡΤ, το ΑΠΕ, ο λεγόμενος σοβαρός γραπτός Τύπος και κάποιες επίσης λεγόμενες σοβαρές ιστοσελίδες στο Ίντερνετ, δεν θα μαθαίναμε ποτέ ότι ο Κώστας Αξελός πέθανε.
Όσο για τα καθ’ ημάς, πλην του ΡΙΚ, που μετέδωσε την είδηση, και κάποιων εφημερίδων - Σημερινή, Φιλελεύθερος, Πολίτης -, που αναφέρθηκαν στον στοχαστή και στο έργο του, ησυχία, τάξις και ασφάλεια...
Ωστόσο, ο Αξελός ήξερε τη δύναμη της «οργανωμένης» ασημαντότητας, τη σκέφτηκε, την ανέλυσε, συνέλαβε το εύρος και το είδος της κυριαρχίας της. Δεν θ’ ανέμενε τίποτα περισσότερο...