Ποια είναι λοιπόν τα επόμενα βήματα ως προς την επίτευξη των παγκόσμιων στόχων και δεσμεύσεων της Ε.Ε., σχετικά με τη διατροφή και την ασφάλεια τροφίμων; Σ’ αυτό το ερώτημα κλήθηκε, πρόσφατα, να απαντήσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Εν προκειμένω καταθέτω θέσεις που υπέβαλα στις συζητήσεις των τελευταίων συνεδριάσεων αλλά και κατά τη διάρκεια της επιτόπιας εξέτασης του προβλήματος στις αγροτικές περιοχές της Τανζανίας, όπου μετέβη εσχάτως η Επιτροπή.

Η εξάλειψη της φτώχιας και κατ’ επέκτασιν της πείνας και του υποσιτισμού αποτελούν μακροπρόθεσμη και μεγαλεπήβολη δέσμευση για την Ε.Ε., η οποία φιλοδοξεί να διαδραματίσει ηγετικό ρόλο παγκοσμίως ως προς την επίτευξη του Στόχου 2 (καταπολέμηση της πείνας) για την Αειφόρο Ανάπτυξη στο πλαίσιο της Ατζέντας 2030 των Ηνωμένων Εθνών.

Ωστόσο, είναι γενικά παραδεκτό ότι οι μέχρι σήμερα πολιτικές μας είναι λανθασμένες, παρόλο που η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη της αποτελούν τον μεγαλύτερο χορηγό βοήθειας στον κόσμο. Συγκεκριμένα, το 2013 παρείχαν περισσότερο από το ήμισυ των κρατικών ενισχύσεων, δηλαδή «επίσημη αναπτυξιακή βοήθεια» όπως ορίζεται από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ). Η Ευρωπαϊκή Ένωση μαζί με τα κράτη μέλη, τη χρονιά αυτή ξόδεψαν 56,5 δισεκατομμύρια ευρώ ώστε να παρασχεθεί αναπτυξιακή βοήθεια στις αναπτυσσόμενες χώρες.

Σήμερα η επιδίωξη μας είναι η επίτευξη του Στόχου 2 και των συναφών στόχων, οι οποίοι αποσκοπούν στον τερματισμό τόσο της πείνας όσο και του υποσιτισμού μέχρι το 2030. Οι στόχοι αυτοί θα επιτευχθούν κυρίως με την αύξηση της παραγωγικότητας των μικρών ιδιοκτησιών και τη δημιουργία βιώσιμων συστημάτων γεωργίας και παραγωγής τροφίμων, ικανών να τροφοδοτήσουν έναν συνολικό πληθυσμό που αναμένεται να αγγίξει τα 8,5 δισεκατομμύρια ανθρώπους σε όλον τον πλανήτη.

Είναι πολύ εύκολο κανείς να μην εκτιμήσει σωστά τον ρόλο της γεωργίας και της αλιείας, τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, της έλλειψης υποδομών, γνώσεων και ιδιοκτησίας γης όσον αφορά πρόκληση των λιμών και την καταπολέμηση της πείνας και του υποσιτισμού. Κυρίως όταν δεν έχει εμπειρία στο πεδίο και δεν έχει βιώσει λιμούς και ανάλογα συμβάματα.

Πολλές φορές άθελά μας, ή λόγω άγνοιας, ή και εσκεμμένα, αδυνατούμε να αντιληφθούμε κάποια βασικά στοιχεία, τα οποία εμείς θεωρούμε δεδομένα. Πώς, για παράδειγμα, η έλλειψη σπόρων, η μη πρόσβαση σε καλλιεργήσιμη γη, τα τροπικά κλίματα με έντονες περιόδους ανομβρίας ή καταρρακτωδών βροχών, η απερήμωση, η έλλειψη υποτυπωδών υποδομών, όπως είναι ένα προσβάσιμο με δρόμο κομμάτι γης, η δυνατότητα μεταφοράς της πρωτογενούς παραγωγής από την καλλιέργεια στο συσκευαστήριο ή το εργοστάσιο επεξεργασίας, παραγωγής ή φύλαξης, μπορούν να επηρεάσουν δραματικά τη ζωή και τη σίτιση ορισμένων ανθρώπων.

