Δευτέρα, πάλι, σήμερα... Καινούργια εβδομάδα, σταματημένη, όμως, στο σκουριασμένο ρολόι του χρόνου... Οι χρονοδείκτες δείχνουν πραξικόπημα, εισβολή, την τραγωδία των ανθρώπων και της προδοσίας.
Ημέρες, που πάντα η οργή παλεύει με το μέτρο, η θλίψη με μια ελπίδα χωρίς όνομα, και μια επιμνημόσυνη σωφροσύνη, προσπαθεί να σταθεί πάνω από λόγια, μεγαλοστομίες και κηρύγματα...
Όλα αυτά τα χρόνια, κάποιοι, μέσα από τον όλεθρο, κατάφεραν να γίνουν δεξιοτέχνες του βίου, να πάρουν στα χέρια τους το καλούπι της τραγωδίας και να φτιάξουν μια γενναιόψυχη προσαρμογή στο αύριο, άλλοι να βγουν με χέρια ευωχούμενα μέσ’ από τη λάσπη, άλλοι να γίνουν κήρυκες της ηττοπάθειας και του κυνισμού, άλλοι του διχασμού και του μίσους, κι άλλοι, ν’ αγκιστρωθούν στο κατάρτι του τετελεσμένου, σαγηνευμένοι από τις Σειρήνες μιας ψευδώνυμης, εργολαβημένης συμφιλίωσης... Είτε το ένα είτε το άλλο, είμαστε, όλοι, ακόμα, όπως τα ψάρια που σπαρταρούν στο άνυδρο κοίλο της τραγωδίας, και μόνον το δίχτυ της αμοιβαίας συμπόνιας μπορεί να μας κρατήσει ζωντανούς στον υδρότοπο μιας ύπαρξης πέρα από τη λαθροβίωση.
Δεν μπορούμε ο ένας χωρίς τον άλλον, έστω και μέσα στο χάσμα εκείνης της ασυμφιλίωτης δύναμης που παράταιρα μας ενώνει, κι αυτό είναι ίσως ό,τι μπορούμε να ελπίσουμε μέσα στη βεβαιότητα του απροσδιόριστου «τέλους» που επέρχεται... Οι επόμενοι μήνες, θα είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια προσθαφαίρεση «φροντίδων» στο καλεντάρι της καθημερινότητας. Γιατί αναλογεί στον καθένα μας ο ίλιγγος μιας απόφασης, που μπορούμε να τον αντέξουμε, μόνον πιασμένοι αντάμα, στον κύκλιο χορό της αϊδίου σωματοσύναξής μας...
Γράφοντας αυτά, αναθυμούμενος εκείνη τη φωταγωγημένη από όλεθρο εβδομάδα του Ιούλη, είπα να αφιερώσω τούτες τις λίγες αράδες στον Δώρο, ποιητή, αγωνιστή και πεσόντα, έστω κι αν δεν τον γνώρισα, ούτε τον συνάντησα ποτέ μου... σαν αναμνηστική οφειλή, σ’ έναν καιρό με κουρασμένη μνήμη...
Έπρεπε να περάσουν χρόνια για να καταλάβω πόσο σπουδαίος ποιητής είσαι/Όχι για το στεφάνι που κάποιος επίσημος πέρασε σε κάποια επέτειο στον πέτρινο λαιμό σου/Ούτε για τον απρομελέτητο ηρωισμό της θυσίας σου/Ούτε γιατί τώρα που κάθομαι μόνος σ’ ένα έρημο σπίτι και φυλλομετρώ τα βιβλία σου ανακαλύπτω κάποιες εξαίρετες αρετές του ύφους/Όσο γιατί έζησες έτσι/Χαρίζοντας ισόποσα στο κορμί ομορφιά και θάνατο/Ένας νομιμόφρων στην απεραντοσύνη...
