ΤΟ ΣΙΓΟΥΡΟ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΗΡΞΕ ΚΑΜΙΑ ΡΩΓΜΗ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ. ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΟΙ ΠΑΡΑΜΕΝΟΥΝ ΔΥΣΠΙΣΤΟΙ ΚΑΙ Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΤΟ ΒΙΟΛΙ ΤΗΣ

Συνεχίστηκε, με οργασμικούς ρυθμούς μπορεί να πει κανείς, η διάνοιξη και νέων οδοφραγμάτων. Αυτήν τη φορά είχε σειρά η Δερύνεια και το Απλίκι.

Παρακολουθώντας τις τηλεοπτικές σκηνές έρχονται στον νου σκηνές από την κατεδάφιση του τείχους του Βερολίνου. Και εκεί κόσμος πολύς να μπαίνει και να βγαίνει, προσπαθώντας να ρουφήξει τη στιγμή. Από την άλλη, δημοσκοπήσεις καταγράφουν μια διαφωνία. Ένα μεγάλο, πλειοψηφικό μέρος των πολιτών αντιδρά στη διάνοιξή τους. Γιατί αυτό;

Κατ’ αρχάς ο παραλληλισμός με το τείχους του Βερολίνου είναι ατυχής. Εκεί η διάνοιξη του τείχους ήταν ο επιθανάτιος ρόγχος ενός δικτατορικού καθεστώτος. Η φυσική επίθεση κατά του τείχους από απλούς αλλά και άοπλους Γερμανούς υπήρξε το τελευταίο καρφί στο φέρετρο του καθεστώτος. Οι ηγέτες της Ανατολικής Γερμανίας προχώρησαν στη διάνοιξη, ελπίζοντας ότι η αποσυμπίεση θα τους έδιδε κάποια παράταση ζωής.

Αντ’ αυτού, οι Ανατολικογερμανοί πήραν τη χαλάρωση των μέτρων και, αντί να εφησυχάσουν, συνέχισαν το έργο της κατεδάφισης με ό,τι απέμενε από τη Λαϊκή Δημοκρατία. Είναι σε αυτό το σημείο που αποκλίνουν τα δύο ιστορικά παραδείγματα. Το κατοχικό καθεστώς, υπό το βάρος της απομόνωσης, προχώρησε στη διάνοιξη των οδοφραγμάτων. Οι Τουρκοκύπριοι πήραν τη διέλευση και σταμάτησαν εκεί. Ήλθαν στις ελεύθερες περιοχές, βρήκαν δουλειές, γεύτηκαν McDonalds, περπάτησαν στα χιόνια και μετά επέστρεψαν στη θαλπωρή της κατοχής, όπου και παραμένουν. Εκτός βέβαια από μερικά εξαιρετέα παραδείγματα, που είτε μετανάστευσαν σιωπηρά είτε αντιδρούν ηχηρά. Όπως ο Σενέρ Λεβέντ. Η διέλευση από τα οδοφράγματα, αντί να κλονίσει την κατοχή και το παράνομο καθεστώς, εντάχθηκε στους όρους λειτουργίας του.

Οι πιο ρομαντικοί θα επισημάνουν την αξία της δικοινοτικής συναναστροφής που επήλθε. Σε κάποιο βαθμό μπορεί να έχουν δίκαιο. Μικρό βαθμό, πάντως. Διότι, και αυτή η επαφή ενεγράφη στη λογική του «πλάι-πλάι» παρά στο «όλοι μαζί». Το σίγουρο, πάντως, είναι ότι δεν υπήρξε καμιά ρωγμή στην κατοχή.