Πολλές φορές αδυνατούμε να αντιληφθούμε ότι, στηρίζοντας μικροκαλλιεργητές, πρωτίστως τους βοηθάμε να παρέχουν τα βασικά είδη πρώτης ανάγκης στα παιδιά τους και αφετέρου ότι στηρίζοντας την ένταξή τους στην αγορά, δεν θα τους κάνουμε μεγαλοεπιχειρηματίες αλλά απλούστατα θα τους δώσουμε την ευκαιρία να προσφέρουν κάτι παραπάνω στα παιδιά τους, όπως τη δυνατότητα εκπαίδευσης, ευελπιστώντας σε ένα καλύτερο μέλλον. Αλλά κυρίως λίγο φαΐ για να επιβιώσουν.

Είναι επομένως ιδιαίτερα σημαντικό να πραγματοποιηθούν συντονισμένες προσπάθειες και δράσεις μεταξύ των παγκόσμιων, εθνικών και τοπικών Αρχών, μεταξύ μη κυβερνητικών οργανώσεων και του ιδιωτικού τομέα καθώς και μεταξύ των χορηγών, για την αντιμετώπιση όλων των λιμών και όλων των μορφών υποσιτισμού. Στη βάση αυτή, επίσης, θα πρέπει να λάβουμε κι εμείς υπόψη, ως κοινό παρονομαστή, ότι είναι απαραίτητη και η μεγαλύτερη συνοχή μεταξύ όλων των οργάνων και φορέων της Ε.Ε., καθώς και των κρατών μελών.

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εντείνουν τις δεσμεύσεις τους για την παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια, δίνοντας προτεραιότητα στη βιώσιμη γεωργία και στην τοπική παραγωγή τροφίμων, καθώς και στη στήριξη των μικροκαλλιεργητών και των γυναικών αγροτών, ως παραγωγών τροφίμων. Ταυτόχρονα, η διεθνής κοινότητα και η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να συνεργαστούν με όλες τις χώρες, ώστε να χαράξουν και να εφαρμόσουν ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο, με συγκεκριμένους, εφικτούς και ισχυρούς εθνικούς στόχους σίτισης, στη βάση των Στόχων για την Αειφόρο Ανάπτυξη, προκειμένου να μειωθούν οι συνέπειες της πείνας και του υποσιτισμού.

Τέλος, η ανθρωπιστική βοήθεια, ως προς την αντιμετώπιση των συνεπειών του υποσιτισμού, πρέπει να συμπληρωθεί με στρατηγικές της ίδιας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που θα συνδέουν την ανθρωπιστική και αναπτυξιακή βοήθεια, ενώ την ίδια στιγμή, η Επιτροπή θα πρέπει να αυξήσει τις επενδύσεις της ως προς τις παρεμβάσεις που σχετίζονται με τη διατροφή, με δεδομένο μάλιστα το σημερινό τεράστιο χάσμα χρηματοδότησης που υπάρχει.

Επισημαίνω ότι τα τεράστια μη ελεγχόμενα μεταναστευτικά ρεύματα προς την Ευρώπη οφείλονται κατά μείζονα λόγο στον υποσιτισμό και τους λιμούς που πλήττουν την Αφρικανική Ήπειρο, ειδικά το Κέρας της Αφρικής και την περιοχή του Μαλάουι, αλλά και το γεγονός ότι μεγάλοι ευρωπαϊκοί πληθυσμοί, ειδικά στις φτωχές χώρες του νότου, μαστίζονται από την πείνα και τον υποσιτισμό, ενώ χιλιάδες παιδιά δεν αναπτύσσονται σωματικά και νοητικά λόγω της κακής διατροφής.

ΔΡ ΕΛΕΝΗ ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ
Μέλος της Επιτροπής για την Ανάπτυξη