Ο εκλεκτός φίλος Ανδρέας Τ. Λουκά, πρόσφυγας από το Αγριδάκι της κατεχόμενης Κερύνειας μας, επανέρχεται οξύτερος και πιο επικριτικός. Μου γράφει:
«Την Κυριακή 17 Αυγούστου, στο άρθρο σου στη ‘Σ’ με τίτλο, ‘‘Ο Ν. Αναστασιάδης καλεί την Τουρκία….’’, διεκτραγωδείς τους εξευτελισμούς, τους οποίους στοιβάζει στην πλάτη μας ο νυν Πρόεδρος, με τους άσφαιρους παλληκαρισμούς του και τις ικεσίες του προς την Τουρκία, να συναινέσει σε λύση του Κυπριακού! Ας αφήσουμε προς στιγμήν τον Αναστασιάδη. Τι ήταν λογικό να έκαναν οι κυβερνήσεις της Κύπρου, από την πρώτη στιγμή της εισβολής, για να αποκαταστήσουν την ακεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας; Να κερδίσουν χρόνο, με δύο στόχους: Πρώτον να δημιουργήσουν τέτοιες συνθήκες, που να είναι αβάσταχτο για την Τουρκία να συνεχίσει την κατοχή και, δεύτερον, να την υποχρεώσουν να τα μαζέψει και να φύγει! Για να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι, δεν θα έπρεπε να είχαν στρατευθεί λαός και πόροι προς εκείνη την κατεύθυνση; Δεν θα έπρεπε, αντί να τσακίσουν κοινωνικά, οικονομικά, ηθικά τους πρόσφυγες, να τους ενισχύσουν, να τους στρατεύσουν και να τους καταστήσουν την πρώτη συμπαγή δύναμη, την εμπροσθοφυλακή, για την απελευθέρωση των αρπαγέντων; Των βωμών και των εστιών τους;
»Αντ’ αυτών τι έκαναν; Με μέθοδο, με μακροχρόνιο σχεδιασμό και ανάλγητα, έκαναν ακριβώς καθετί ενάντια σε τέτοιους στόχους. Άφησαν ανενόχλητη την Τουρκία να εμπεδωθεί διεθνώς ως ουδέτερος παρατηρητής, ο οποίος μάλιστα διαλαλεί πανέξυπνα και ευρηματικά, πως πάντα είναι ένα βήμα μπροστά από εμάς στην προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού! Για το θεαθήναι ημίν τοις ανθρωπάκοις, αλλά στην ουσία για να τρώνε κάποιοι χοντρές μίζες, ξόδεψαν δισεκατομμύρια λίρες και ευρώ για να φτιάξουν, λέει, ‘‘αμυντική θωράκιση’'! Ο αφελέστατος κυπριακός λαός έγινε πολίτης-οπλίτης. Για δεκαετίες ολάκερες ντυθήκαμε στο χακί, νομίζοντας πως προσφέραμε υπηρεσία στην πατρίδα. Και ξαφνικά, σήμερα, αλλά και επί προηγούμενης κυβέρνησης, οι άνθρωποι που σαν τα έσχατα κορόιδα που είμαστε κάναμε Προέδρους και κυβερνήσεις, ξήλωσαν τα πάντα! Με ποιο δικαίωμα; Μα, με εκείνο των ανθρώπων που γνωρίζουν πως ό,τι και να κάνουν δεν πρόκειται να τιμωρηθούν.
»Επανερχόμενοι στους εξευτελισμούς που μας επισωρεύει ο Μέγας Αναστασιάδης ο Α’, ας ρωτήσουμε και εκείνον και τον προηγούμενο Πρόεδρο της Δημοκρατίας, και τον αθάνατο Βασιλείου και όλους εκείνους που ακόμα ζουν από τις προηγούμενες κυβερνήσεις της ΚΔ, αν φορολόγησαν το ίδιο βάναυσα και ανάλγητα τις ιερές τράπεζες της συναπαρτζιάς των απογόνων των τοκογλύφων, όπως έκαναν με τον λαό, για να επιτύχουν την ανακεφαλαιοποίηση (έτσι λέμε τώρα τη ληστεία). Απανωτόκια, αν σας λέει τίποτα η λέξη. Τα οποία, στη «σύγχρονη» ορολογία των τραπεζοτοκογλύφων και των κυβερνητικών συνεταίρων τους, ονομάζονται ‘‘μη εξυπηρετούμενα δάνεια’'. Οι τόκοι, των τόκων, των τόκων… ‘‘μη εξυπηρετούμενα δάνεια’'. Εγώ, φίλτατε Σάββα, νομίζεις πως αναμένω απάντηση στα πιο πάνω; Από ποιον; Από τον Αναστασιάδη;
»Μα, εκείνος θα μου απαντήσει, πως αν σε εμένα δεν αρέσει, αρέσει στο 58% των συμπατριωτών μας, οι οποίοι με την ψήφο τους τού έδωσαν εν λευκώ εξουσιοδότηση για πέντε χρόνια να χειρίζεται τις υποθέσεις τους, όπως ο ίδιος νομίζει! Βέβαια δεν γνωρίζουμε τι γνώμη θα σχημάτιζαν ή πώς θα αντιδρούσαν εκείνοι που συναποτέλεσαν το 58%, αν μάθαιναν όλα εκείνα που τους αποκρύβουν εκείνοι που όφειλαν να τους πληροφορούν για τα πεπραγμένα του Προέδρου και τον λατζιναρκών (κατά τον αείμνηστο δημοσιογράφο Χρ. Κατσαμπά…), που τον περιβάλλουν, αλλά άσε τους στον μακάριο ύπνο τους. Το ρολόι της Κύπρου κτυπά ήδη μεσάνυκτα! Θα ’ρθει από μόνη της η ώρα της αφύπνισης. Και θα ’ναι πολύ άγαρμπη! Μα πάρα πολύ άγαρμπη…».