Στις ελεύθερες περιοχές, η διάνοιξη οδοφραγμάτων έχει προσλάβει μεταφυσικές διαστάσεις. Ακολουθεί κατά γράμμα τη λογική τού «πίστευε και μη ερεύνα» και μάλιστα έχει καταστεί και μέτρο επιτυχίας της Κυβέρνησης. Έχουμε υποχρέωση, όμως, να ερευνήσουμε τη θετικότητα αυτού του μέτρου. Η αυτονόητη εξήγηση, που σερβιρίστηκε από υπερθεματίζοντες πολιτικούς ότι η διάνοιξη οδοφραγμάτων βοηθά στην «επανένωση» της Κύπρου, δεν αντέχει. Η κατοχή παραμένει εδραία. Οι Τουρκοκύπριοι παρουσιάζονται το ίδιο δύσπιστοι. Η Τουρκία συνεχίζει το βιολί της.

Πέραν του επιχειρήματος της αναποτελεσματικότητας, εύκολα μπορεί κανείς να εγείρει και πρακτικότατες ενστάσεις. Μία πρώτη είναι ότι η γραμμή διαχωρισμού έχει γίνει ελβετικό τυρί. Τρύπια, δηλαδή. Περνούν έμποροι ναρκωτικών, φονιάδες, κάθε καρυδιάς καρύδι, κάνουν τη δουλειά τους και μετά αποσύρονται στην ασφάλεια του ψευδοκράτους. Κανένας έλεγχος. Βλακώδης η εξήγηση που δίδουν ενίοτε και οι αρμόδιοι:

«Δεν θέλουμε σκληρό σύνορο μέσα στην Κύπρο». Αν είναι δυνατόν! Γι’ αυτό πρέπει ο κάθε πολίτης να ανέχεται τη δραματική έκπτωση στην ασφάλειά του. Ουδείς σκέφτηκε να αποτιμήσει το αυξημένο κόστος της ανασφάλειας και της εγκληματικότητας. Να υπάρχουν οδοφράγματα ανοιχτά. Ας μείνει, όμως, ένας μικρός αριθμός που να επιτρέπει και σωστή αστυνόμευση. Και να ελέγχεται η ταυτότητα των διερχομένων, ώστε να επιβεβαιώνεται ότι πρόκειται για Τουρκοκύπριους. Όχι για Ρώσους εκτελεστές ή εποίκους ή λαθρεμπόρους.

Πέραν αυτού. Η λειτουργία των οδοφραγμάτων γίνεται με τους όρους της κατοχής. Το σημείο διέλευσης δίδει την ευκαιρία στο καθεστώς να ασκεί εξουσίες κυριάρχου κράτους. Διαβατήρια, καταγραφή, τελωνειακός έλεγχος. Δεν είχε το σθένος να επιμένει η Πολιτεία μας σε κάποιες αρχές διέλευσης; Στοιχειώδεις, αλλά και προστατευτικές των θέσεών μας;

Το τελευταίο επιχείρημα, όμως, έχει σχέση με τα πρακτικά συνεπακόλουθα της διάνοιξης. Η ελεύθερη διέλευση έχει ενισχύσει σημαντικά την οικονομία των κατεχομένων. Ακόμα και αγνοώντας τους Ελληνοκύπριους ασύγγνωστους των καζίνο και της Τύμπου, η διέλευση τουριστών έχει προσφέρει πολλά στα κατεχόμενα. Αλλά το χειρότερο είναι ότι αυτός ο ευμεγέθης οβολός γίνεται εις βάρος της οικονομίας των ελευθέρων περιοχών. Ένα σαφές παράδειγμα, η διάνοιξη της Δερύνειας. Ένα ουσιαστικό μέρος της τουριστικής κίνησης της περιοχής θα διοχετευθεί αναπόφευκτα προς τα κατεχόμενα. Δηλαδή, το ’74 μάς πήραν τις περιουσίες μας. Τώρα θα δώσουμε και μέρος αυτού που κτίσαμε από το ’74 μέχρι σήμερα.

Άβυσσος οι ψυχές των ανθρώπων. Πρώτα αυτών που παίρνουν τις αποφάσεις. Κυρίως, όμως, αυτών που τους ανέχονται!